Νόμος 4057/2012 — Χρονολόγιο τροποποιήσεων
Ο Νόμος 4057/2012 του Ελληνικού Κοινοβουλίου τροποποιεί διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα και ρυθμίζει θέματα πειθαρχικής διαδικασίας, αργίας και αναστολής καθηκόντων υπαλλήλων. Ειδικότερα, ο νόμος αφορά το σύνολο των υπαλλήλων του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, συμπεριλαμβανομένου του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, καθώς και ειδικές κατηγορίες όπως το Ειδικό Εκπαιδευτικό Προσωπικό των ΑΕΙ. Ρυθμίζει την επιλογή προϊσταμένων, την ανάρτηση πράξεων στο διαδίκτυο, την καταβολή αποδοχών αποσπασμένων, τη λειτουργία πειθαρχικών συμβουλίων, τις συνέπειες της αργίας και της αναστολής καθηκόντων, καθώς και τις πειθαρχικές ποινές και διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων των χρόνων παραγραφής και των εξαιρέσεων. Ορίζει επίσης την αρμοδιότητα επιβολής ποινών από προϊσταμένους και πειθαρχικά συμβούλια, καθώς και τη διαδικασία διερεύνησης και εκδίκασης πειθαρχικών παραπτωμάτων.
Άρθρα
- Άρθρο 1 τ. Το Άρθρο 1 τ του ΦΕΚ, που δημοσιεύτηκε στις 14 Μαρτίου 2012, τροποποιεί διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα σχετικά με την επιλογή προϊσταμένων Γενικής Διεύθυνσης, επιτρέποντας σε υπαλλήλους κατηγορίας ΠΕ με βαθμό Β' και άνω να συμμετέχουν, και διευκολύνει τον διορισμό δημοσίων λειτουργών σε νέες θέσεις υπό προϋποθέσεις. Επίσης, παρατείνει την ημερομηνία 31.12.2011 σε 31.12.2012 για την παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 3920/2011.
- Άρθρο 2. Το Άρθρο 2 προσθέτει παράγραφο 5 στο άρθρο 3 του ν. 3861/2010, ορίζοντας ότι η μη ανάρτηση ή η μη έγκαιρη ανάρτηση πράξεων στο διαδίκτυο συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα για τον αρμόδιο. Το Άρθρο τέταρτο, παράγραφος 1, επεκτείνει την εφαρμογή των διατάξεων περί αργιών και πειθαρχικών παραπτωμάτων στο προσωπικό του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ενώ η παράγραφος 3 ορίζει ότι η τέλεση πειθαρχικού παραπτώματος μπορεί να αποτελεί σπουδαίο λόγο για καταγγελία σύμβασης εργασίας.
- Άρθρο 16 τ. Το Άρθρο 16 τ του ΦΕΚ ορίζει ότι για το Ειδικό Εκπαιδευτικό Προσωπικό (Ε.Ε.Π.) και το Εργαστηριακό Διδακτικό Προσωπικό (Ε.ΔΙ.Π.) των Α.Ε.Ι. ισχύουν οι διατάξεις της περίπτωσης ιε΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 και της παραγράφου 5 του άρθρου 80 του ν. 4009/2011, ενώ για τα μέλη του προσωπικού της Ακαδημίας Αθηνών ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 32 του ν. 4398/1929.
- Άρθρο 25 τ. Το Άρθρο 25 τ ρυθμίζει την καταβολή αποδοχών για αποσπασμένους Ο.Τ.Α. από 1.1.2012, εξαιρώντας συγκεκριμένες περιπτώσεις από τις διατάξεις του π.δ. 351/1991, π.δ. 63/2005, ν. 590/1977, ν. 849/1978, ν. 3691/2008, ν. 3932/2011 και άλλες ειδικές διατάξεις, ενώ παράλληλα ορίζει ότι οι πράξεις απόσπασης μονίμου προσωπικού και προσωπικού ΙΔΑΧ σε φορείς του άρθρου 14 του ν. 2190/1994, εκτός από εκπαιδευτικούς, είναι άκυρες αν δεν φέρουν την υπογραφή του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης.
- Άρθρο 29 τ. Το Άρθρο 29 τ, παράγραφος 10, ορίζει ότι σε περιφερειακές διευθύνσεις εκπαίδευσης με πολλαπλά πρωτοβάθμια πειθαρχικά συμβούλια, η κατά τόπο αρμοδιότητά τους καθορίζεται με την απόφαση σύστασης, ανάλογα με τον αριθμό του προσωπικού. Το Άρθρο έβδομο, παράγραφος 2, αναφέρει ότι το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο, που συστάθηκε με την απόφαση ΔΙΔΚ/Φ.38/2/27385/31.12.2010 του Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, θα συνεχίσει να λειτουργεί μέχρι τη λήξη της θητείας του χωρίς τη συμμετοχή εκπροσώπων της ΑΔΕΔΥ.
- Άρθρο 53 τ. Το Άρθρο 53 τ τροποποιεί το άρθρο 53 του π.δ. 410/1988, ορίζοντας ότι η τέλεση οποιουδήποτε πειθαρχικού παραπτώματος μπορεί να αποτελέσει λόγο καταγγελίας σύμβασης εργασίας από την υπηρεσία, ενώ το Άρθρο πέμπτο, παράγραφοι 1, 2 και 3, επεκτείνει την αναλογική εφαρμογή διατάξεων του νόμου σχετικά με αργίες, πειθαρχικά παραπτώματα και ποινές στο μόνιμο και ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικό των δήμων και των ΝΠΔΔ αυτών, και προβλέπει τη λειτουργία τρίτου τμήματος στο Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο (άρθρο 146Α) για τις πειθαρχικές υποθέσεις αυτού του προσωπικού, το οποίο θα αποτελείται από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου, δύο Νομικούς Συμβούλους του Κράτους και δύο προϊσταμένους γενικών διευθύνσεων Δήμων της Περιφέρειας Αττικής (εκτός Νήσων).
- Άρθρο 91 π. Το Άρθρο 91 π ορίζει τη λειτουργία του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, το οποίο κρίνει πειθαρχικές υποθέσεις σε δεύτερο βαθμό, καθώς και σε πρώτο και τελευταίο βαθμό για ανώτατους υπαλλήλους του Δημοσίου και Ν.Π.Δ.Δ., με προθεσμία εκδίκασης εντός έξι (6) μηνών. Ο υπάλληλος μπορεί να παρίσταται αυτοπροσώπως ή με δικηγόρο, ενώ η απαρτία των τμημάτων του συμβουλίου απαιτεί την παρουσία τουλάχιστον τριών (3) μελών, συμπεριλαμβανομένου του Προέδρου. Ο Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης θα καθορίσει με απόφαση τον ειδικότερο τρόπο λειτουργίας του Συμβουλίου.
- Άρθρο 103. Το Άρθρο 103 του ΦΕΚ ορίζει την αυτοδίκαιη θέση σε αργία υπαλλήλων σε περιπτώσεις στέρησης της ελευθερίας τους (μετά από πρωτοβάθμια/δευτεροβάθμια απόφαση ή ένταλμα προσωρινής κράτησης) ή παραπομπής τους για συγκεκριμένα αδικήματα όπως δωροδοκία, υπεξαίρεση, ή αδικήματα κατά ανηλίκων, καθώς και σε περίπτωση επιβολής πειθαρχικής ποινής οριστικής ή προσωρινής παύσης άνω των έξι (6) μηνών. Η επάνοδος στα καθήκοντα γίνεται αυτοδίκαια με την έκδοση διαπιστωτικής πράξης από το αρμόδιο για το διορισμό όργανο, εφόσον εκλείψει ο λόγος αργίας ή εκδοθεί αθωωτική δικαστική απόφαση.
- Άρθρο 104. Το Άρθρο 104 του ΦΕΚ ορίζει τη δυνητική θέση σε αργία και την αναστολή καθηκόντων υπαλλήλων για λόγους δημόσιου ή υπηρεσιακού συμφέροντος, όπως ποινική ή πειθαρχική δίωξη, σοβαρές ενδείξεις για άτακτη διαχείριση, ή έκδοση εντάλματος προσωρινής κράτησης. Η αναστολή καθηκόντων μπορεί να επιβληθεί άμεσα από τον προϊστάμενο σε κατεπείγουσες περιπτώσεις, ενώ η αργία απαιτεί απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου μετά από ακρόαση του υπαλλήλου. Η επάνοδος στην υπηρεσία γίνεται με την κοινοποίηση της σχετικής πράξης ή αυτοδίκαια μετά από απαλλακτική απόφαση.
- Άρθρο 105. Το Άρθρο 105 του ΦΕΚ ορίζει τις συνέπειες της αργίας και της αναστολής άσκησης καθηκόντων για τους υπαλλήλους, προβλέποντας την καταβολή του ενός τρίτου (1/3) ή ενός τετάρτου (1/4) των αποδοχών τους, ανάλογα με την περίπτωση, και επισημαίνοντας ότι οι διατάξεις των άρθρων 31-35 του Κώδικα εφαρμόζονται και κατά τη διάρκεια της αργίας.
- Άρθρο 106. Το Άρθρο 106 ορίζει ότι πειθαρχικό παράπτωμα συνιστά υπαίτια πράξη ή παράλειψη υπαλλήλου που του καταλογίζεται, ενώ το Άρθρο 107 απαριθμεί ως πειθαρχικά παραπτώματα την άρνηση αναγνώρισης του Συντάγματος ή έλλειψη αφοσίωσης στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία, καθώς και κάθε παράβαση υπαλληλικού καθήκοντος.
- Άρθρο 107. Το Άρθρο 107 απαριθμεί μια σειρά από πειθαρχικά παραπτώματα για τους υπαλλήλους, συμπεριλαμβανομένων της παράβασης καθήκοντος, της απόκτησης οικονομικού οφέλους, της ανάρμοστης συμπεριφοράς, της παραβίασης της αμεροληψίας και της ισότητας, της αδικαιολόγητης απείθειας, της άρνησης παροχής πληροφοριών, της χρησιμοποίησης της θέσης για ιδιωτικά συμφέροντα, της συμμετοχής σε δημοπρασίες, της άσκησης κριτικής σε προϊσταμένη αρχή, της άρνησης συνεργασίας με ελεγκτικές αρχές, της μεροληπτικής σύνταξης εκθέσεων, της άρνησης ή παρέλκυσης εκτέλεσης υπηρεσίας, της φθοράς περιουσίας της υπηρεσίας, της άσκησης εργασίας με αμοιβή χωρίς άδεια, της απλής απείθειας και της μη τήρησης του ωραρίου.
- Άρθρο 109. Το Άρθρο 109 του ΦΕΚ καθορίζει τις πειθαρχικές ποινές που μπορούν να επιβληθούν σε υπαλλήλους, συμπεριλαμβανομένων του υποβιβασμού, της προσωρινής ή οριστικής παύσης, και επιπλέον διοικητικών κυρώσεων από 3.000 έως 30.000 ευρώ ή από 10.000 έως 100.000 ευρώ σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες τέλεσης, την προσωπικότητα και την υπηρεσιακή εικόνα του υπαλλήλου, ενώ το Άρθρο 110 ορίζει ότι η δίωξη πειθαρχικών παραπτωμάτων αποτελεί καθήκον των πειθαρχικών οργάνων, με εξαίρεση την έγγραφη επίπληξη που εναπόκειται στη διακριτική τους ευχέρεια.
- Άρθρο 110. Το Άρθρο 110 του ΦΕΚ ορίζει ότι η απόφαση του πειθαρχικού οργάνου να μην ασκήσει δίωξη πρέπει να είναι αιτιολογημένη και να κοινοποιείται στον ανώτερο προϊστάμενο, με αντίγραφο να τίθεται στο προσωπικό μητρώο του υπαλλήλου χωρίς να μπορεί να χρησιμοποιηθεί για δυσμενή κρίση. Επίσης, απαγορεύεται η δεύτερη δίωξη για το ίδιο παράπτωμα, η βαθμολογική ή μισθολογική εξέλιξη δεν αίρει την πειθαρχική ευθύνη για προγενέστερα παραπτώματα, και πράξεις από προηγούμενη δημόσια υπηρεσία τιμωρούνται πειθαρχικά αν δεν έχει παρέλθει ο χρόνος παραγραφής.
- Άρθρο 111. Το Άρθρο 111 του ΦΕΚ ορίζει ότι σε περίπτωση πολλαπλών πειθαρχικών παραπτωμάτων επιβάλλεται μία συνολική ποινή, λαμβάνοντας υπόψη τη βαρύτητα όλων, ενώ η υποτροπή αποτελεί επιβαρυντική περίσταση κατά την επιμέτρηση της ποινής, σύμφωνα με τις αρχές των περιπτώσεων β΄, γ΄, ε΄ και ζ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 108.
- Άρθρο 112. Το Άρθρο 112 ορίζει τους χρόνους παραγραφής των πειθαρχικών παραπτωμάτων, ορίζοντας γενικό χρόνο πέντε (5) ετών, επτά (7) ετών για συγκεκριμένες περιπτώσεις του άρθρου 107, και εξαιρέσεις όπου η παραγραφή αρχίζει από την ημερομηνία γνώσης του προϊσταμένου ή δεν παραγράφεται πριν την παραγραφή του ποινικού αδικήματος. Η κλήση σε απολογία, η παραπομπή στο πειθαρχικό συμβούλιο, ή η τέλεση νέου παραπτώματος για απόκρυψη διακόπτουν την παραγραφή, με ανώτατα όρια επτά (7) ή δέκα (10) ετών για την έκδοση πρωτοβάθμιας απόφασης, ενώ δεν παραγράφεται παράπτωμα για το οποίο έχει εκδοθεί πρωτοβάθμια πειθαρχική απόφαση.
- Άρθρο 113. Το Άρθρο 113, παράγραφος 5, ορίζει ότι το πειθαρχικό παράπτωμα για το οποίο έχει εκδοθεί πειθαρχική απόφαση σε πρώτο βαθμό δεν παραγράφεται. Η παράγραφος 1 του ίδιου άρθρου αναφέρει ότι η πειθαρχική διαδικασία συνεχίζεται ακόμη και μετά την απώλεια της υπαλληλικής ιδιότητας, εκτός από την περίπτωση θανάτου, ενώ η παράγραφος 2 επιτρέπει στο πειθαρχικό συμβούλιο να επιβάλει ποινές, μετατρέποντας ποινές ανώτερες του προστίμου σε πρόστιμο αποδοχών έως δώδεκα (12) μηνών, με δυνατότητα επιβολής διοικητικής κύρωσης σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 109.
- Άρθρο 114. Το Άρθρο 114 του ΦΕΚ ορίζει ότι η πειθαρχική διαδικασία είναι ανεξάρτητη από την ποινική δίκη, αν και το πειθαρχικό όργανο μπορεί να αναστείλει την πειθαρχική διαδικασία για έως ένα (1) έτος για εξαιρετικούς λόγους, εκτός εάν το παράπτωμα προκάλεσε δημόσιο σκάνδαλο ή έβλαψε σοβαρά το κύρος της υπηρεσίας. Επίσης, το πειθαρχικό όργανο δεσμεύεται από αμετάκλητες ποινικές αποφάσεις μόνο ως προς την ύπαρξη πραγματικών περιστατικών, και η πειθαρχική διαδικασία μπορεί να επαναληφθεί υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις μετά από αμετάκλητες ποινικές αποφάσεις, ενώ ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών υποχρεούται να ενημερώνει την προϊσταμένη αρχή για ποινικές διώξεις και αποφάσεις που αφορούν υπαλλήλους.
- Άρθρο 117. Το Άρθρο 117 ορίζει τους πειθαρχικώς προϊσταμένους για υπαλλήλους κεντρικών και περιφερειακών υπηρεσιών, των ενόπλων δυνάμεων, των σωμάτων ασφαλείας, του λιμενικού σώματος, του Αγίου Όρους, ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (συμπεριλαμβανομένων της Ακαδημίας Αθηνών και των ΑΕΙ), καθώς και την πειθαρχική εξουσία του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης για συγκεκριμένα παραπτώματα, όπως ανάρμοστη συμπεριφορά προς τους πολίτες και παράλειψη ανάρτησης πράξεων.
- Άρθρο 118. Το Άρθρο 118 καθορίζει την αρμοδιότητα επιβολής πειθαρχικών ποινών από τους προϊσταμένους, επιτρέποντας σε όλους την έγγραφη επίπληξη και διακρίνοντας την αρμοδιότητα επιβολής προστίμου βάσει της θέσης και του βαθμού, με ανώτατα όρια που κυμαίνονται από το 1/4 έως και τις αποδοχές τριών μηνών, ενώ ορίζει ότι η αρμοδιότητα είναι αμεταβίβαστη εκτός αντίθετης διάταξης νόμου.
- Άρθρο 119. Το Άρθρο 119 ορίζει ότι τα διοικητικά συμβούλια νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου μπορούν να επιβάλουν ποινές έγγραφης επίπληξης και προστίμου έως τριών (3) μηνών αποδοχών, ενώ η παράγραφος 4 του άρθρου 117 παραπέμπει στο πειθαρχικό συμβούλιο του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης.
- Άρθρο 120. Το Άρθρο 120 του ΦΕΚ καθορίζει την αρμοδιότητα των πειθαρχικών συμβουλίων, επιτρέποντάς τους να επιβάλουν οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή και να κρίνουν σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό, ενώ το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο είναι αρμόδιο για τους ανώτατους υπαλλήλους του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ. σε πρώτο και τελευταίο βαθμό. Συγκρούσεις αρμοδιότητας αίρονται από τον πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
- Άρθρο 121. Το Άρθρο 121 του ΦΕΚ καθορίζει τη διαδικασία ενιαίας κρίσης υπαλλήλων που διώκονται για το ίδιο ή συναφή πειθαρχικά παραπτώματα, ορίζοντας ως αρμόδιο όργανο τον ιεραρχικώς ανώτερο ή αυτόν που έχει επιληφθεί πρώτος, ή το πειθαρχικό συμβούλιο σε περίπτωση διαφορετικών οργάνων. Το Άρθρο 122, στο Κεφάλαιο Α' της Πειθαρχικής Διαδικασίας, ορίζει ότι η πειθαρχική δίωξη ξεκινά με την κλήση του υπαλλήλου σε απολογία ή την παραπομπή του στο πειθαρχικό συμβούλιο.
- Άρθρο 122. Το Άρθρο 122 ορίζει ότι η πειθαρχική δίωξη υπαλλήλου ξεκινά με κλήση σε απολογία ή παραπομπή σε πειθαρχικό συμβούλιο, με προθεσμία ολοκλήρωσης δύο μηνών από την κλήση σε απολογία ή τεσσάρων μηνών από την παραπομπή στο συμβούλιο. Η υπαίτια παράβαση αυτών των προθεσμιών αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα για τα μέλη του πειθαρχικού συμβουλίου, το οποίο εκδικάζεται από το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο.
- Άρθρο 123. Το Άρθρο 123 του ΦΕΚ ορίζει ότι ο Υπουργός ή το διοικητικό συμβούλιο νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου παραπέμπει πειθαρχικές υποθέσεις στο πειθαρχικό συμβούλιο όταν το παράπτωμα τιμωρείται με ποινή μεγαλύτερη της αρμοδιότητάς του, ή όταν υπάρχει αιτιολογημένη πρόταση αρμόδιας υπηρεσίας, ενώ το Άρθρο 124 περιγράφει τη διαδικασία παραπομπής, απαιτώντας ακριβή προσδιορισμό των περιστατικών και του διωκόμενου υπαλλήλου, και επιτρέποντας την κλήση και άλλων υπαλλήλων σε απολογία.
- Άρθρο 125. Το Άρθρο 125 ορίζει την προκαταρκτική εξέταση ως την άτυπη συλλογή στοιχείων για τη διαπίστωση πειθαρχικού παραπτώματος και των συνθηκών τέλεσής του, η οποία μπορεί να ενεργηθεί ή να διαταχθεί από τον πειθαρχικώς προϊστάμενο του υπαλλήλου και πρέπει να περατώνεται εντός μηνός από τη γνώση των περιστατικών.
- Άρθρο 126. Το Άρθρο 126 ορίζει ότι η Ένορκη Διοικητική Εξέταση (Ε.Δ.Ε.) διατάσσεται από πειθαρχικώς προϊστάμενο όταν υπάρχουν σοβαρές υπόνοιες για πειθαρχικό παράπτωμα, ενεργείται από μόνιμο υπάλληλο τουλάχιστον βαθμού Γ' εντός δύο (2) μηνών (με δυνατότητα παράτασης ενός μήνα) και ολοκληρώνεται με αιτιολογημένη έκθεση που, αν διαπιστώσει παράπτωμα, οδηγεί σε άσκηση πειθαρχικής δίωξης.
- Άρθρο 127. Το Άρθρο 127 ορίζει τη διεξαγωγή πειθαρχικής ανάκρισης, η οποία είναι υποχρεωτική εκτός από συγκεκριμένες εξαιρέσεις όπως η ομολογία ή η σύλληψη επ' αυτοφώρω, και ανατίθεται σε υπάλληλο τουλάχιστον ομοιόβαθμο του διωκομένου ή σε υπάλληλο του εποπτεύοντος Υπουργείου ελλείψει επαρκών υπαλλήλων. Απαγορεύεται η ανάκριση από πρόσωπα που εμπλέκονται άμεσα στο παράπτωμα, έχουν εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, έχουν διενεργήσει ΕΔΕ ή έχουν ασκήσει πειθαρχική δίωξη, ενώ ο εγκαλούμενος μπορεί να ζητήσει εξαίρεση εντός τριών (3) ημερών. Η ανάκριση είναι μυστική, περατώνεται εντός μηνός με δυνατότητα παράτασης ενός (1) μηνός, και μπορεί να επεκταθεί σε άλλα παραπτώματα του ίδιου υπαλλήλου.
- Άρθρο 127 π. Το Άρθρο 127 παράγραφος 1 του παρόντος, όταν κρίνει ότι η υπόθεση είναι ώριμη, την εισάγει στο πειθαρχικό συμβούλιο για να αποφασίσει την κλήση σε απολογία του διωκόμενου υπαλλήλου ή την απαλλαγή του. Σύμφωνα με το Άρθρο 134 παράγραφος 1, δεν επιβάλλεται πειθαρχική ποινή εάν ο υπάλληλος δεν κληθεί προηγουμένως σε απολογία.
- Άρθρο 128. Το Άρθρο 128 του ΦΕΚ ορίζει ότι καθήκοντα γραμματέα ανακριτικής πράξης εκτελεί υπάλληλος που ορίζεται από τον ανακριτή, και αναφέρει ως ανακριτικές πράξεις την αυτοψία, την εξέταση μαρτύρων, την πραγματογνωμοσύνη και την εξέταση του διωκομένου, ενώ απαγορεύει την εξέταση θεμάτων που καλύπτονται από απόρρητο υπηρεσίας ή επαγγελματικό απόρρητο, εκτός αν υπάρχει συμφωνία της αρμόδιας Αρχής.
- Άρθρο 129. Το Άρθρο 129 ορίζει ότι η αυτοψία διενεργείται αυτοπροσώπως από τον πειθαρχικό ανακριτή με την παρουσία γραμματέα, και ότι η αυτοψία δημόσιων εγγράφων ή ιδιωτικών εγγράφων που έχουν κατατεθεί σε δημόσια αρχή γίνεται στο γραφείο φύλαξής τους, ενώ έγγραφα που κατέχονται από ιδιώτη παραδίδονται στον ανακριτή και επιστρέφονται μετά το τέλος της διαδικασίας, με δυνατότητα χορήγησης ατελώς απόδειξης παραλαβής και επίσημου αντιγράφου.
- Άρθρο 130. Το Άρθρο 130 του εγγράφου ΦΕΚ ορίζει ότι οι μάρτυρες εξετάζονται ενόρκως σύμφωνα με τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ενώ η μη εμφάνιση ή άρνηση κατάθεσης χωρίς εύλογη αιτία (όπως η συγγένεια) συνιστά πλημμέλημα και πειθαρχικό παράπτωμα για υπαλλήλους. Ο διωκόμενος έχει το δικαίωμα να ζητήσει εγγράφως την εξέταση τουλάχιστον πέντε μαρτύρων, και σε περίπτωση που η ένορκη διοικητική εξέταση δεν αφορούσε συγκεκριμένο πρόσωπο, το πειθαρχικό συμβούλιο οφείλει να διενεργήσει συμπληρωματική ανάκριση.
- Άρθρο 131. Το Άρθρο 131 ορίζει ότι πραγματογνώμονες μπορούν να είναι δημόσιοι υπάλληλοι, υπάλληλοι ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, καθώς και αξιωματικοί των ενόπλων δυνάμεων, των σωμάτων ασφαλείας και του λιμενικού σώματος, οι οποίοι οφείλουν να ορκιστούν πριν από τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης.
- Άρθρο 132. Το Άρθρο 132 του ΦΕΚ ορίζει ότι οι πραγματογνώμονες ορκίζονται πριν από τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, ενώ κατά τη διάρκεια της πειθαρχικής ανάκρισης, ο διωκόμενος υπάλληλος καλείται υποχρεωτικά για εξέταση ανωμοτί, με δυνατότητα παράστασης δικηγόρου, και η μη προσέλευσή του δεν εμποδίζει την πρόοδο της ανάκρισης. Το Άρθρο 133 αναφέρει ότι μετά την ανάκριση, ο πρόεδρος του πειθαρχικού συμβουλίου ορίζει εισηγητή για την υπόθεση.
- Άρθρο 133. Το Άρθρο 133 του ΦΕΚ ορίζει ότι ο πρόεδρος του πειθαρχικού συμβουλίου, αφού λάβει το πόρισμα της πειθαρχικής ανάκρισης ή κρίνει την υπόθεση ώριμη για συζήτηση (εφόσον δεν έγινε ανάκριση σύμφωνα με το άρθρο 127 παρ. 1), εισάγει την υπόθεση στο συμβούλιο για να αποφασιστεί η κλήση του υπαλλήλου σε απολογία ή η απαλλαγή του.
- Άρθρο 134. Το Άρθρο 134 του ΦΕΚ ορίζει ότι δεν επιβάλλεται πειθαρχική ποινή χωρίς προηγούμενη κλήση σε απολογία, η οποία πρέπει να περιλαμβάνει το αποδιδόμενο παράπτωμα και εύλογη προθεσμία (τουλάχιστον 2 ημέρες για πειθαρχικώς προϊστάμενο, 3 ημέρες για συμβούλιο), με δυνατότητα παράτασης έως το τριπλάσιο της αρχικής προθεσμίας κατόπιν αιτιολογημένης αίτησης. Η παράλειψη κλήσης σε απολογία καλύπτεται από έγγραφη απολογία, και σε περίπτωση παραπομπής σε ανώτερο όργανο δεν απαιτείται νέα κλήση. Το Άρθρο 135 ορίζει ότι η απολογία υποβάλλεται εγγράφως, με δυνατότητα προφορικής συμπλήρωσης ενώπιον συλλογικού οργάνου.
- Άρθρο 134 τ. Το Άρθρο 134 τ ορίζει ότι εάν ο υπάλληλος που διενεργεί προκαταρκτική εξέταση κρίνει ότι έχει διαπραχθεί πειθαρχικό παράπτωμα, καλεί τον υπάλληλο σε απολογία σύμφωνα με το άρθρο 134, ενώ εάν κρίνει ότι δικαιολογείται βαρύτερη ποινή, ενεργεί σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 118, ή διατάσσει ένορκη διοικητική εξέταση εάν απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση.
- Άρθρο 135. Το Άρθρο 135 του ΦΕΚ ορίζει ότι ο διωκόμενος σε πειθαρχική διαδικασία έχει δικαίωμα προφορικής συμπληρωματικής απολογίας, πρόσβασης και αντιγράφων του φακέλου της υπόθεσης, καθώς και άδειας αν δεν υπηρετεί στην έδρα του οργάνου που τον καλεί. Επίσης, μπορεί να ζητήσει εύλογη προθεσμία για την υποβολή εγγράφων, η οποία εναπόκειται στην κρίση του οργάνου. Το Άρθρο 136 αναφέρει ότι μετά την απολογία ή την παρέλευση της προθεσμίας, ο πρόεδρος του πειθαρχικού συμβουλίου ορίζει την ημέρα συζήτησης της υπόθεσης.
- Άρθρο 136. Το Άρθρο 136 ορίζει ότι ο διωκόμενος υπάλληλος ενημερώνεται για την ημέρα, ώρα και τόπο της συνεδρίασης του πειθαρχικού συμβουλίου τουλάχιστον τέσσερις (4) πλήρεις ημέρες νωρίτερα και έχει το δικαίωμα να παραστεί αυτοπροσώπως ή με δικηγόρο, αν και η απουσία του δεν εμποδίζει τη διαδικασία.
- Άρθρο 137. Το Άρθρο 137 του εγγράφου ΦΕΚ αφορά τα κωλύματα και την εξαίρεση μελών πειθαρχικού συμβουλίου, ορίζοντας ότι μέλη που έχουν διενεργήσει ανάκριση ή δεν δικαιούνται να την διεξάγουν κωλύονται να συμμετέχουν, ενώ ο διωκόμενος μπορεί να ζητήσει εξαίρεση μελών εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, με το συμβούλιο να αποφασίζει αιτιολογημένα. Επιπλέον, το Άρθρο 138 καθορίζει ότι η κλήση σε απολογία και κάθε ειδοποίηση του διωκομένου επιδίδονται προσωπικά ή στην δηλωμένη κατοικία του.
- Άρθρο 138. Το Άρθρο 138 περιγράφει τη διαδικασία επίδοσης εγγράφων σε υπαλλήλους, επιτρέποντας την επίδοση σε συνοικούντα ή την τοιχοκόλληση στο κατάστημα της υπηρεσίας σε περίπτωση αγνώστου διαμονής, ενώ το Άρθρο 139 ορίζει ότι το πειθαρχικό όργανο εκτιμά ελεύθερα τις αποδείξεις, μπορεί να λάβει υπόψη αποδεικτικά στοιχεία από άλλες νόμιμες διαδικασίες εφόσον ο διωκόμενος έχει λάβει γνώση τους, και η πειθαρχική κρίση πρέπει να βασίζεται σε αποδεδειγμένα γεγονότα και να είναι αιτιολογημένη.
- Άρθρο 138 σ. Το Άρθρο 138 σ ορίζει ότι η απουσία του διωκομένου δεν εμποδίζει την πρόοδο της πειθαρχικής διαδικασίας, επιτρέποντας στο πειθαρχικό συμβούλιο να διατάξει συμπληρωματική ανάκριση αν τα αποδεικτικά στοιχεία κριθούν ανεπαρκή, ενώ παράλληλα υποχρεώνει την υπηρεσία του διωκομένου να του χορηγεί άδεια για να παραστεί κατά την εκδίκαση της υπόθεσής του.
- Άρθρο 140. Το Άρθρο 140 του ΦΕΚ καθορίζει τη διατύπωση, το περιεχόμενο και την κοινοποίηση της πειθαρχικής απόφασης, η οποία πρέπει να είναι εγγράφως αιτιολογημένη και να βασίζεται σε αποδεδειγμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ επιτρέπει την ανάκλησή της μόνο σε περίπτωση πρόδηλης παρανομίας εντός προθεσμίας 60 ημερών.
- Άρθρο 141. Το Άρθρο 141 του ΦΕΚ ορίζει ότι οι αποφάσεις των πειθαρχικώς προϊσταμένων, εκτός από αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 142 παράγραφος 2 περίπτωση α΄ και τις αποφάσεις συλλογικών οργάνων του άρθρου 119, μπορούν να προσβληθούν με ένσταση ενώπιον του αρμόδιου πειθαρχικού συμβουλίου.
- Άρθρο 142. Το Άρθρο 142 περιγράφει τις διαδικασίες προσφυγής κατά πειθαρχικών αποφάσεων, ορίζοντας ότι οι μόνιμοι υπάλληλοι μπορούν να προσφύγουν στο Συμβούλιο της Επικρατείας κατά αποφάσεων του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου που επιβάλλουν υποβιβασμό ή οριστική παύση, ενώ ενώπιον του διοικητικού εφετείου κατά άλλων αποφάσεων, με συγκεκριμένες εξαιρέσεις και προθεσμίες. Επίσης, ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης μπορεί να προσφύγει στο Συμβούλιο της Επικρατείας κατά αποφάσεων του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου που επιβάλλουν προσωρινή παύση ή υποβιβασμό, με αίτημα την επιβολή οριστικής παύσης.
- Άρθρο 142 π. Το Άρθρο 142 π ορίζει τη διαδικασία ένστασης κατά πειθαρχικών αποφάσεων, επιτρέποντας στον υπάλληλο ή σε αρμόδιους προϊσταμένους να ασκήσουν ένσταση εντός τριάντα (30) ημερών (παρατεινόμενων για όσους διαμένουν στο εξωτερικό) ενώπιον του αρμόδιου πειθαρχικού συμβουλίου ή του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, με συγκεκριμένες προϋποθέσεις για την επιβολή ποινών προστίμου αποδοχών από ένα (1) έως τέσσερις (4) μήνες και άνω, καθώς και για την άσκηση ένστασης υπέρ της διοίκησης.
- Άρθρο 143. Το Άρθρο 143 του ΦΕΚ ορίζει ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας ή το διοικητικό εφετείο δεν μπορούν να χειροτερεύουν τη θέση του υπαλλήλου σε περίπτωση προσφυγής του, ενώ παράλληλα επιτρέπει την επανάληψη της πειθαρχικής διαδικασίας εντός ενός έτους από τη δημοσίευση ποινικής απόφασης, με δυνατότητα επιβολής ανώτερης ή ελαφρότερης ποινής ή απαλλαγής, καθώς και βαθμολογικής/μισθολογικής αποκατάστασης.
- Άρθρο 145. Το Άρθρο 145 του Υπαλληλικού Κώδικα, όπως αντικαθίσταται, ορίζει τη διαγραφή πειθαρχικών ποινών: η επίπληξη διαγράφεται μετά από 3 έτη, το πρόστιμο μετά από 8 έτη, και άλλες ποινές (εκτός οριστικής/προσωρινής παύσης και υποβιβασμού) μετά από 10 έτη, εφόσον δεν υπάρξουν νέες ποινές στο διάστημα αυτό, με τον χρόνο υπολογισμό να ξεκινά από την εκτέλεση της ποινής. Επιπλέον, σε περίπτωση αθώωσης υπαλλήλου, αναρτάται περίληψη της απόφασης στο διαδίκτυο ή δημοσιοποιείται με άλλο τρόπο.
- Άρθρο 146. Το Άρθρο 146Α του ΦΕΚ αφορά τη συγκρότηση και λειτουργία του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, το οποίο αποτελείται από έναν Αντιπρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ως Πρόεδρο. Το Άρθρο 146, παράγραφος 2, ορίζει ότι ο πειθαρχικός φάκελος ποινής που διαγράφεται αφαιρείται από το προσωπικό μητρώο του υπαλλήλου και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για μελλοντικές κρίσεις.
- Άρθρο 146Α. Το Άρθρο 146Α περιγράφει τη σύνθεση και τη λειτουργία του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, το οποίο αποτελείται από τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, τέσσερις Νομικούς Συμβούλους του Κράτους, δύο προϊσταμένους γενικών διευθύνσεων του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, και τον προϊστάμενο της αρμόδιας γενικής διεύθυνσης προσωπικού του Υπουργείου στο οποίο υπάγεται η υπηρεσία. Το Συμβούλιο λειτουργεί σε δύο τμήματα, με μέλη που ορίζονται για διετή θητεία από τον Υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, και τα τακτικά μέλη των περιπτώσεων α' και β' της παραγράφου 1 είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης.
- Άρθρο 146Β. Το Άρθρο 146Β του ΦΕΚ ορίζει τη σύσταση, συγκρότηση και λειτουργία πειθαρχικών συμβουλίων στα Υπουργεία, Αποκεντρωμένες Διοικήσεις, Περιφέρειες ή Ν.Π.Δ.Δ., τα οποία είναι τριμερή και αποτελούνται από δικαστικούς λειτουργούς και μόνιμους υπαλλήλους, με θητεία δύο ετών που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου, ενώ η αποζημίωση των μελών καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών.
- Άρθρο 163 τ. Το Άρθρο 163 τ, παράγραφος 4, καταργεί διατάξεις που αντιβαίνουν στον παρόντα νόμο, ενώ το Άρθρο ένατο, παράγραφοι 1-6, ρυθμίζει την επανατοποθέτηση προϊσταμένων μετά από κατάργηση ή συγχώνευση οργανικών μονάδων επιπέδου Γενικής Διεύθυνσης έως Τμήματος, βάσει μοριοδότησης και τυπικών προσόντων, αποκλειστικά για τις ανάγκες του άρθρου 35 του ν. 4024/2011. Οι παράγραφοι 7-11 τροποποιούν διατάξεις του ν. 3528/2007 και του ν. 3839/2010 σχετικά με τα προσόντα (βαθμό και κατηγορίες) των αιρετών εκπροσώπων των εργαζομένων στα υπηρεσιακά συμβούλια.
- Άρθρο 202 τ. Το Άρθρο 202 τ του ΦΕΚ ορίζει τη σύσταση Πρωτοβάθμιων Πειθαρχικών Συμβουλίων σε κάθε περιφερειακή διεύθυνση εκπαίδευσης, αρμοδιότητας του Υπουργείου Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων (Υπ.Π.ΔΒΜ.Θ.), με το πρώτο τμήμα να είναι αρμόδιο για εκπαιδευτικούς πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, μέλη Ε.Ε.Π. και Ε.Β.Π., καθώς και ιδιοκτήτες και στελέχη ιδιωτικών σχολείων, ενώ το δεύτερο τμήμα αφορά διοικητικό και Ε.Τ.Ε.Π. προσωπικό των Α.Ε.Ι.
- Άρθρο 279 τ. Το άρθρο 279 τ του ΦΕΚ τροποποιεί τις διατάξεις του ν. 2190/1994 σχετικά με την κατάταξη υποψηφίων σε πίνακες για θέσεις του Δημοσίου, δίνοντας προτεραιότητα σε μόνιμους κατοίκους συγκεκριμένων περιοχών και καθορίζοντας μονάδες για χρόνο ανεργίας (200 για τους πρώτους 4 μήνες, 75 ανά μήνα επιπλέον, έως 12 μήνες), αριθμό τέκνων πολύτεκνης οικογένειας (50 ανά τέκνο/μέλος), αριθμό ανήλικων τέκνων (30 για τα δύο πρώτα, 50 για το τρίτο), μονογονεϊκές οικογένειες (50 ανά τέκνο/μέλος), βαθμό τίτλου σπουδών (πολλαπλασιασμός με 40 για ΠΕ/ΤΕ και 20 για ΔΕ) και εμπειρία (7 μονάδες ανά μήνα έως 60 μήνες).
- Άρθρο preamble. Το άρθρο πρώτο του Νόμου 4057 αντικαθιστά το Κεφάλαιο ΣΤ' του Μέρους Δ' του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007, Α' 26), ορίζοντας πλέον την "Αργία-Αναστολή Άσκησης Καθηκόντων".
Πρόσφατες αναφορές
- Τροποποίηση: Νόμος 5149 — ΦΕΚ Α' 169/2024 (άρθρο 24)
Ο Νόμος 5149/2024 του Εθνικού Τυπογραφείου αφορά την επιτάχυνση των προσλήψεων στο δημόσιο τομέα, την ενίσχυση της εντοπιότητας και την πλήρωση θέσεων ατόμων με αναπηρία. Ρυθμίζει τη διαδικασία προσλήψεων μέσω του Α.Σ.Ε.Π., την αξιοποίηση ψηφιακών τεχνολογιών, τη μοριοδότηση υποψηφίων και τη μετονομασία του Ο.Α.Ε.Δ. σε Δ.ΥΠ.Α. Επίσης, τροποποιεί διατάξεις του Ν. 4765/2021 και άλλων νόμων σχετικά με τις προθεσμίες διορισμού, την υποβολή δικαιολογητικών, την αξιολόγηση προσωπικού και την κάλυψη θέσεων σε φορείς όπως η Α.Α.Δ.Ε. Ο νόμος επηρεάζει το Α.Σ.Ε.Π., τους υποψήφιους προς πρόσληψη, τους φορείς του δημοσίου τομέα και τα άτομα με αναπηρία. Συγκεκριμένα, προβλέπει την κάλυψη θέσεων από επιτυχόντες του πανελλήνιου γραπτού διαγωνισμού 2Γ/2022 του Α.Σ.Ε.Π. για τα έτη 2022-2025 και καθορίζει νέες προθεσμίες για διορισμούς και αναλήψεις υπηρεσίας. - Κατάργηση: Νόμος 4957 — ΦΕΚ Α' 141/2022 (άρθρο 393)
Το έγγραφο είναι ο Νόμος υπ' αριθ. 4957, που αφορά την οργάνωση και λειτουργία των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.) στην Ελλάδα. Ρυθμίζει θέματα όπως η διοίκηση, η ακαδημαϊκή δομή, η διαδικασία ίδρυσης και λειτουργίας τμημάτων και προγραμμάτων σπουδών, καθώς και η υποστήριξη φοιτητών και προσωπικού. Ο νόμος απευθύνεται κυρίως σε φορείς όπως τα Α.Ε.Ι., το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, καθώς και σε εκπαιδευτικούς και φοιτητές. - Τροποποίηση: Νόμος 4823 — ΦΕΚ Α' 136/2021 (άρθρο 52)
Το έγγραφο είναι ο Νόμος υπ' αριθμ. 4823, που αφορά την αναβάθμιση του σχολείου και την ενδυνάμωση των εκπαιδευτικών. Ρυθμίζει θέματα σχετικά με τις δομές και τα στελέχη της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και των στελεχών, καθώς και την αυτονομία των σχολικών μονάδων. Οι βασικοί φορείς που αφορά είναι το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, οι εκπαιδευτικοί και οι σχολικές μονάδες. - Τροποποίηση: Νόμος 4674 — ΦΕΚ Α' 53/2020
Ο Νόμος 4674/2020 του Ελληνικού Κοινοβουλίου τροποποιεί διατάξεις που αφορούν την Τοπική Αυτοδιοίκηση, τη σύσταση και λειτουργία Αναπτυξιακών Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΑΟΤΑ), τη συνεργασία φορέων, τη διαχείριση δημοσίων έργων και μελετών, καθώς και θέματα προσωπικού και διοικητικής υποστήριξης των ΟΤΑ. Επίσης, ρυθμίζει ζητήματα σχετικά με την προστασία του οπτικοακουστικού υλικού εθνικής μνήμης, τη χορήγηση μειωμένου ωραρίου σε εργαζόμενους με σοβαρές παθήσεις, τη δημιουργία Μητρώου Δεδομένων Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τη χωροθέτηση συνοριακών σταθμών, την ανέγερση δημόσιων κτιρίων, τις υπαίθριες διαφημίσεις και τη διαγραφή οφειλών προς ΟΤΑ. Σημαντικοί φορείς που αφορά ο νόμος είναι οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) α' και β' βαθμού, οι Περιφέρειες, οι Δήμοι, οι Αποκεντρωμένες Διοικήσεις, καθώς και διάφορα Υπουργεία και δημόσιοι φορείς. - Τροποποίηση: Νόμος 4610 — ΦΕΚ Α' 70/2019
Ακολουθεί μια σύνοψη του εγγράφου:
Το ΦΕΚ 4610 είναι ένας Νόμος που αφορά τη συνέργεια Πανεπιστημίων και Τ.Ε.Ι., την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, πειραματικά σχολεία, Γενικά Αρχεία του Κράτους και λοιπές διατάξεις. Κύρια θέματα που ρυθμίζει είναι η οργάνωση και λειτουργία του Διεθνούς Πανεπιστημίου της Ελλάδος (ΔΙ.ΠΑ.Ε.), η ίδρυση νέων Σχολών και Τμημάτων εντός του ΔΙ.ΠΑ.Ε., καθώς και η σύσταση και λειτουργία του Πανεπιστημιακού Κέντρου Διεθνών Προγραμμάτων Σπουδών. Οι βασικοί φορείς που αφορά είναι το Διεθνές Πανεπιστήμιο της Ελλάδος, η Σύγκλητος και οι Συνελεύσεις των Τμημάτων, καθώς και το Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων.
- Τροποποίηση: Νόμος 4512 — ΦΕΚ Α' 5/2018
Ακολουθεί μια σύνοψη του εγγράφου:
Ο Νόμος 4512 αφορά ρυθμίσεις για την εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής. Κύριο θέμα του είναι η σύσταση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) "Ελληνικό Κτηματολόγιο", το οποίο αναλαμβάνει τις αρμοδιότητες της καταργούμενης ΕΚΧΑ Α.Ε. και των Υποθηκοφυλακείων. Ο σκοπός του νέου φορέα είναι η διασφάλιση της αξιοπιστίας, δημοσιότητας και διαθεσιμότητας των χωρικών και νομικών δεδομένων για την ακίνητη ιδιοκτησία. Ο νόμος καθορίζει επίσης τα όργανα διοίκησης του "Ελληνικού Κτηματολογίου", όπως το Διοικητικό Συμβούλιο και τον Γενικό Διευθυντή, καθώς και τις αρμοδιότητές τους. Οι βασικοί φορείς που αφορά ο νόμος είναι το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρω
- Τροποποίηση: Νόμος 4483 — ΦΕΚ Α' 107/2017 (άρθρο 91)
Ο Νόμος 4483/2017 του ΦΕΚ 107 Τεύχος Α' 2017 ρυθμίζει τη λειτουργία των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης (Δ.Ε.Υ.Α.), ορίζοντας τον χαρακτήρα τους ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου κοινωφελούς και μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα. Ο νόμος τροποποιεί διατάξεις για τη σύνθεση και λειτουργία των διοικητικών συμβουλίων, τους πόρους των Δ.Ε.Υ.Α., τη διαχείριση οφειλών προς τους δήμους, καθώς και τη διαδικασία πρόσληψης και αρμοδιοτήτων του Γενικού Διευθυντή. Επίσης, περιλαμβάνει διατάξεις για τη μεταφορά αρμοδιοτήτων ασφάλισης, τη δωρεά χρημάτων για αντιμετώπιση συνεπειών σεισμού στην Κω, την πρόσληψη προσωπικού από το Εθνικό Κτηματολόγιο, τη λειτουργία αναπτυξιακών εταιρειών Ο.Τ.Α., και τη μεταφορά συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων στους Ο.Τ.Α. α' βαθμού. Τέλος, ο νόμος αφορά τους Ο.Τ.Α., τις Δ.Ε.Υ.Α., το Υπουργείο Εσωτερικών, το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, και άλλους φορείς που σχετίζονται με την παροχή υπηρεσιών ύδρευσης, αποχέτευσης και άλλων κοινωφελών έργων. - Τροποποίηση: Νόμος 4456 — ΦΕΚ Α' 24/2017
Ο Νόμος 4456/2017 του Ελληνικού Κοινοβουλίου θεσπίζει συμπληρωματικά μέτρα για την εφαρμογή του ευρωπαϊκού κανονισμού για τα πολιτικά κόμματα και τα ιδρύματά τους, ορίζοντας τη Διεύθυνση Εκλογών του Υπουργείου Εσωτερικών ως αρμόδια αρχή. Ρυθμίζει τη συγκρότηση επιτροπών, τη μεταφορά οργανικών θέσεων υπαλλήλων μεταξύ υπουργείων, τη διαδικασία γνωστοποίησης πρόθεσης εγγραφής ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων στην Ελλάδα και τη μετατροπή άμισθων υποθηκοφυλακείων σε έμμισθα. Επίσης, καθορίζει τη θητεία και τις προϋποθέσεις για μέλη διοικητικών οργάνων, τις υποχρεώσεις γνωστοποίησης τραπεζικών λογαριασμών και υπευθύνων οικονομικής διαχείρισης, καθώς και τις κυρώσεις για παραβάσεις, που μπορεί να φτάσουν έως 150.000 ευρώ. Τέλος, ο νόμος αναδιαρθρώνει υπηρεσίες, τροποποιεί αρμοδιότητες και διαδικασίες σε διάφορους τομείς, όπως η ιθαγένεια, οι πολεοδομικές επιτροπές και η στεγαστική αποκατάσταση παλιννοστούντων ομογενών. - Κατάργηση: Νόμος 4440 — ΦΕΚ Α' 224/2016
Ο Νόμος 4440/2016 του Εθνικού Τυπογραφείου καθιερώνει το Ενιαίο Σύστημα Κινητικότητας (ΕΣΚ) για πολιτικούς διοικητικούς υπαλλήλους, με σκοπό τη βέλτιστη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και τη διευκόλυνση της επαγγελματικής ανάπτυξης μέσω μετατάξεων ή αποσπάσεων. Το σύστημα διέπεται από τις αρχές της ισότητας, της διαφάνειας και της αξιοκρατίας, είναι εθελούσιο και δημοσιοποιημένο, ενώ οι μετακινήσεις γίνονται ως μετατάξεις σε κενές οργανικές θέσεις ή, κατ' εξαίρεση, ως αποσπάσεις έως 1 έτος. Για την εφαρμογή του ΕΣΚ συστήνεται επταμελής Κεντρική Επιτροπή Κινητικότητας στο Υπουργείο Διοικητικής Ανασυγκρότησης, η οποία συντονίζει και επιβλέπει την εφαρμογή του, ενώ η διαδικασία διενέργειας προγράμματος κινητικότητας πραγματοποιείται σε τρεις κύκλους ετησίως. Ο νόμος ρυθμίζει επίσης τις προϋποθέσεις συμμετοχής φορέων και υπαλλήλων, τη διαδικασία αξιολόγησης υποψηφίων, τις μετατάξεις και αποσπάσεις σε απομακρυσμένες περιοχές, την ενδοϋπουργική κινητικότητα, την αμοιβαία μετάταξη, τη… - Τροποποίηση: Νόμος 4420 — ΦΕΚ Α' 175/2016
Ο Νόμος 4420/2016 κυρώνει τη Συμφωνία μεταξύ της Ελλάδας και της Βουλγαρίας για τη Διασυνοριακή Αστυνομική Συνεργασία, η οποία υπογράφηκε στη Σόφια στις 9 Ιουνίου 2010. Η συμφωνία αυτή αποσκοπεί στην ενίσχυση της συνεργασίας για την καταπολέμηση του διασυνοριακού εγκλήματος και την πρόληψη απειλών για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια. Ο νόμος περιλαμβάνει διατάξεις για την ανταλλαγή πληροφοριών, τη διαδικασία διασυνοριακής καταδίωξης, την αστική ευθύνη των αρχών, καθώς και την έναρξη ισχύος της συμφωνίας. Επιπλέον, ο νόμος ρυθμίζει θέματα επανακατάταξης στην Ελληνική Αστυνομία και τροποποιεί διατάξεις σχετικά με την απόσπαση υπαλλήλων.
Σχετικοί νόμοι
Νομοθεσία του 2012
Επιστροφή στη λίστα νόμων