Νόμος 3691/2008 — Χρονολόγιο τροποποιήσεων

Ο Νόμος 3691/2008 του Προέδρου και της Βουλής ενισχύει το νομικό πλαίσιο για την πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, ενσωματώνοντας ευρωπαϊκές οδηγίες και αντικαθιστώντας προηγούμενες διατάξεις. Ο νόμος ορίζει ως δραστηριότητες ξεπλύματος χρήματος τις πράξεις μετατροπής, μεταβίβασης, απόκρυψης ή συγκάλυψης περιουσίας που προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες, καθώς και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Καθορίζει τους όρους "Περιουσία", "Πιστωτικό Ίδρυμα" και "Χρηματοπιστωτικός Οργανισμός", και απαριθμεί τα υπόχρεα πρόσωπα για την εφαρμογή των υποχρεώσεων του νόμου, όπως πιστωτικά ιδρύματα, χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, ορκωτούς ελεγκτές-λογιστές, φοροτεχνικούς συμβούλους, κτηματομεσίτες, επιχειρήσεις καζίνο, οίκους δημοπρασιών, εμπόρους αγαθών μεγάλης αξίας, συμβολαιογράφους και δικηγόρους. Ο νόμος συστήνει την "Επιτροπή καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας" και ορίζει το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών ως Κεντρική Συντονιστική Αρχή. Επίσης, καθορίζει τα μέτρα δέουσας επιμέλειας που πρέπει να εφαρμόζουν τα υπόχρεα πρόσωπα ως προς τους πελάτες τους, συμπεριλαμβανομένης της επαλήθευσης ταυτότητας, της συλλογής πληροφοριών και της συνεχούς εποπτείας των επιχειρηματικών σχέσεων, με ειδικές διατάξεις για συναλλαγές χωρίς φυσική παρουσία πελάτη, διασυνοριακές τραπεζικές σχέσεις και πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα. Τέ…

Άρθρα

  1. Άρθρο 1. Το Άρθρο 1 του νόμου, που εκδόθηκε από τον Πρόεδρο και ψηφίστηκε από τη Βουλή, αποσκοπεί στην ενίσχυση του νομοθετικού πλαισίου για την πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, ενσωματώνοντας τις Οδηγίες 2005/60/ΕΚ και 2006/70/ΕΚ και αντικαθιστώντας σχετικές διατάξεις του ν. 2331/1995 (ΦΕΚ 173 Α΄).
  2. Άρθρο 2. Το Άρθρο 2 του νόμου 2331/1995 (ΦΕΚ 173 Α΄) ορίζει ως αντικείμενο την πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και την προστασία του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η ημερομηνία 5 Αυγούστου 2008 αναφέρεται στο έγγραφο.
  3. Άρθρο 2 τ. Το Άρθρο 2 τ του ΦΕΚ 210 Α΄ του ν. 3283/2004 ορίζει εξαιρέσεις από την επαλήθευση ταυτότητας για ασφαλιστικές συμβάσεις ζωής με ετήσιο ασφάλιστρο έως 1.000 ευρώ ή εφάπαξ 2.500 ευρώ, συνταξιοδοτικά προγράμματα εργαζομένων, συμβάσεις συνταξιοδοτικής ασφάλισης χωρίς ρήτρα εξαγοράς ή εγγύηση δανείου, και ηλεκτρονικό χρήμα με όρια 150 ευρώ για μη επαναφορτιζόμενα ή 2.500 ευρώ ετήσιων συναλλαγών για επαναφορτιζόμενα.
  4. Άρθρο 3. Το Άρθρο 3 ορίζει ως δραστηριότητες ξεπλύματος χρήματος τις πράξεις μετατροπής, μεταβίβασης, απόκρυψης ή συγκάλυψης περιουσίας που προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες, καθώς και τη σύσταση οργάνωσης για τη διάπραξή τους, ακόμη και αν αυτές έλαβαν χώρα σε άλλο κράτος, ενώ αναφέρεται και στη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας σύμφωνα με το άρθρο 187Α του Ποινικού Κώδικα.
  5. Άρθρο 4. Το Άρθρο 4 του νόμου ορίζει τους όρους "Περιουσία", "Πιστωτικό Ίδρυμα" και "Χρηματοπιστωτικός Οργανισμός". Η "Περιουσία" περιλαμβάνει περιουσιακά στοιχεία κάθε είδους, συμπεριλαμβανομένων των εσόδων, ενώ "Πιστωτικό Ίδρυμα" αναφέρεται σε επιχειρήσεις που δέχονται καταθέσεις και χορηγούν δάνεια, καθώς και σε ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος και υποκαταστήματα αλλοδαπών πιστωτικών ιδρυμάτων, συμπεριλαμβανομένων του Ταμείου Παρακαθηκών και Δανείων και της Τράπεζας της Ελλάδος. Ο "Χρηματοπιστωτικός Οργανισμός" περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα επιχειρήσεων, όπως εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης, πρακτορείς επιχειρηματικών απαιτήσεων, ανταλλακτήρια συναλλάγματος, εταιρείες παροχής πιστώσεων, ασφαλιστικές εταιρείες ζωής, επενδυτικές εταιρείες και ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές, καθώς και υποκαταστήματα…
  6. Άρθρο 5. Το Άρθρο 5 του ΦΕΚ ορίζει ως υπόχρεα πρόσωπα για τις υποχρεώσεις του νόμου, μεταξύ άλλων, πιστωτικά ιδρύματα, χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, ορκωτούς ελεγκτές-λογιστές, φοροτεχνικούς συμβούλους, κτηματομεσίτες, επιχειρήσεις καζίνο, οίκους δημοπρασιών, εμπόρους αγαθών μεγάλης αξίας άνω των 15.000 ευρώ, εκπλειστηριαστές, ενεχυροδανειστές, συμβολαιογράφους και δικηγόρους, καθώς και φυσικά και νομικά πρόσωπα που παρέχουν υπηρεσίες σε εταιρείες και trusts.
  7. Άρθρο 5 τ. Το Άρθρο 5 τ ορίζει ότι η εποπτεία των υπόχρεων προσώπων του άρθρου 5, συμπεριλαμβανομένου του ελέγχου και της επιβολής κυρώσεων (περιπτώσεις η΄, θ΄, ια΄ της παρ. 3 του άρθρου 6), ασκείται παράλληλα από την αρμόδια αρχή, τα ΠΕΚ, τα ΔΕΚ και τις ΔΟΥ. Για την επιβολή κυρώσεων της περίπτωσης ια΄, απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του Γενικού Διευθυντή Φορολογικών Ελέγχων, ενώ το Τμήμα προΐσταται υπάλληλος κατηγορίας ΠΕ, ΤΕ ή ΔΕ.
  8. Άρθρο 6. Το Άρθρο 6 ορίζει τις αρμόδιες αρχές για την εποπτεία των υπόχρεων προσώπων σύμφωνα με τον νόμο, οι οποίες περιλαμβάνουν την Τράπεζα της Ελλάδος (για πιστωτικά ιδρύματα, χρηματοδοτικές μισθώσεις, κ.α.), την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (για επενδυτικές εταιρείες), την Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (για ασφαλιστικές εταιρείες), την Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων (για ορκωτούς λογιστές), το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών (για εταιρείες κεφαλαίου, φοροτεχνικούς συμβούλους, κτηματομεσίτες, κ.α.), την Επιτροπή Εποπτείας και Ελέγχου Τυχερών Παιχνιδιών (για καζίνο, πρακτορεία), το Υπουργείο Δικαιοσύνης (για συμβολαιογράφους και δικηγόρους) και το Υπουργείο Ανάπτυξης.
  9. Άρθρο 6 τ. Το Άρθρο 6 τ ορίζει κυρώσεις για εταιρείες που παραβιάζουν κανονισμούς, περιλαμβάνοντας διοικητικά πρόστιμα από 30.000€ έως 3.000.000€ για εισηγμένες εταιρείες και από 20.000€ έως 2.000.000€ για άλλες, καθώς και αναστολή ή ανάκληση αδειών, απαγορεύσεις δραστηριοτήτων και αποκλεισμό από δημόσιες παροχές. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς είναι αρμόδια για τις εισηγμένες εταιρείες, ενώ για τις υπόλοιπες, οι κυρώσεις επιβάλλονται με κοινή απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και του αρμόδιου κατά περίπτωση Υπουργού.
  10. Άρθρο 7. Το Άρθρο 7 συστήνει την «Επιτροπή καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας», η οποία εδρεύει στην Αττική, εποπτεύεται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, και συγκροτείται από έναν Πρόεδρο (ανώτατο εισαγγελικό λειτουργό) και οκτώ μέλη με διετή θητεία, τα οποία προέρχονται από διάφορους φορείς όπως το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, το Υπουργείο Δικαιοσύνης, την Ελληνική Αστυνομία, την Τράπεζα της Ελλάδος, την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, την Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης και την Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων. Η Επιτροπή έχει αρμοδιότητα τη συγκέντρωση, διερεύνηση και αξιολόγηση πληροφοριών σχετικά με ύποπτες συναλλαγές και συνεργάζεται με αλλοδαπούς φορείς.
  11. Άρθρο 7 τ. Το Άρθρο 7 τ του ΦΕΚ ορίζει τους όρους για την "Επιτροπή" (Επιτροπή καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας), "Πρόσωπο", "Ηλεκτρονική Μεταφορά Κεφαλαίων", "Διασυνοριακή Μεταφορά Κεφαλαίων", "Χρηματοπιστωτικό τομέα", "Εικονική τράπεζα" και "Πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα", ενώ παράλληλα περιγράφει τις διαδικασίες ανταλλαγής εμπιστευτικών πληροφοριών μεταξύ της Επιτροπής, αρμόδιων αρχών, φορολογικών, τελωνειακών αρχών, ΥΠ.Ε.Ε., Ελληνικής Αστυνομίας, Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών και Λιμενικού Σώματος, καθώς και τη δυνατότητα διενέργειας κοινών ελέγχων.
  12. Άρθρο 8. Το Άρθρο 8 ορίζει το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών ως Κεντρική Συντονιστική Αρχή για την εφαρμογή του νόμου, την αξιολόγηση των μηχανισμών αντιμετώπισης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, τον συντονισμό των αρμόδιων αρχών και τη διεθνή εκπροσώπηση της χώρας. Οι αρμοδιότητές της περιλαμβάνουν την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των μέτρων, την ανάλυση εκθέσεων, την παρακολούθηση αναφορών ύποπτων συναλλαγών, την προώθηση της συνεργασίας μεταξύ αρχών και την εκπροσώπηση της χώρας σε διεθνείς οργανισμούς όπως η ΕΕ, το Moneyval και η FATF.
  13. Άρθρο 8 τ. Το Άρθρο 56 του νόμου αντικαθιστά το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του Άρθρου 13 του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ 314 Α΄), ορίζοντας ότι οι συμβάσεις εργασίας διέπονται από την εργατική νομοθεσία του ιδιωτικού τομέα και την απόφαση της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, παρακάμπτοντας τις ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, κανονισμούς εργασίας ή άλλες συμφωνίες, ιδίως όσον αφορά αποδοχές, ρεπό, άδειες, προσαυξήσεις, επιδόματα, παροχές και διαδικασίες προσλήψεων/απολύσεων.
  14. Άρθρο 9. Το Άρθρο 9 συστήνει στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών την "Επιτροπή Επεξεργασίας Στρατηγικής και Πολιτικών για την αντιμετώπιση του ξεπλύματος χρήματος και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας", η οποία θα αποτελείται από τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου ως Πρόεδρο και μέλη από διάφορα υπουργεία και φορείς, με σκοπό τον σχεδιασμό πολιτικών για την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και τη βελτίωση του εποπτικού πλαισίου.
  15. Άρθρο 10. Το Άρθρο 10 του ΦΕΚ ορίζει ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, συμπεριλαμβανομένης της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (ΥΠ.Ε.Ε.), καθώς και οι τελωνειακές και φορολογικές υπηρεσίες, θα λάβουν οργανωτικά μέτρα για την πρόληψη και καταστολή αδικημάτων που σχετίζονται με αγοραπωλησίες ακινήτων, διασυνοριακό και εσωτερικό εμπόριο, και τη χρήση εταιρειών, με σκοπό την εκτίμηση κινδύνου και την αυξημένη εποπτεία.
  16. Άρθρο 11. Το Άρθρο 11 του ΦΕΚ προβλέπει τη σύσταση του "Φορέα διαβούλευσης ιδιωτικού τομέα για την αντιμετώπιση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας", με Πρόεδρο τον γενικό γραμματέα της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών, ο οποίος θα έχει τριετή θητεία και έδρα τα γραφεία της Ένωσης. Ο Φορέας θα συνεργάζεται, θα ανταλλάσσει εμπειρία, θα παρέχει διευκρινιστικές οδηγίες, θα αναλύει πληροφορίες, θα συγκροτεί ομάδες εργασίας και θα διοργανώνει σεμινάρια για την αποτελεσματικότερη εκπλήρωση των υποχρεώσεων των υπόχρεων προσώπων.
  17. Άρθρο 12. Το Άρθρο 12 ορίζει ότι τα υπόχρεα πρόσωπα πρέπει να εφαρμόζουν μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη κατά τη σύναψη επιχειρηματικών σχέσεων, τη διενέργεια περιστασιακών συναλλαγών άνω των 15.000 ευρώ, όταν υπάρχει υπόνοια για αδικημάτων του άρθρου 2, ή όταν υπάρχουν αμφιβολίες για την ακρίβεια των στοιχείων ταυτοποίησης του πελάτη και του πραγματικού δικαιούχου.
  18. Άρθρο 13. Το Άρθρο 13 περιγράφει τα μέτρα συνήθους δέουσας επιμέλειας που πρέπει να εφαρμόζουν τα υπόχρεα πρόσωπα, τα οποία περιλαμβάνουν την πιστοποίηση και επαλήθευση της ταυτότητας του πελάτη και του πραγματικού δικαιούχου, τη συλλογή πληροφοριών για τον σκοπό της επιχειρηματικής σχέσης, την εξέταση ύποπτων συναλλαγών, και τη συνεχή εποπτεία της επιχειρηματικής σχέσης.
  19. Άρθρο 13 κ. Το Άρθρο 13 κ ορίζει ότι τα υπόχρεα πρόσωπα, όταν εκτιμούν αυξημένο κίνδυνο, οφείλουν να εφαρμόζουν τα μέτρα των άρθρων 20, 21 και 22, καθώς και να λαμβάνουν κάθε άλλο πρόσφορο μέτρο που αποφασίζει η αρμόδια αρχή τους για την αποτροπή αδικημάτων του άρθρου 2, συμπεριλαμβανομένης της εξέτασης του χαρτοφυλακίου του πελάτη, του πραγματικού δικαιούχου, του προσώπου για λογαριασμό του οποίου ενεργεί ο πελάτης, των συγγενών, συζύγων, συντρόφων και στενών συνεργατών τους τουλάχιστον κατά τα τρία τελευταία έτη.
  20. Άρθρο 14. Το Άρθρο 14 του ΦΕΚ καθορίζει τον χρόνο εφαρμογής της δέουσας επιμέλειας για την πιστοποίηση και επαλήθευση στοιχείων ταυτότητας πελατών και πραγματικών δικαιούχων, ορίζοντας ότι αυτή πραγματοποιείται πριν από τη σύναψη επιχειρηματικών σχέσεων ή τη διενέργεια συναλλαγών, με παρεκκλίσεις για περιπτώσεις μικρού κινδύνου ή για ασφαλιστικά προϊόντα ζωής, ενώ σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης, η συναλλαγή δεν εκτελείται και εξετάζεται η υποχρέωση αναφοράς στην Επιτροπή, εξαιρουμένων των δικηγόρων σε συγκεκριμένες νομικές δραστηριότητες.
  21. Άρθρο 15. Το Άρθρο 15 του ΦΕΚ απαγορεύει στα πιστωτικά ιδρύματα και τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς να τηρούν ανώνυμους, μυστικούς, μόνον αριθμημένους, με εικονικά ονόματα ή λογαριασμούς που δεν φέρουν το πλήρες όνομα του δικαιούχου τους, σύμφωνα με τα έγγραφα πιστοποίησης ταυτότητας.
  22. Άρθρο 16. Το Άρθρο 16 επιβάλλει στα καζίνο στην Ελλάδα να εξακριβώνουν την ταυτότητα των πελατών τους κατά την είσοδο και να εντοπίζουν ύποπτες περιπτώσεις που συνδέονται με παράνομα έσοδα ή εγκλήματα του άρθρου 2, εξετάζοντας ιδίως πελάτες με σημαντικά ποσά σε παίγνια χωρίς φαινομενική οικονομική επιφάνεια ή πελάτες που κερδίζουν σημαντικά ποσά με ενδείξεις εγκληματικής δραστηριότητας. Επιπλέον, τα καζίνο υποχρεούνται να τηρούν μητρώο πληρωμών κερδών και εξόφλησης μαρκών για τουλάχιστον πέντε έτη, με τα στοιχεία αυτά να είναι διαθέσιμα στην αρμόδια αρχή και την Επιτροπή, ενώ οι διατάξεις εφαρμόζονται και σε καζίνο πλοίων με ελληνική σημαία.
  23. Άρθρο 16 τ. Το Άρθρο 16 τ ορίζει ότι η προσφυγή σε Μεσολάβηση και Διαιτησία, σύμφωνα με το άρθρο 16 του ν. 1876/1990, απαιτεί κοινή απόφαση εργαζομένων και επιχείρησης, καθώς και τη σύμφωνη γνώμη της Διυπουργικής Επιτροπής Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών του άρθρου 10 του ν. 3429/2005. Οι διατάξεις του άρθρου τίθενται σε ισχύ από την κατάθεσή του στη Βουλή των Ελλήνων.
  24. Άρθρο 17. Το Άρθρο 17 του ΦΕΚ ορίζει την απλουστευμένη δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη, επιτρέποντας στα υπόχρεα πρόσωπα να μην εφαρμόζουν ορισμένες υποχρεώσεις επαλήθευσης ταυτότητας όταν ο πελάτης είναι πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικός οργανισμός από την ΕΕ ή τρίτη χώρα με ισοδύναμες υποχρεώσεις, ή εταιρείες των οποίων οι μετοχές είναι εισηγμένες σε οργανωμένες αγορές της ΕΕ.
  25. Άρθρο 18. Το Άρθρο 18 απαγορεύει στα υπόχρεα πρόσωπα να εφαρμόζουν την απλουστευμένη δέουσα επιμέλεια σε νομικά πρόσωπα που εδρεύουν σε τρίτες χώρες που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει κρίνει ως μη αξιόπιστες, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 40 της Οδηγίας 2005/60/ΕΚ.
  26. Άρθρο 19. Το Άρθρο 19 του νόμου ορίζει ότι τα υπόχρεα πρόσωπα πρέπει να εφαρμόζουν αυξημένα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, ανάλογα με τον εκτιμώμενο κίνδυνο, πέραν των μέτρων που προβλέπονται στο Άρθρο 13 και στην παράγραφο 1 του Άρθρου 14.
  27. Άρθρο 20. Το Άρθρο 20 του ΦΕΚ 3143 ορίζει μέτρα για τα υπόχρεα πρόσωπα ώστε να αντιμετωπίζουν τους κινδύνους που προκύπτουν από συναλλαγές χωρίς τη φυσική παρουσία του πελάτη, όπως η επαλήθευση ταυτότητας με πρόσθετα έγγραφα ή η πραγματοποίηση της πρώτης πληρωμής μέσω λογαριασμού σε πιστωτικό ίδρυμα της ΕΕ. Επίσης, τα υπόχρεα πρόσωπα πρέπει να εξετάζουν προϊόντα που ευνοούν την ανωνυμία και οι αρμόδιες αρχές να διασφαλίζουν την εφαρμογή διαδικασιών για την αντιμετώπιση κινδύνων από τεχνολογικές εξελίξεις και νέα χρηματοπιστωτικά προϊόντα.
  28. Άρθρο 21. Το Άρθρο 21 ορίζει τις υποχρεώσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων στις διασυνοριακές σχέσεις τραπεζικής ανταπόκρισης με ιδρύματα από τρίτες χώρες εκτός ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της συγκέντρωσης πληροφοριών, αξιολόγησης ελέγχων κατά της νομιμοποίησης εσόδων και χρηματοδότησης τρομοκρατίας, εξασφάλισης έγκρισης ανώτερων στελεχών, διευκρίνισης αρμοδιοτήτων και διασφάλισης ελέγχου ταυτότητας πελατών στους λογαριασμούς πλάγιας πρόσβασης, ενώ απαγορεύει τη σύναψη σχέσεων με εικονικές τράπεζες. Η Τράπεζα της Ελλάδος επιβλέπει τη συμμόρφωση και μπορεί να επεκτείνει αυτές τις υποχρεώσεις και σε σχέσεις εντός ΕΕ.
  29. Άρθρο 22. Το Άρθρο 22 του ΦΕΚ ορίζει τους όρους "Λογαριασμός πλάγιας πρόσβασης", "Υποπτη συναλλαγή ή δραστηριότητα", "Ασυνήθης συναλλαγή ή δραστηριότητα", "Επιχειρηματική σχέση" και "Πραγματικός δικαιούχος", ενώ παράλληλα αρχίζει να ορίζει τα "Πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα", συμπεριλαμβανομένων των αρχηγών κρατών.
  30. Άρθρο 23. Το Άρθρο 23 ορίζει ότι τα πιστωτικά ιδρύματα, οι εταιρείες επενδυτικών υπηρεσιών, οι εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων και οι ασφαλιστικές εταιρείες (ως προς τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές) που εδρεύουν σε κράτη μέλη της ΕΕ ή σε χώρες μέλη της FATF μπορούν να βασίζονται σε τρίτα μέρη για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων δέουσας επιμέλειας, αλλά η τελική ευθύνη παραμένει στον υπόχρεο, ο οποίος πρέπει να πιστοποιεί την ταυτότητα του πελάτη και του πραγματικού δικαιούχου.
  31. Άρθρο 23 δ. Το Άρθρο 23 δ, ως τμήμα του υπόχρεου προσώπου, ορίζει ότι οι αρμόδιες αρχές μπορούν να καθορίζουν λεπτομέρειες εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Ε΄, το οποίο αφορά υποχρεώσεις αναφοράς και απαγόρευση γνωστοποίησης.
  32. Άρθρο 23 τ. Το Άρθρο 23 τ περιγράφει τις αρμοδιότητες των εποπτικών αρχών, όπως η Τράπεζα της Ελλάδος, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης, η Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων και η Γενική Διεύθυνση Φορολογικών Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, για την ενημέρωση, εκπαίδευση, έλεγχο και επιβολή κυρώσεων σε υπόχρεα πρόσωπα σχετικά με τη συμμόρφωση προς την κοινοτική νομοθεσία και τις Συστάσεις της FATF, καθώς και για τη διαχείριση κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
  33. Άρθρο 24. Το Άρθρο 24 ορίζει ότι το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, ως Κεντρική Συντονιστική Αρχή, ενημερώνει τα άλλα κράτη-μέλη και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τρίτες χώρες που πληρούν προϋποθέσεις σύμφωνα με την Οδηγία 2005/60/ΕΚ, ενώ απαγορεύει στα υπόχρεα πρόσωπα να βασίζονται σε τρίτα μέρη από τρίτες χώρες για τις οποίες η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει εκδώσει σχετική απόφαση.
  34. Άρθρο 25. Το Άρθρο 25 του ΦΕΚ ορίζει ότι το Άρθρο 23 δεν εφαρμόζεται σε περιπτώσεις εξωτερικής ανάθεσης ή αντιπροσώπευσης, εφόσον ο πάροχος της εξωτερικής υπηρεσίας ή ο αντιπρόσωπος θεωρείται τμήμα του υπόχρεου προσώπου βάσει της συμβατικής ρύθμισης.
  35. Άρθρο 26. Το Άρθρο 26 ορίζει ότι τα υπόχρεα πρόσωπα και οι υπάλληλοί τους οφείλουν να ενημερώνουν αμελλητί την Επιτροπή για ύποπτες συναλλαγές σχετικά με νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, ενώ εξαιρεί συγκεκριμένες νομικές επαγγελματικές δραστηριότητες από αυτή την υποχρέωση. Επίσης, προβλέπει τη διαβίβαση πληροφοριών από υποκαταστήματα ελληνικών ιδρυμάτων στο εξωτερικό προς τις αρμόδιες αλλοδαπές αρχές και τη μητρική τους εταιρεία.
  36. Άρθρο 27. Το Άρθρο 27 ορίζει ότι τα υπόχρεα πρόσωπα πρέπει να αποφεύγουν συναλλαγές, δραστηριότητες ή υπηρεσίες που συνδέονται με αδικήματα του άρθρου 2, και αν αυτό δεν είναι εφικτό ή μπορεί να εμποδίσει τη δίωξη, πρέπει να ενημερώνουν την Επιτροπή.
  37. Άρθρο 28. Το Άρθρο 28 ορίζει την υποχρέωση των αρμόδιων αρχών και των διαχειριστών αγορών (συμπεριλαμβανομένης της Η.Δ.Α.Τ. και των Πολυμερών Συστημάτων Διαπραγμάτευσης σύμφωνα με τον ν. 3606/2007) να ενημερώνουν την Επιτροπή για πιθανά αδικήματα των άρθρων 2 και 3, καθώς και να διαθέτουν μηχανισμούς για τον εντοπισμό και την αναφορά τέτοιων περιπτώσεων.
  38. Άρθρο 29. Το Άρθρο 29 ορίζει τη διαδικασία υποβολής αναφορών για φορολογικά και τελωνειακά αδικήματα, αναθέτοντας στην Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων (ΥΠ.Ε.Ε.) την αρμοδιότητα παραπομπής υποθέσεων νομιμοποίησης εσόδων από λαθρεμπορία και φοροδιαφυγή στον αρμόδιο Εισαγγελέα, εφόσον έχει συντάξει πορισματική αναφορά. Επίσης, οι Δ.Ο.Υ., τα ελεγκτικά κέντρα και οι τελωνειακές αρχές υποβάλλουν αναφορές στην Επιτροπή και στην ΥΠ.Ε.Ε., ενώ τα υπόχρεα πρόσωπα, εκτός των δικηγόρων, υποβάλλουν αναφορές ύποπτων συναλλαγών στην Επιτροπή.
  39. Άρθρο 29 π. Το Άρθρο 29 π του ΦΕΚ τροποποιεί τον ν. 3205/2003, ορίζοντας από 1.1.2008 νέους βασικούς μισθούς για τον Πρωτοδίκη (2.067€) και τον Δικαστικό Αντιπρόσωπο (2.067€), καθώς και αναπροσαρμογές στα ποσά των επιδομάτων για διάφορους δικαστικούς λειτουργούς, όπως Ειρηνοδίκες, Εισηγητές ΣτΕ, Προέδρους Πρωτοδικών, Συμβούλους Επικρατείας, και αντίστοιχους, με ποσά που κυμαίνονται από 550€ έως 1.100€, ενώ καθορίζει και αποζημίωση εξόδων παράστασης για τους Προέδρους, Αντιπροέδρους και Συμβούλους Επικρατείας (300€, 200€, 150€ αντίστοιχα).
  40. Άρθρο 30. Το Άρθρο 30 του ΦΕΚ ορίζει ότι με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης ή με αποφάσεις αρμόδιων αρχών, μπορούν να θεσπιστούν μέτρα προστασίας για υπαλλήλους υπόχρεων νομικών και φυσικών προσώπων που αναφέρουν υποψίες για τα αδικήματα του άρθρου 2, προστατεύοντάς τους από απειλές ή εχθρικές ενέργειες.
  41. Άρθρο 31. Το Άρθρο 31 του νόμου απαγορεύει στα υπόχρεα νομικά και φυσικά πρόσωπα, καθώς και σε υπαλλήλους και στελέχη της Επιτροπής και αρμόδιων αρχών, να γνωστοποιούν σε πελάτες ή τρίτους τη διαβίβαση ή αίτηση πληροφοριών ή τη διεξαγωγή έρευνας για αδικήματα του άρθρου 2. Η παραβίαση αυτού του καθήκοντος εχεμύθειας από πρόθεση επισύρει ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή.
  42. Άρθρο 31 π. Το Άρθρο 32 του ΦΕΚ ορίζει εξαιρέσεις στην απαγόρευση γνωστοποίησης πληροφοριών που αναφέρονται στα άρθρα 26 έως 29, επιτρέποντας την ανταλλαγή πληροφοριών εντός νομικών προσώπων, προς την Επιτροπή ή τον εισαγγελέα, καθώς και μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων, χρηματοπιστωτικών οργανισμών και άλλων υπόχρεων προσώπων, υπό προϋποθέσεις ισοδύναμων υποχρεώσεων και εποπτείας, με σκοπό την πρόληψη και καταστολή αδικημάτων.
  43. Άρθρο 32 π. Το Άρθρο 32 π του ΦΕΚ τροποποιεί τον ν. 3205/2003, αναπροσαρμόζοντας από 1.1.2008 τα ποσά αποζημίωσης για Δικαστικούς Αντιπροσώπους (950-1.100 ευρώ) και τα έξοδα παράστασης για Προέδρους (300 ευρώ), Αντιπροέδρους (200 ευρώ) και Συμβούλους (150 ευρώ), ενώ από 1.1.2009 τα ποσά των παραγράφων 3 και 5 αναπροσαρμόζονται αυτόματα με βάση την εισοδηματική πολιτική. Επίσης, αντικαθιστά το Άρθρο 4 του ν. 2521/1997, προβλέποντας από 1.1.2008 ότι δικαστικοί λειτουργοί με βαθμό Πρωτοδίκη και αντίστοιχους, που συμπληρώνουν επτά έτη υπηρεσίας και δεν προάγονται λόγω έλλειψης κενών θέσεων, λαμβάνουν τις αποδοχές του επόμενου βαθμού με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης.
  44. Άρθρο 33. Το Άρθρο 33 του ΦΕΚ απαγορεύει τη διαβίβαση πληροφοριών μεταξύ υπόχρεων νομικών και φυσικών προσώπων και αντίστοιχων προσώπων σε τρίτες χώρες που έχουν κηρυχθεί μη αξιόπιστες από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 40 της Οδηγίας 2005/60/ΕΚ.
  45. Άρθρο 34. Το Άρθρο 34 συνιστά μια Επιτροπή δικηγόρων πέντε μελών, με τριετή θητεία, η οποία ελέγχει και διαβιβάζει αναφορές δικηγόρων για ύποπτες δραστηριότητες στην αρμόδια Επιτροπή, με τον τρόπο λειτουργίας και διαβίβασης να καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης μετά από γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος.
  46. Άρθρο 35. Το Άρθρο 35 ορίζει ότι η Επιτροπή, οι αρμόδιες αρχές και οι εισαγγελικές/δικαστικές αρχές πρέπει να διατηρούν για τουλάχιστον πέντε έτη μετά το τέλος της επιχειρηματικής σχέσης ή την εκτέλεση συναλλαγής, στοιχεία ταυτοποίησης πελάτη, νομιμοποιητικά έγγραφα, παραστατικά συναλλαγών, εσωτερικά έγγραφα εγκρίσεων/εισηγήσεων για υποθέσεις αδικημάτων του άρθρου 2, και στοιχεία επαγγελματικής αλληλογραφίας. Αυτά τα στοιχεία πρέπει να φυλάσσονται σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή, επιτρέποντας την άμεση ανταπόκριση σε αιτήματα για αναδρομική απεικόνιση συναλλαγών.
  47. Άρθρο 36. Το Άρθρο 36 του ΦΕΚ ορίζει ότι τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί πρέπει να εφαρμόζουν στις θυγατρικές τους εταιρείες και στα υποκαταστήματά τους σε άλλες χώρες, μέτρα τουλάχιστον ισοδύναμα με αυτά που προβλέπονται στο άρθρο, σχετικά με τη φύλαξη αρχείων και στοιχείων.
  48. Άρθρο 37. Το Άρθρο 37 ορίζει ότι τα πιστωτικά ιδρύματα και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί πρέπει να εφαρμόζουν διαδικασίες και συστήματα για να ανταποκρίνονται άμεσα σε αιτήματα αρμόδιων αρχών σχετικά με επιχειρηματικές σχέσεις και συναλλαγές των τελευταίων πέντε ετών, ενώ άλλες υπόχρεες οντότητες μπορούν να εξειδικεύουν αντίστοιχες υποχρεώσεις με αποφάσεις των αρμόδιων αρχών.
  49. Άρθρο 38. Το Άρθρο 38 ορίζει ότι όλες οι εμπλεκόμενες δημόσιες αρχές, συμπεριλαμβανομένων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, της Επιτροπής, και δικαστικών, εισαγγελικών, αστυνομικών και φορολογικών αρχών, οφείλουν να τηρούν πλήρη στατιστικά στοιχεία για τους τομείς αρμοδιότητάς τους, τα οποία συγκεντρώνει η Κεντρική Συντονιστική Αρχή ανά εξάμηνο, καλύπτοντας μεταξύ άλλων τον αριθμό αναφορών ύποπτων συναλλαγών, στοιχεία από διεθνή συνεργασία, και στατιστικά από κανονιστικές αποφάσεις, ενώ το Υπουργείο Δικαιοσύνης, η Επιτροπή και οι αρμόδιες αρχές δημοσιοποιούν συγκεντρωτικά αυτά τα στοιχεία.
  50. Άρθρο 39. Το Άρθρο 39 του ΦΕΚ καθορίζει τη διαδικασία και τις τεχνικές λεπτομέρειες για τη συλλογή, ταξινόμηση και επεξεργασία στατιστικών στοιχείων σχετικά με υποθέσεις αδικημάτων του άρθρου 2, συμπεριλαμβανομένων των ερευνών, των διώξεων, των δικαστικών αποφάσεων και των δημευθέντων περιουσιακών στοιχείων, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης.
  51. Άρθρο 40. Το Άρθρο 40 επιτρέπει στην Επιτροπή να ζητά εμπιστευτικές πληροφορίες και να τις διαβιβάζει σε αρμόδιες αρχές όπως οι Εισαγγελικές Αρχές, η Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων, η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών, το Λιμενικό Σώμα και η Ελληνική Αστυνομία, εφόσον κρίνονται χρήσιμες για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους. Η Επιτροπή μπορεί επίσης να ζητά ενημέρωση για τα αποτελέσματα των ερευνών που διεξάγονται από αυτούς τους φορείς, εκτός των εισαγγελικών και ανακριτικών αρχών.
  52. Άρθρο 41. Το Άρθρο 41 ορίζει τις εσωτερικές διαδικασίες που πρέπει να εφαρμόζουν τα υπόχρεα πρόσωπα για την πρόληψη και αποτροπή συναλλαγών που συνδέονται με αδικήματα, συμπεριλαμβανομένης της δέουσας επιμέλειας, της αναφοράς ύποπτων συναλλαγών και του εσωτερικού ελέγχου. Επίσης, προβλέπει την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου από πιστωτικά ιδρύματα και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς σε θυγατρικές, υποκαταστήματα και γραφεία αντιπροσωπείας στο εξωτερικό, εφαρμόζοντας το αυστηρότερο δίκαιο, και επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές να εξειδικεύουν τις υποχρεώσεις για άλλα υπόχρεα πρόσωπα.
  53. Άρθρο 42. Το Άρθρο 42 του ΦΕΚ ορίζει ότι τα υπόχρεα νομικά και φυσικά πρόσωπα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι υπάλληλοί τους ενημερώνονται για τις διατάξεις του νόμου και των σχετικών κανονιστικών αποφάσεων, μέσω κατάλληλων μέτρων όπως η συμμετοχή σε ειδικά προγράμματα κατάρτισης για τον εντοπισμό και τη σωστή αντιμετώπιση δραστηριοτήτων που συνδέονται με τα αδικήματα του άρθρου 2.
  54. Άρθρο 43. Το Άρθρο 43 ορίζει ότι οι αρμόδιες αρχές θα αρνούνται άδειες σύστασης, λειτουργίας ή εγγραφής σε μητρώο σε υπόχρεα νομικά πρόσωπα εάν τα πρόσωπα που κατέχουν σημαντικό ποσοστό του κεφαλαίου, ελέγχουν ή διευθύνουν τις επιχειρήσεις, ή οι πραγματικοί δικαιούχοι τους, δεν είναι κατάλληλα και έντιμα πρόσωπα. Επιπλέον, τα γραφεία πληρωμών και εμβασμάτων, όπως προβλέπονται στην Οδηγία 2007/64/ΕΚ, απαιτείται να λαμβάνουν άδεια λειτουργίας, να εγγράφονται σε μητρώο και να εποπτεύονται από αρμόδια αρχή.
  55. Άρθρο 44. Το Άρθρο 44 ορίζει ότι κάθε πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικός οργανισμός πρέπει να ορίσει ένα διευθυντικό στέλεχος για την αναφορά ασυνήθων ή ύποπτων συναλλαγών, ενώ οι χρηματοπιστωτικοί όμιλοι ορίζουν έναν συντονιστή για την τήρηση των υποχρεώσεων του νόμου από τις επιμέρους εταιρείες.
  56. Άρθρο 44 τ. Το Άρθρο 44 τ αναφέρεται στην υποβολή εκθέσεων σύμφωνα με το Άρθρο 44 του νόμου, ενώ το Άρθρο 27 αφορά τις συναλλαγές υψηλού κινδύνου, ορίζοντας ότι σε αυτές, εφόσον έχει ορισθεί διευθυντικό στέλεχος σύμφωνα με την παρ. 1 του Άρθρου 44, ενημερώνεται άμεσα το στέλεχος, συντάσσεται ειδική έκθεση και εξετάζεται η αναγκαιότητα υποβολής αναφοράς στην Επιτροπή.
  57. Άρθρο 45. Το Άρθρο 45 του ΦΕΚ ορίζει τις ποινικές κυρώσεις για τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, προβλέποντας ποινές κάθειρξης έως δέκα ετών και χρηματικές ποινές από 20.000 έως 2.000.000 ευρώ, ανάλογα με τη σοβαρότητα και τις περιστάσεις της πράξης, ενώ επιπλέον τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο ετών ο υπάλληλος που παραλείπει να αναφέρει ύποπτες συναλλαγές.
  58. Άρθρο 46. Το Άρθρο 46 του ΦΕΚ ορίζει τη δήμευση περιουσιακών στοιχείων που αποτελούν προϊόν ή μέσα τέλεσης βασικού αδικήματος ή αδικημάτων του άρθρου 2, επιβάλλοντας την υποχρεωτική δήμευση με την καταδικαστική απόφαση, ακόμη και αν τα περιουσιακά στοιχεία ανήκουν σε τρίτο εν γνώσει του αδικήματος, ενώ προβλέπει και δήμευση ίσης αξίας ή χρηματική ποινή αν τα αρχικά περιουσιακά στοιχεία δεν υπάρχουν ή δεν είναι δυνατόν να κατασχεθούν.
  59. Άρθρο 46 τ. Το Άρθρο 46 τ του ΦΕΚ αφορά την απαγόρευση κίνησης λογαριασμών, τίτλων, χρηματοπιστωτικών προϊόντων, ανοίγματος θυρίδων ή εκποίησης ακινήτου, η οποία μπορεί να διαταχθεί από τον ανακριτή ή το δικαστικό συμβούλιο σε περιπτώσεις προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης, με σκοπό την κατάσχεση ή δήμευση περιουσιακών στοιχείων που σχετίζονται με αδικήματα.
  60. Άρθρο 47. Το Άρθρο 47 ορίζει ότι αν η περιουσία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μεταβιβάστηκε σε τρίτο, ο καταδικασμένος υποχρεούται σε αποζημίωση ίση με την αξία της κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής, με δυνατότητα άσκησης της αξίωσης και κατά τρίτων που απέκτησαν από χαριστική αιτία ή μετά την άσκηση ποινικής δίωξης. Το Άρθρο 48 επιτρέπει στον ανακριτή, με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα, να απαγορεύσει την κίνηση λογαριασμών, τίτλων, χρηματοπιστωτικών προϊόντων και το άνοιγμα θυρίδων θησαυροφυλακίου του κατηγορουμένου, εφόσον υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι περιέχουν χρήματα ή πράγματα που προέρχονται από τα αδικήματα του άρθρου 2 ή υπόκεινται σε δήμευση.

Πρόσφατες αναφορές

Σχετικοί νόμοι

Νομοθεσία του 2008

Επιστροφή στη λίστα νόμων