Νόμος 3862/2010 — Χρονολόγιο τροποποιήσεων

Ο Νόμος 3862/2010 ενσωματώνει την Οδηγία 2007/64/ΕΚ για τις υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά. Ο νόμος ορίζει τους όρους που σχετίζονται με τις πληρωμές, τις κατηγορίες παρόχων υπηρεσιών πληρωμών, όπως πιστωτικά ιδρύματα και ιδρύματα πληρωμών, και τις απαιτήσεις αδειοδότησης και εποπτείας από την Τράπεζα της Ελλάδος. Ρυθμίζει επίσης τη διαφάνεια των όρων, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των χρηστών και παρόχων, καθώς και την προστασία των χρηματικών ποσών των δικαιούχων. Ο νόμος καθορίζει τις μεθόδους υπολογισμού των ιδίων κεφαλαίων των ιδρυμάτων πληρωμών και τις διαδικασίες για την απόκτηση συμμετοχών σε ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Τέλος, ορίζει την ευθύνη των ιδρυμάτων πληρωμών για τις δραστηριότητες που αναθέτουν σε τρίτους και τη διατήρηση αρχείων για τουλάχιστον πέντε έτη.

Άρθρα

  1. Άρθρο 1. Το Άρθρο 1 του παρόντος νόμου ενσωματώνει στην ελληνική νομοθεσία την Οδηγία 2007/64/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Νοεμβρίου 2007, η οποία αφορά τις υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά και τροποποιεί/καταργεί προηγούμενες οδηγίες.
  2. Άρθρο 1 π. Το Άρθρο 1 π ορίζει τους όρους "χρήστης υπηρεσιών πληρωμών", "καταναλωτής", "σύμβαση-πλαίσιο", "υπηρεσία εμβασμάτων", "λογαριασμός πληρωμής", "χρηματικά ποσά" (που περιλαμβάνουν χαρτονομίσματα, κέρματα και ηλεκτρονικό χρήμα σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 3601/2007), "εντολή πληρωμής", "ημερομηνία αξίας", "συναλλαγματική ισοτιμία αναφοράς", "εξακρίβωση γνησιότητας", "επιτόκιο αναφοράς", "αποκλειστικό μέσο ταυτοποίησης", "αντιπρόσωπος", "μέσο πληρωμών" και "μέσο επικοινωνίας εξ αποστάσεως".
  3. Άρθρο 1 τ. Το Άρθρο 1 τ του νόμου, που ενσωματώνει την Οδηγία 2007/64/ΕΚ, καθορίζει έξι κατηγορίες παρόχων υπηρεσιών πληρωμών στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων πιστωτικών ιδρυμάτων (ν. 3601/2007, ΦΕΚ 178 Α΄), ιδρυμάτων έκδοσης ηλεκτρονικού χρήματος, γραφείων ταχυδρομικών επιταγών, ιδρυμάτων πληρωμών, της ΕΚΤ και εθνικών κεντρικών τραπεζών, καθώς και του Ελληνικού Δημοσίου και άλλων κρατών-μελών της ΕΕ όταν δεν ενεργούν ως δημόσιες αρχές. Ο νόμος επίσης ρυθμίζει τη διαφάνεια των όρων και τις απαιτήσεις ενημέρωσης για τις υπηρεσίες πληρωμών, καθώς και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των χρηστών και παρόχων.
  4. Άρθρο 2. Το Άρθρο 2 του ΦΕΚ ορίζει ότι ο νόμος εφαρμόζεται στις υπηρεσίες πληρωμών που παρέχονται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την εξαίρεση του άρθρου 69, οι τίτλοι III και IV εφαρμόζονται μόνο όταν τόσο ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή όσο και ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου ή ο μοναδικός πάροχος υπηρεσιών πληρωμών για την πράξη πληρωμής, είναι εγκατεστημένοι στην Κοινότητα.
  5. Άρθρο 2 τ. Το Άρθρο 2 τ ορίζει ότι "πράξη πληρωμής" αφορά εγκατεστημένους στην Κοινότητα, ενώ το Άρθρο 3 εξαιρεί από την εφαρμογή του νόμου πράξεις αποκλειστικά σε μετρητά και πράξεις πληρωμής από τον πληρωτή στον δικαιούχο μέσω εμπορικού.
  6. Άρθρο 2α. Το Άρθρο 2α ορίζει τη διαδικασία κοινοποίησης προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής σε ασφαλιστική επιχείρηση προς την ΕΠ.Ε.Ι.Α., η οποία δημοσιοποιεί κατάλογο απαιτούμενων πληροφοριών για την προληπτική αξιολόγηση. Επίσης, καθορίζει την έννοια της "κοινής δράσης" μεταξύ υποψήφιων αγοραστών και τις αρμοδιότητες της ΕΠ.Ε.Ι.Α. για τη συλλογή πληροφοριών σχετικά με φυσικά και νομικά πρόσωπα που αποκτούν συμμετοχές, συμπεριλαμβανομένων των πραγματικών δικαιούχων σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 3691/2008.
  7. Άρθρο 3 τ. Το Άρθρο 3 τ του ΦΕΚ ορίζει εξαιρέσεις από τον κανονισμό πληρωμών, συμπεριλαμβανομένων συναλλαγών μέσω εμπορικών αντιπροσώπων, επαγγελματικής μεταφοράς χαρτονομισμάτων, μη κερδοσκοπικών δραστηριοτήτων, μετατροπής συναλλάγματος "μετρητά αντί μετρητών", πράξεων με αξιόγραφα όπως επιταγές και εντολές πληρωμών σύμφωνα με τις Συμβάσεις της Γενεύης, πράξεων εντός συστημάτων πληρωμών τίτλων, εξυπηρέτησης περιουσιακών στοιχείων τίτλων, και υπηρεσιών τεχνικής υποστήριξης παρόχων πληρωμών.
  8. Άρθρο 4 τ. Το Άρθρο 4 τ του ΦΕΚ ορίζει τους όρους "κράτος-μέλος καταγωγής" και "κράτος-μέλος υποδοχής" για παρόχους υπηρεσιών πληρωμών, καθώς και τις "υπηρεσίες πληρωμών" που περιλαμβάνουν την τοποθέτηση και ανάληψη μετρητών, την εκτέλεση πράξεων πληρωμής (με άμεση χρέωση, κάρτα, μεταφορές πίστωσης), την έκδοση μέσων πληρωμών, εμβάσματα και πληρωμές μέσω τηλεπικοινωνιακών συσκευών. Επίσης, ορίζει τους όρους "ιδρύματα πληρωμών", "πράξη πληρωμής", "σύστημα πληρωμών", "πληρωτής" και "δικαιούχος". Τέλος, τροποποιεί το άρθρο 87 του ν.δ. 400/1970 σχετικά με την απόκτηση ή αύξηση ειδικής συμμετοχής σε εταιρείες.
  9. Άρθρο 5. Το Άρθρο 5, αναφερόμενο στο Άρθρο 14 της Οδηγίας 2007/64, ορίζει ότι τα ιδρύματα πληρωμών πρέπει να ενημερώνουν άμεσα την Τράπεζα της Ελλάδος για οποιαδήποτε μεταβολή επηρεάζει την ακρίβεια των πληροφοριών και δικαιολογητικών που υποβλήθηκαν κατά το Άρθρο 5. Το Άρθρο 15, βασιζόμενο στο Άρθρο 15 της Οδηγίας 2007/64, καθορίζει ότι τα ιδρύματα πληρωμών υπόκεινται στις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1606/2002, και οι ετήσιοι/ενοποιημένοι λογαριασμοί τους ελέγχονται από νόμιμους ελεγκτές ή ελεγκτικά γραφεία σύμφωνα με τον ν. 3693/2008, ενώ υποχρεούνται να παρέχουν χωριστές λογιστικές πληροφορίες για τις υπηρεσίες πληρωμών και άλλες δραστηριότητες, οι οποίες πρέπει να περιλαμβάνονται σε έκθεση ορκωτού ελεγκτή.
  10. Άρθρο 5 τ. Το Άρθρο 5 τ του ΦΕΚ καθορίζει τη διαδικασία αίτησης για άδεια λειτουργίας ιδρύματος πληρωμών στην Ελλάδα, απαιτώντας από τους ενδιαφερόμενους να υποβάλουν στην Τράπεζα της Ελλάδος πρόγραμμα δραστηριοτήτων, επιχειρηματικό σχέδιο τριετίας και στοιχεία για το αρχικό κεφάλαιο.
  11. Άρθρο 6. Το Άρθρο 6 περιγράφει τις απαιτήσεις για τα ιδρύματα πληρωμών, όπως ορίζονται στο Άρθρο 9 παράγραφος 1, σχετικά με την περιγραφή των μέτρων προστασίας των κεφαλαίων των χρηστών και του οργανωτικού πλαισίου διακυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένης της διοικητικής και λογιστικής οργάνωσης και της διαχείρισης κινδύνου.
  12. Άρθρο 7. Το Άρθρο 7, βασιζόμενο στην Οδηγία 2007/64, ορίζει ότι τα ίδια κεφάλαια ενός ιδρύματος πληρωμών, όπως αυτά καθορίζονται στην ΠΔ/ΤΕ 2587/20.8.2007 (ΦΕΚ 1738 Β΄), δεν πρέπει να είναι χαμηλότερα από το μεγαλύτερο ποσό που αναφέρεται στα άρθρα 6 ή 8, και απαγορεύει την πολλαπλή χρήση στοιχείων επιλέξιμων ως ίδια κεφάλαια εάν το ίδρυμα ανήκει στον ίδιο όμιλο με άλλους χρηματοπιστωτικούς φορείς.
  13. Άρθρο 7 τ. Το Άρθρο 7 τ του ΦΕΚ ορίζει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιλέξει να μην εφαρμόσει το άρθρο 6 του ν. 1440/1984, όπως έχει τροποποιηθεί από διάφορους νόμους, με καταληκτική ημερομηνία την 31η Δεκεμβρίου 2015, εφόσον πληρούνται οι όροι του άρθρου 31 του ν. 3601/2007.
  14. Άρθρο 8 σ. Το Άρθρο 8 σ, παράγραφος 3, ορίζει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να μην εφαρμόσει το Άρθρο 8 (που αφορά τον υπολογισμό ιδίων κεφαλαίων) σε ιδρύματα πληρωμών που εποπτεύονται ενοποιημένα από μητρικό πιστωτικό ίδρυμα, εφόσον πληρούνται οι όροι του άρθρου 31 του ν. 3601/2007. Η παράγραφος 1 του Άρθρου 8 περιγράφει τη Μέθοδο Α για τον υπολογισμό ιδίων κεφαλαίων, η οποία ορίζει ότι αυτά πρέπει να ισούνται τουλάχιστον με το 10% των παγίων εξόδων του προηγούμενου έτους.
  15. Άρθρο 8 τ. Το Άρθρο 8 τ του ΦΕΚ περιγράφει τρεις μεθόδους (Α', Β', Γ') για τον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων των ιδρυμάτων πληρωμών, με την Τράπεζα της Ελλάδος να μπορεί να αναπροσαρμόζει τις απαιτήσεις. Η Μέθοδος Β' βασίζεται στον όγκο πληρωμών (ΟΠ) και ορίζει ποσοστά επί κλιμακωτών ορίων (π.χ., 4,0% για ΟΠ έως 5 εκατ. ευρώ, 0,25% για ΟΠ άνω των 250 εκατ. ευρώ), ενώ η Μέθοδος Γ' υπολογίζει τα ίδια κεφάλαια ως ποσοστό ενός "σχετικού δείκτη" (που περιλαμβάνει εισόδημα από τόκους, πληρωθέντες τόκους, προμήθειες και άλλα έσοδα) πολλαπλασιαζόμενο με έναν συντελεστή προσαύξησης k (0,5 ή 0,8 ανάλογα με τις παρεχόμενες υπηρεσίες).
  16. Άρθρο 9. Το Άρθρο 9 του ΦΕΚ περιγράφει τις απαιτήσεις για τα ιδρύματα πληρωμών, συμπεριλαμβανομένης της περιγραφής της οργανωτικής τους δομής, των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας (σύμφωνα με τον ν. 3691/2008), της ταυτότητας των κατόχων ειδικών συμμετοχών και των διευθυντικών στελεχών, καθώς και των νόμιμων ελεγκτών. Επίσης, το Άρθρο 6 ορίζει το αρχικό κεφάλαιο που απαιτείται για την αδειοδότηση, το οποίο κυμαίνεται από 20.000 ευρώ έως 125.000 ευρώ ανάλογα με τις παρεχόμενες υπηρεσίες πληρωμών.
  17. Άρθρο 9 τ. Το Άρθρο 9 τ του ΦΕΚ ορίζει ότι τα χρηματικά ποσά που κατέχονται από ιδρύματα πληρωμών για λογαριασμό δικαιούχων, εάν δεν έχουν ακόμη καταβληθεί ή μεταφερθεί, πρέπει να κατατίθενται σε χωριστό λογαριασμό ή να επενδύονται σε ασφαλή στοιχεία ενεργητικού, ή να καλύπτονται από ασφαλιστήριο συμβόλαιο ή εγγύηση, προστατεύοντάς τα έναντι αξιώσεων τρίτων, ιδίως σε περίπτωση αφερεγγυότητας του ιδρύματος. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιτρέπει την εφαρμογή αυτών των απαιτήσεων βάσει αντιπροσωπευτικού τμήματος για ποσά που προορίζονται για μελλοντικές πράξεις πληρωμών, ενώ τα ιδρύματα που δεν ασκούν άλλες δραστηριότητες εκτός των υπηρεσιών πληρωμών υπόκεινται επίσης σε αυτές τις απαιτήσεις διασφάλισης.
  18. Άρθρο 10. Το Άρθρο 10 του νόμου, που αντιστοιχεί στο άρθρο 10 της Οδηγίας 2007/64, ορίζει ότι νομικά πρόσωπα που σκοπεύουν να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών στην Ελλάδα, εκτός από συγκεκριμένες εξαιρέσεις, πρέπει να λάβουν άδεια ως ιδρύματα πληρωμών πριν ξεκινήσουν τη δραστηριότητά τους.
  19. Άρθρο 10 π. Το Άρθρο 10 π, παράγραφος 2, ορίζει ότι τα ιδρύματα πληρωμών μπορούν να τηρούν λογαριασμούς πληρωμών για πράξεις πληρωμών, και η παραλαβή χρημάτων για παροχή υπηρεσιών πληρωμών δεν συνιστά αποδοχή καταθέσεων ή έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος σύμφωνα με τον ν. 3601/2007. Παράγραφος 3 επιτρέπει στα ιδρύματα πληρωμών να παρέχουν επικουρική πίστωση σε σχέση με συγκεκριμένες υπηρεσίες πληρωμών (περιπτώσεις ε΄, στ' ή η' της παραγράφου 3 του άρθρου 4), εφόσον αυτή αποπληρώνεται εντός 12 μηνών, δεν χορηγείται από ποσά που προορίζονται για πράξεις πληρωμών, και τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος είναι επαρκή κατά την κρίση της Τράπεζας της Ελλάδος.
  20. Άρθρο 10 τ. Το Άρθρο 10 τ ορίζει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος χορηγεί άδεια σε νομικά πρόσωπα εγκατεστημένα στην Ελλάδα για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών, εφόσον πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις σχετικά με την οργάνωση, τη διαχείριση, την αποδοχή κινδύνων, την καταλληλότητα των μετόχων και την απουσία παρεμπόδισης της εποπτικής αποστολής της Τράπεζας της Ελλάδος, ενώ η άδεια ισχύει σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ.
  21. Άρθρο 11. Το Άρθρο 11 ορίζει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος οφείλει να ενημερώσει τον αιτούντα εντός τριών (3) μηνών από την παραλαβή της αίτησης (ή των συμπληρωματικών πληροφοριών) για την αποδοχή ή απόρριψη της αίτησής του, σύμφωνα με το άρθρο 11 της Οδηγίας 2007/64.
  22. Άρθρο 11 τ. Το Άρθρο 12 του ΦΕΚ, βασισμένο στο Άρθρο 12 της Οδηγίας 2007/64, ορίζει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας ενός ιδρύματος πληρωμών εάν αυτό δεν έχει χρησιμοποιήσει την άδεια εντός 12 μηνών, την έχει αποκτήσει με ψευδείς δηλώσεις, δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις, απειλεί τη σταθερότητα του συστήματος πληρωμών, ή εμπίπτει σε άλλες προβλεπόμενες περιπτώσεις.
  23. Άρθρο 12 τ. Το Άρθρο 13, το οποίο ενσωματώνει το Άρθρο 13 της Οδηγίας 2007/64, ορίζει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος θα καταρτίσει δημόσια μητρώα για ιδρύματα πληρωμών, αντιπροσώπους, υποκαταστήματα και άλλα ιδρύματα που παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών, με τα ιδρύματα αυτά να καταχωρίζονται στο μητρώο του κράτους μέλους καταγωγής τους.
  24. Άρθρο 13. Το Άρθρο 13 περιγράφει τη διαδικασία εγγραφής αντιπροσώπων από ιδρύματα πληρωμών στην Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία επαληθεύει τις παρεχόμενες πληροφορίες και μπορεί να αρνηθεί την εγγραφή εάν δεν πεισθεί για την ορθότητά τους. Επίσης, καθορίζει τη διαδικασία ενημέρωσης των αρμόδιων αρχών άλλων κρατών-μελών και λαμβάνει υπόψη τη γνώμη τους, ειδικά σε περιπτώσεις υπονοιών για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας (σύμφωνα με τον ν. 3691/2008). Τέλος, ρυθμίζει την εξωτερική ανάθεση σημαντικών λειτουργικών δραστηριοτήτων από τα ιδρύματα πληρωμών, διασφαλίζοντας ότι δεν υποβαθμίζεται η ποιότητα των εσωτερικών ελέγχων και η εποπτεία από την Τράπεζα της Ελλάδος.
  25. Άρθρο 13 α. Το Άρθρο 13α ορίζει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος εγγράφει χρηματοδοτικά ιδρύματα στο μητρώο του άρθρου 13, εφόσον πληρούνται οι υποχρεώσεις τους, και μπορεί να τα εξαιρεί από τις απαιτήσεις του άρθρου 5. Επιπλέον, νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 λαμβάνουν αυτομάτως άδεια λειτουργίας και εγγράφονται στο μητρώο του άρθρου 13, εφόσον η Τράπεζα της Ελλάδος έχει ήδη στοιχεία συμμόρφωσης με τα άρθρα 5 και 10, ενημερώνοντάς τα προηγουμένως.
  26. Άρθρο 13 τ. Το Άρθρο 13 τ, παράγραφος 2, ορίζει ότι το μητρώο του κράτους-μέλους καταγωγής προσδιορίζει τις υπηρεσίες πληρωμών για τις οποίες έχει χορηγηθεί άδεια σε ένα ίδρυμα πληρωμών, και είναι διαθέσιμο στο κοινό ηλεκτρονικά και ενημερώνεται τακτικά. Η παράγραφος 3 αναθέτει στην Τράπεζα της Ελλάδος την έκδοση απόφασης για τις τεχνικές λεπτομέρειες τήρησης, ενημέρωσης και πρόσβασης στο μητρώο.
  27. Άρθρο 14. Το Άρθρο 14, παράγραφος 3, αναθέτει στην Τράπεζα της Ελλάδος την αρμοδιότητα να καθορίσει τις τεχνικές λεπτομέρειες για τη διατήρηση, ενημέρωση και δημόσια πρόσβαση σε ένα μητρώο, ενώ το Άρθρο 14 (άρθρο 14 της Οδηγίας 2007/64) αφορά τη διατήρηση άδειας σε περίπτωση μεταβολών που επηρεάζουν την ακρίβεια των υποβληθέντων πληροφοριών και δικαιολογητικών.
  28. Άρθρο 15 τ. Το Άρθρο 15 τ ορίζει ότι οι νόμιμοι ελεγκτές ή ελεγκτικά γραφεία των ιδρυμάτων πληρωμών πρέπει να περιλαμβάνουν συγκεκριμένες πληροφορίες σε έκθεση, εφαρμόζοντας αναλογικά τις υποχρεώσεις του άρθρου 61 του ν. 3601/2007 για τις δραστηριότητες υπηρεσιών πληρωμών.
  29. Άρθρο 15β. Το Άρθρο 15β ορίζει τη διαδικασία αξιολόγησης από την ΕΠ.Ε.Ι.Α. για την απόκτηση συμμετοχής σε ασφαλιστική επιχείρηση, με μέγιστη προθεσμία εξήντα (60) εργασίμων ημερών, η οποία μπορεί να ανασταλεί έως είκοσι (20) ή τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, και καθορίζει τις προϋποθέσεις για την έγκριση ή την απόρριψη της προτεινόμενης απόκτησης.
  30. Άρθρο 16. Το Άρθρο 16, παράγραφος 4, ορίζει ότι οι νόμιμοι ελεγκτές ή τα ελεγκτικά γραφεία των ιδρυμάτων πληρωμών υπόκεινται στις υποχρεώσεις του άρθρου 61 του ν. 3601/2007 για τις δραστηριότητες υπηρεσιών πληρωμών. Επιπλέον, το Άρθρο 16, παράγραφος 1, επιτρέπει στα ιδρύματα πληρωμών να παρέχουν επικουρικές υπηρεσίες όπως συναλλαγματικές, φύλαξης και επεξεργασίας δεδομένων, καθώς και να λειτουργούν συστήματα πληρωμών, εκτός από τις κύριες υπηρεσίες πληρωμών.
  31. Άρθρο 18. Το Άρθρο 18 του ΦΕΚ ορίζει την ευθύνη των ιδρυμάτων πληρωμών για τις δραστηριότητες που αναθέτουν σε τρίτους, καθώς και για τις πράξεις των υπαλλήλων, αντιπροσώπων, υποκαταστημάτων ή εξωτερικών αναδόχων τους, σύμφωνα με την Οδηγία 2007/64.
  32. Άρθρο 19. Το Άρθρο 19 ορίζει ότι τα ιδρύματα πληρωμών φέρουν πλήρη ευθύνη για τις πράξεις των υπαλλήλων τους και για δραστηριότητες που έχουν ανατεθεί σε αντιπροσώπους, υποκαταστήματα ή επιχειρήσεις, και επιβάλλει την τήρηση αρχείων για τουλάχιστον πέντε έτη, σύμφωνα με την Οδηγία 2007/64 και την εθνική ή ενωσιακή νομοθεσία.
  33. Άρθρο 19 τ. Το Άρθρο 20 ορίζει την Τράπεζα της Ελλάδος ως την αρμόδια αρχή για την αδειοδότηση και την εποπτεία των ιδρυμάτων πληρωμών, ενώ παράλληλα περιγράφει τις διαδικασίες ενημέρωσης και έγκρισης για την απόκτηση ή αλλαγή συμμετοχών σε πιστωτικά ιδρύματα, συμπεριλαμβανομένων των προθεσμιών (4 μήνες για κληρονόμους, 15 Ιουλίου και 10 εργάσιμες ημέρες για γνωστοποιήσεις μετόχων) και των ορίων συμμετοχής (άνω του 1%).
  34. Άρθρο 20 τ. Το Άρθρο 20 τ ορίζει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή, ασκεί συγκεκριμένα καθήκοντα που εμπίπτουν στην ευθύνη του κράτους-μέλους καταγωγής, εστιάζοντας στην εποπτεία των υπηρεσιών πληρωμών και των σχετικών δραστηριοτήτων, χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες των ιδρυμάτων πληρωμών.
  35. Άρθρο 21. Το Άρθρο 21, που αντιστοιχεί στο άρθρο 21 της Οδηγίας 2007/64, ορίζει ότι οι έλεγχοι που διενεργεί η Τράπεζα της Ελλάδος για τη διαπίστωση της συνεχούς τήρησης του τίτλου πρέπει να είναι ανάλογοι, επαρκείς και προσαρμοσμένοι στους κινδύνους που αντιμετωπίζουν τα ιδρύματα.
  36. Άρθρο 21 σ. Το Άρθρο 21 σ ορίζει τη συνεργασία μεταξύ της Τράπεζας της Ελλάδος και των αρμόδιων αρχών άλλων κρατών-μελών για τη διενέργεια επιτόπιων ελέγχων, επιτρέποντας στην Τράπεζα της Ελλάδος να αναθέτει τέτοιους ελέγχους στις αρχές του κράτους υποδοχής, εφόσον συμφωνούν και οι δύο πλευρές, ενώ παράλληλα προβλέπει την αμοιβαία ανταλλαγή ουσιαστικών πληροφοριών, ιδίως σε περιπτώσεις παραβάσεων.
  37. Άρθρο 21 τ. Το Άρθρο 21 τ της Τράπεζας της Ελλάδος καθορίζει τις εποπτικές αρμοδιότητες της Τράπεζας έναντι των ιδρυμάτων πληρωμών, επιτρέποντάς της να απαιτεί πληροφορίες, να διενεργεί επιτόπιους ελέγχους, να εκδίδει συστάσεις και οδηγίες, και να αναστέλλει ή ανακαλεί άδειες, ενώ παράλληλα ορίζει την επιβολή κυρώσεων και την εφαρμογή μέτρων για την εξασφάλιση επαρκών κεφαλαίων.
  38. Άρθρο 22 τ. Το Άρθρο 22 τ, παράγραφος 2, ορίζει ότι κατά την ανταλλαγή πληροφοριών, σύμφωνα με το άρθρο 23, πρέπει να τηρείται αυστηρά το επαγγελματικό απόρρητο για την προστασία των δικαιωμάτων ιδιωτών και επιχειρήσεων, ενώ η παράγραφος 3 αναφέρει ότι το άρθρο εφαρμόζεται λαμβάνοντας υπόψη, τηρουμένων των αναλογιών, τις διατάξεις του Ποινικού Δικαίου.
  39. Άρθρο 24. Το Άρθρο 24, αντικαθιστώντας το Άρθρο 24 του ν. 3601/2007, ορίζει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που σκοπεύει να αποκτήσει ή να αυξήσει τη συμμετοχή του σε πιστωτικό ίδρυμα στην Ελλάδα, φτάνοντας ή υπερβαίνοντας τα όρια του 10%, 20%, 1/3 ή 50%, ή να αποκτήσει τον έλεγχο, πρέπει να κοινοποιεί εγγράφως στην Τράπεζα της Ελλάδος το ύψος της σκοπούμενης συμμετοχής. Επίσης, ορίζει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος αξιολογεί εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών εάν μια συμμετοχή άνω του 5% οδηγεί σε σημαντική επιρροή.
  40. Άρθρο 24 τ. Το Άρθρο 24 τ του εγγράφου ΦΕΚ αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών από την Τράπεζα της Ελλάδος με αρμόδιες αρχές άλλων κρατών-μελών, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, εθνικές κεντρικές τράπεζες, και άλλες αρχές που ορίζονται βάσει των Οδηγιών 2007/64, 95/46/ΕΚ και 2005/60/ΕΚ, σχετικά με την αδειοδότηση, την εποπτεία, την προστασία προσωπικών δεδομένων, και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.
  41. Άρθρο 25 τ. Το Άρθρο 25 τ ορίζει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος, εντός ενός (1) μηνός από την παραλαβή πληροφοριών από ίδρυμα πληρωμών, κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους υποδοχής την επωνυμία, τη διεύθυνση, τα ονόματα των υπευθύνων, την οργανωτική δομή και τις υπηρεσίες πληρωμών που θα προσφέρει το ίδρυμα. Επιπλέον, η Τράπεζα της Ελλάδος συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους υποδοχής για τη διενέργεια ελέγχων και τη λήψη μέτρων σχετικά με αντιπροσώπους, υποκαταστήματα ή εξωτερικές επιχειρήσεις που αναλαμβάνουν δραστηριότητες ιδρύματος πληρωμών εγκατεστημένου σε άλλο κράτος-μέλος.
  42. Άρθρο 27. Το Άρθρο 27, το οποίο αντιστοιχεί στο Άρθρο 30 της Οδηγίας 2007/64, καθορίζει το πεδίο εφαρμογής των κανόνων για τις πράξεις πληρωμής, επιτρέποντας στα συμβαλλόμενα μέρη να εξαιρέσουν την εφαρμογή τους εν όλω ή εν μέρει, εφόσον ο χρήστης της υπηρεσίας πληρωμών δεν είναι καταναλωτής.
  43. Άρθρο 28. Το Άρθρο 28, που αντιστοιχεί στο Άρθρο 31 της Οδηγίας 2007/64, δηλώνει ότι οι διατάξεις του παρόντος τίτλου δεν επηρεάζουν διατάξεις της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης που επιβάλλουν επιπρόσθετες απαιτήσεις προηγούμενης ενημέρωσης.
  44. Άρθρο 28 τ. Το Άρθρο 28 τ, βασισμένο στην Οδηγία 2007/64, καθορίζει ότι οι κανόνες πρόσβασης στα συστήματα πληρωμών για αδειοδοτημένους ή εγγεγραμμένους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών πρέπει να είναι αντικειμενικοί, αμερόληπτοι και αναλογικοί, προστατεύοντας τη σταθερότητα του συστήματος χωρίς περιορισμούς στην ουσιαστική συμμετοχή, διακρίσεις ή περιορισμούς βάσει νομικού καθεστώτος, με εξαιρέσεις για συγκεκριμένα συστήματα πληρωμών και την Τράπεζα της Ελλάδος να επιβλέπει την τήρηση αυτών των κανόνων.
  45. Άρθρο 29. Το Άρθρο 29 του ΦΕΚ, που αντιστοιχεί στο Άρθρο 32 της Οδηγίας 2007/64, ορίζει ότι οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών δεν επιτρέπεται να χρεώνουν τους χρήστες για την παροχή πληροφοριών βάσει του τίτλου, εκτός εάν συμφωνηθεί χρέωση για επιπλέον, συχνότερες ή διαφορετικά διαβιβασθείσες πληροφορίες κατόπιν αιτήματος του χρήστη, η οποία πρέπει να είναι εύλογη και ανάλογη με το πραγματικό κόστος του παρόχου.
  46. Άρθρο 30. Το Άρθρο 30 του εγγράφου, που αντιστοιχεί στο Άρθρο 33 της Οδηγίας 2007/64, ορίζει ότι ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών φέρει το βάρος της απόδειξης για τη συμμόρφωσή του με τις απαιτήσεις πληροφόρησης που προβλέπονται στον τίτλο.
  47. Άρθρο 30 τ. Το Άρθρο 30 τ ορίζει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν να μην εφαρμόζουν τον τίτλο εν όλω ή εν μέρει όταν ο χρήστης της υπηρεσίας πληρωμών δεν είναι καταναλωτής, ενώ παράλληλα διατηρεί τις διατάξεις της κ.υ.α. Φ1983/1991 (ΦΕΚ 172 Β΄) και άλλες σχετικές εθνικές ή ενωσιακές νομοθεσίες για την παροχή πιστώσεων σε καταναλωτές που είναι σύμφωνες με το δίκαιο της ΕΕ.
  48. Άρθρο 31. Το Άρθρο 31, το οποίο αντιστοιχεί στο Άρθρο 34 της Οδηγίας 2007/64, επιτρέπει στους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών να παρέχουν περιορισμένες πληροφορίες για μέσα πληρωμών μικρής αξίας (έως 30€ ανά πράξη, 150€ όριο δαπανών ή αποθηκευμένο ποσό) αντί για τις πλήρεις απαιτήσεις πληροφόρησης των άρθρων 38, 39 και 43, ενώ μπορεί επίσης να εξαιρείται η υποχρέωση πρότασης μεταβολών όρων της σύμβασης-πλαισίου σύμφωνα με το άρθρο 41.
  49. Άρθρο 31 τ. Το Άρθρο 31 τ του ΦΕΚ ορίζει ότι οι διατάξεις περί πληροφόρησης του άρθρου 4α παρ. 3 του ν. 2251/1994, με εξαίρεση συγκεκριμένα σημεία, αντικαθίστανται από τα άρθρα 33, 34, 38 και 39, όταν εφαρμόζεται η οδηγία 2002/65/ΕΚ.
  50. Άρθρο 33. Το Άρθρο 33 του εγγράφου ΦΕΚ ορίζει ότι ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών πρέπει να παρέχει στον χρήστη, πριν από τη σύναψη σύμβασης ή την προσφορά μεμονωμένης υπηρεσίας πληρωμής, τις πληροφορίες και τους όρους που αναφέρονται στο άρθρο 34, σε ευπρόσιτη μορφή.
  51. Άρθρο 33 π. Το Άρθρο 33 π του ΦΕΚ καθορίζει τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στον πληρωτή και στον δικαιούχο σχετικά με μια πράξη πληρωμής, συμπεριλαμβανομένων στοιχείων ταυτοποίησης, ποσών, επιβαρύνσεων και συναλλαγματικών ισοτιμιών. Το Κεφάλαιο 3, με τα Άρθρα 37 και 38, αφορά τις συμβάσεις-πλαίσια για πράξεις πληρωμής και την προηγούμενη γενική ενημέρωση που πρέπει να παρέχει ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών.
  52. Άρθρο 34. Το Άρθρο 34 ορίζει ότι οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών πρέπει να παρέχουν στους χρήστες σαφείς και κατανοητές πληροφορίες και όρους, σε επίσημη γλώσσα του κράτους-μέλους ή σε άλλη συμφωνημένη γλώσσα, πριν από τη σύναψη σύμβασης ή προσφοράς μεμονωμένης υπηρεσίας πληρωμής, και να τις παρέχουν σε έντυπη ή άλλη ανθεκτική μορφή κατόπιν αιτήματος.
  53. Άρθρο 34 π. Το Άρθρο 34 π ορίζει τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται σχετικά με την ισοτιμία νομίσματος και το ποσό πληρωμής μετά τη μετατροπή, καθώς και την ημερομηνία παραλαβής της εντολής πληρωμής. Το Άρθρο 36 (Άρθρο 39 της Οδηγίας 2007/64) αφορά τις πληροφορίες που παρέχονται στον δικαιούχο μετά την εκτέλεση της εντολής πληρωμής, ενώ αναφέρεται και η δυνατότητα συμφωνίας για μη επιστροφή χρημάτων σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, καθώς και η παροχή πληροφοριών στον πληρωτή τουλάχιστον τέσσερις εβδομάδες πριν από την προβλεπόμενη ημερομηνία.
  54. Άρθρο 35 τ. Το Άρθρο 35 τ της Οδηγίας 2007/64 αφορά το πεδίο εφαρμογής των μεμονωμένων πράξεων πληρωμής που δεν καλύπτονται από σύμβαση-πλαίσιο, ορίζοντας ότι ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν υποχρεούται να παρέχει πληροφορίες που έχουν ήδη δοθεί στον χρήστη μέσω σύμβασης-πλαισίου με άλλον πάροχο.
  55. Άρθρο 37 τ. Το Άρθρο 37 τ του ΦΕΚ, που αντιστοιχεί στο Άρθρο 34 της Οδηγίας 2007/64, ορίζει ότι οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών πρέπει να παρέχουν στους χρήστες πληροφορίες σχετικά με τα μέσα ταυτοποίησης, τις προθεσμίες εκτέλεσης, τις επιβαρύνσεις και τις συναλλαγματικές ισοτιμίες, καθώς και άλλους όρους που προβλέπονται στο Άρθρο 39.
  56. Άρθρο 38. Το Άρθρο 38, παράγραφος 1, επιτρέπει στους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών, κατά παρέκκλιση των άρθρων 44 και 45, να παρέχουν μόνο έναν αριθμό αναφοράς για την αναγνώριση πράξεων πληρωμής, ποσών και τελών, ή συνολικές πληροφορίες για πολλαπλές πράξεις προς τον ίδιο δικαιούχο, εκτός εάν το μέσο πληρωμής χρησιμοποιείται ανώνυμα ή ο πάροχος δεν είναι τεχνικά σε θέση να τις παράσχει, αλλά οφείλει να επιτρέπει τον έλεγχο των αποθηκευμένων χρηματικών ποσών. Η παράγραφος 2 διπλασιάζει τα ποσά για εθνικές πράξεις πληρωμών και τα αυξάνει μέχρι 200 ευρώ για προπληρωμένα μέσα πληρωμών.
  57. Άρθρο 38 π. Το άρθρο 38 π του ΦΕΚ αφορά τις αλλαγές στα επιτόκια και τις συναλλαγματικές ισοτιμίες, επιτρέποντας την εφαρμογή ευνοϊκότερων αλλαγών χωρίς προειδοποίηση, ενώ παράλληλα ορίζει ότι οι επιβαρύνσεις για υπηρεσίες πληρωμών που χρεώνονται τακτικά καταβάλλονται αναλογικά μέχρι τη λύση της σύμβασης. Επίσης, αναφέρεται στην υποχρέωση παροχής πληροφοριών στον πληρωτή και τον δικαιούχο μετά από κάθε πράξη πληρωμής, σύμφωνα με τον τρόπο που ορίζεται στο άρθρο 38 παράγραφος 1.
  58. Άρθρο 39. Το Άρθρο 39 ορίζει ότι οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών πρέπει να παρέχουν στους χρήστες πληροφορίες και όρους σε εύκολα κατανοητή μορφή, στην επίσημη γλώσσα του κράτους-μέλους ή σε άλλη συμφωνημένη γλώσσα, και να αναφέρουν την ονομασία, τη διεύθυνση και τα στοιχεία της αρμόδιας εποπτικής αρχής του παρόχου.
  59. Άρθρο 39 π. Το Άρθρο 39 π, αναφερόμενο στο Άρθρο 44 της Οδηγίας 2007/64, ορίζει ότι ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών πρέπει να προτείνει τροποποιήσεις στη σύμβαση-πλαίσιο, καθώς και ενημερώσεις και όρους που καθορίζονται στο Άρθρο 39, τουλάχιστον δύο μήνες πριν από την προτεινόμενη ημερομηνία έναρξης ισχύος τους, σύμφωνα με τη διαδικασία του Άρθρου 38 παράγραφος 1.
  60. Άρθρο 39 σ. Το Άρθρο 39 σ αναφέρεται στην παροχή πληροφοριών και όρων σε έντυπη ή ανθεκτική μορφή, ενώ το Άρθρο 41 (που αντιστοιχεί στο Άρθρο 44 της Οδηγίας 2007/64) αφορά την τροποποίηση των συμβατικών όρων της σύμβασης-πλαισίου και την ενημέρωση των μερών.

Πρόσφατες αναφορές

Σχετικοί νόμοι

Νομοθεσία του 2010

Επιστροφή στη λίστα νόμων