Νόμος 4537/2018 — Χρονολόγιο τροποποιήσεων

Ο Νόμος 4537/2018 ενσωματώνει την Οδηγία 2015/2366/ΕΕ και καθορίζει κανόνες για τις υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά της Ελλάδας. Ρυθμίζει τη λειτουργία των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών, τις απαιτήσεις αδειοδότησης από την Τράπεζα της Ελλάδος, τις υποχρεώσεις ενημέρωσης των χρηστών, την ευθύνη για μη εγκεκριμένες πράξεις πληρωμής και τη διαχείριση κινδύνων. Ο νόμος αφορά πιστωτικά ιδρύματα, ιδρύματα πληρωμών, παρόχους υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμής και παρόχους υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού, ενώ η Τράπεζα της Ελλάδος είναι η αρμόδια εποπτική αρχή. Ειδικότερα, ορίζονται κεφαλαιακές απαιτήσεις, κανόνες για την προστασία των χρηστών, τη διασφάλιση των συναλλαγών και τη συνεργασία με άλλες ευρωπαϊκές αρχές.

Άρθρα

  1. Άρθρο 1. Το Άρθρο 1 του παρόντος νόμου, ενσωματώνοντας την Οδηγία 2015/2366/ΕΕ, καθορίζει ως σκοπό την εφαρμογή των διατάξεων σχετικά με τις υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά στην ελληνική έννομη τάξη.
  2. Άρθρο 1 τ. Το Άρθρο 1 τ του ΦΕΚ, που αφορά υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, θεσπίζει κανόνες για τη διάκριση κατηγοριών παρόχων υπηρεσιών πληρωμών, συμπεριλαμβανομένων των πιστωτικών ιδρυμάτων όπως ορίζονται στο στοιχείο 1 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 (EE L 176) και των υποκαταστημάτων τους στην Ελλάδα.
  3. Άρθρο 2 τ. Το Άρθρο 2 τ του νόμου, που βασίζεται στην Οδηγία 2015/2366/ΕΕ, καθορίζει την εφαρμογή των υπηρεσιών πληρωμών στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων των πράξεων σε νομίσματα κρατών-μελών και μη κρατών-μελών, καθώς και των περιπτώσεων όπου μόνο ένας πάροχος υπηρεσιών πληρωμών βρίσκεται εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου.
  4. Άρθρο 3. Το Άρθρο 3 του νόμου, που βασίζεται στην Οδηγία 2015/2366/ΕΕ, εξαιρεί από την εφαρμογή του πράξεις πληρωμής που γίνονται αποκλειστικά με μετρητά χωρίς ενδιάμεσο, μέσω εμπορικού αντιπροσώπου που ενεργεί για λογαριασμό είτε του πληρωτή είτε του δικαιούχου, καθώς και την κατ' επάγγελμα υλική μεταφορά.
  5. Άρθρο 3 π. Το Άρθρο 3 π του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/1011 αναφέρεται στα ονόματα των δεικτών αναφοράς και των διαχειριστών τους, καθώς και στις δυνητικές επιπτώσεις τους στους καταναλωτές. Το Άρθρο 129 ορίζει την αρμόδια αρχή για την εποπτεία της εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ) 1286/2014 σχετικά με τα έγγραφα βασικών πληροφοριών για συσκευασμένα επενδυτικά προϊόντα.
  6. Άρθρο 3 τ. Το Άρθρο 3 τ του εγγράφου ΦΕΚ ορίζει εξαιρέσεις από συγκεκριμένες ρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένων των πράξεων πληρωμής που αφορούν υλική μεταφορά τραπεζογραμματίων και κερμάτων, μη επαγγελματική συγκέντρωση και παράδοση μετρητών για φιλανθρωπικούς σκοπούς, πράξεις "μετρητά αντί μετρητών" χωρίς τραπεζικό λογαριασμό, και πληρωμές που βασίζονται σε συγκεκριμένα αξιόγραφα όπως επιταγές και εντολές πληρωμών, σύμφωνα με συμβάσεις της Γενεύης του 1930 και 1931. Επίσης, εξαιρούνται πράξεις πληρωμής στο πλαίσιο συστημάτων διακανονισμού τίτλων, εξυπηρέτηση περιουσιακών στοιχείων που αποτελούνται από τίτλους, και τεχνικές υπηρεσίες υποστήριξης παρόχων υπηρεσιών πληρωμών.
  7. Άρθρο 4 τ. Το Άρθρο 4 τ ορίζει τους όρους για τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών, καθορίζοντας το "κράτος-μέλος προέλευσης" και το "κράτος-μέλος υποδοχής", καθώς και τις διάφορες "υπηρεσίες πληρωμών" που περιλαμβάνουν τη διαχείριση λογαριασμών, την εκτέλεση πράξεων πληρωμής (με άμεση χρέωση, κάρτα, μεταφορές πίστωσης), την έκδοση μέσων πληρωμής, εμβάσματα, υπηρεσίες εκκίνησης πληρωμής και πληροφοριών λογαριασμού. Επίσης, ορίζει το "ίδρυμα πληρωμών" ως νομικό πρόσωπο με άδεια παροχής υπηρεσιών πληρωμών σε όλα τα κράτη-μέλη και την "πράξη πληρωμής" ως την έναρξη διάθεσης, μεταβίβασης ή ανάληψης χρηματικών ποσών.
  8. Άρθρο 5. Το Άρθρο 5, που βασίζεται στην Οδηγία 2015/2366/ΕΕ, ορίζει ότι τα ιδρύματα πληρωμών στην Ελλάδα πρέπει να είναι ανώνυμες εταιρείες ή Ευρωπαϊκές Εταιρείες (SE) και να λαμβάνουν άδεια λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος. Τα υφιστάμενα ιδρύματα πληρωμών είχαν προθεσμία ενός μήνα από την έναρξη ισχύος του νόμου, και το αργότερο έως τις 13 Απριλίου 2018, να υποβάλουν πληροφορίες στην Τράπεζα της Ελλάδος για αξιολόγηση της συμμόρφωσής τους με τα άρθρα 5 έως 37, με την αξιολόγηση να ολοκληρώνεται έως τις 13 Ιουλίου 2018.
  9. Άρθρο 5 κ. Το Άρθρο 5 κ ορίζει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος χορηγεί άδεια λειτουργίας σε ιδρύματα πληρωμών εφόσον πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις, όπως η διατήρηση κεντρικών γραφείων στην Ελλάδα, η διεξαγωγή μέρους των δραστηριοτήτων πληρωμών στην ημεδαπή, η ύπαρξη άρτιου οργανωτικού πλαισίου, η καταλληλότητα των κατόχων ειδικής συμμετοχής, και η μη παρεμπόδιση της εποπτικής αποστολής της Τράπεζας της Ελλάδος από στενούς δεσμούς ή νομοθετικές διατάξεις τρίτων χωρών. Η άδεια αυτή ισχύει σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ.
  10. Άρθρο 5 τ. Το Άρθρο 5 τ ορίζει ότι για την απόκτηση άδειας λειτουργίας ως ίδρυμα πληρωμών στην Ελλάδα, απαιτείται η υποβολή αίτησης στην Τράπεζα της Ελλάδος, συνοδευόμενη από πρόγραμμα δραστηριοτήτων, τριετές επιχειρηματικό σχέδιο με πρόβλεψη προϋπολογισμού, και στοιχεία που τεκμηριώνουν την επάρκεια του αρχικού κεφαλαίου.
  11. Άρθρο 6 τ. Το Άρθρο 6 τ, που αναφέρεται στην Οδηγία 2015/2366/ΕΕ, ορίζει ότι οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο προτίθεται να αποκτήσει ή να μειώσει ειδική συμμετοχή σε ίδρυμα πληρωμών στην Ελλάδα, φτάνοντας ή πέφτοντας κάτω από τα όρια του 20%, 30% ή 50% του εταιρικού κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου, πρέπει να ενημερώνει εκ των προτέρων γραπτώς την Τράπεζα της Ελλάδος, παρέχοντας τις απαιτούμενες πληροφορίες. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να αντιταχθεί στην απόκτηση ή να λάβει άλλα μέτρα, όπως κυρώσεις ή αναστολή δικαιωμάτων ψήφου, εάν η απόκτηση επηρεάζει αρνητικά τη διαχείριση του ιδρύματος ή αν δεν τηρηθεί η υποχρέωση ενημέρωσης.
  12. Άρθρο 7. Το Άρθρο 7 ορίζει το αρχικό κεφάλαιο που απαιτείται για τα ιδρύματα πληρωμών κατά τη στιγμή της αδειοδότησης, το οποίο κυμαίνεται από 20.000€ έως 125.000€ ανάλογα με τις παρεχόμενες υπηρεσίες πληρωμών, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και την Οδηγία 2015/2366/ΕΕ.
  13. Άρθρο 7 κ. Το Άρθρο 7 κ, παράγραφος 2, απαγορεύει την πολλαπλή χρήση στοιχείων ιδίων κεφαλαίων για ιδρύματα πληρωμών που ανήκουν στον ίδιο όμιλο με πιστωτικά ιδρύματα, επιχειρήσεις επενδύσεων, εταιρείες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων ή ασφαλιστικές επιχειρήσεις.
  14. Άρθρο 7 τ. Το Άρθρο 7 τ του εγγράφου αναφέρεται σε ποσό ύψους 125.000 ευρώ, ενώ το Άρθρο 8, βασιζόμενο στην Οδηγία 2015/2366/ΕΕ, ορίζει τα ίδια κεφάλαια των ιδρυμάτων πληρωμών, τα οποία δεν πρέπει να υπολείπονται του αρχικού κεφαλαίου, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013.
  15. Άρθρο 8 τ. Το Άρθρο 8 τ του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2015/751 (E EL 123) καθορίζει τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται σχετικά με τις επιβαρύνσεις, τα επιτόκια, τις συναλλαγματικές ισοτιμίες, την επικοινωνία και τις προφυλάξεις ασφαλείας μεταξύ παρόχων και χρηστών υπηρεσιών πληρωμών. Συγκεκριμένα, αναφέρεται σε όλες τις επιβαρύνσεις που οφείλει ο χρήστης, το εφαρμοστέο επιτόκιο και τη συναλλαγματική ισοτιμία, τα μέσα επικοινωνίας, τη γλώσσα της σύμβασης, καθώς και τα μέτρα ασφαλείας για την προστασία των μέσων πληρωμών και την ειδοποίηση σε περίπτωση απάτης.
  16. Άρθρο 9. Το Άρθρο 9 του ΦΕΚ ορίζει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιλέξει να μην εφαρμόσει τις διατάξεις του άρθρου, εφόσον πληρούνται οι όροι του άρθρου 7 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, και καθορίζει ότι με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος θα ρυθμιστούν ειδικότερα θέματα σχετικά με τη διαδικασία, τις προθεσμίες εφαρμογής, την υποβολή στοιχείων και πληροφοριών για τα διευθυντικά στελέχη των ιδρυμάτων πληρωμών.
  17. Άρθρο 9 τ. Το Άρθρο 9 τ του νόμου, που βασίζεται στην Οδηγία 2015/2366/ΕΕ, καθορίζει τον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων για τα ιδρύματα πληρωμών, εκτός από αυτά που παρέχουν αποκλειστικά υπηρεσίες ζ' και/ή η' του άρθρου 4, σύμφωνα με τρεις μεθόδους που ορίζονται από την Τράπεζα της Ελλάδος: Μέθοδος Α (10% των πάγιων εξόδων του προηγούμενου έτους), Μέθοδος Β (άθροισμα ποσοστών επί του Όγκου Πληρωμών, πολλαπλασιαζόμενο με συντελεστή k), και Μέθοδος Γ (σχετικός δείκτης εσόδων/εξόδων πολλαπλασιαζόμενος με συντελεστή k, με ελάχιστο όριο το 80% του μέσου όρου των τριών τελευταίων οικονομικών ετών).
  18. Άρθρο 10. Το Άρθρο 10, παράγραφος 1, της Τράπεζας της Ελλάδος απαιτεί από τα ιδρύματα πληρωμών που παρέχουν συγκεκριμένες υπηρεσίες πληρωμών να διασφαλίζουν τα χρηματικά ποσά που λαμβάνουν από τους χρήστες, ενώ το Άρθρο 10, ε) και στ), περιγράφει τις απαιτήσεις για το οργανωτικό πλαίσιο διακυβέρνησης, τους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, τη διαχείριση κινδύνου, και τις διαδικασίες διαχείρισης περιστατικών ασφαλείας και παραπόνων πελατών.
  19. Άρθρο 10 τ. Το Άρθρο 10 τ ορίζει ότι τα χρηματικά ποσά που λαμβάνουν τα ιδρύματα πληρωμών από χρήστες υπηρεσιών πληρωμών για πράξεις πληρωμής πρέπει είτε να διαχωρίζονται από τα κεφάλαια άλλων προσώπων και να κατατίθενται σε χωριστό λογαριασμό ή να επενδύονται σε ασφαλή στοιχεία ενεργητικού, είτε να καλύπτονται από ασφαλιστήριο συμβόλαιο ή άλλη εγγύηση, προστατεύοντας τους χρήστες σε περίπτωση αφερεγγυότητας του ιδρύματος. Η Τράπεζα της Ελλάδος καθορίζει τα κριτήρια για τα ιδρύματα πληρωμών με έδρα την Ελλάδα.
  20. Άρθρο 11. Το Άρθρο 11 του ΦΕΚ ορίζει ότι επιχειρήσεις που σκοπεύουν να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών, εκτός από συγκεκριμένες εξαιρέσεις, υποχρεούνται να λάβουν άδεια λειτουργίας ως ιδρύματα πληρωμών πριν ξεκινήσουν τη δραστηριότητά τους, και η άδεια αυτή χορηγείται μόνο σε νομικά πρόσωπα που είναι εγκατεστημένα στην ελληνική επικράτεια.
  21. Άρθρο 11 τ. Το Άρθρο 11 τ ορίζει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος χορηγεί άδεια λειτουργίας σε εγκατεστημένες εντός της ελληνικής επικράτειας επιχειρήσεις, εφόσον η αίτηση και τα συνοδευτικά δικαιολογητικά πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 5 και η συνολική αξιολόγηση της Τράπεζας της Ελλάδος είναι ευνοϊκή.
  22. Άρθρο 12. Το Άρθρο 12 του ΦΕΚ, το οποίο εναρμονίζεται με το άρθρο 12 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ, ορίζει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος υποχρεούται να ενημερώσει τον αιτούντα εντός τριών (3) μηνών από την παραλαβή της αίτησης (ή των συμπληρωματικών πληροφοριών) για την άδεια λειτουργίας, σχετικά με την αποδοχή ή απόρριψη της αίτησής του.
  23. Άρθρο 13. Το Άρθρο 13 ορίζει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιβάλει κυρώσεις και μέτρα, σύμφωνα με τα άρθρα 60, 62 και 96 του ν. 4261/2014, σε παρόχους υπηρεσιών πληρωμών, συμπεριλαμβανομένων των παρόχων υπηρεσίας πληροφοριών λογαριασμού, καθώς και στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου τους, για παραβάσεις σχετικές με τις αρμοδιότητές της στην εποπτεία των υπηρεσιών πληρωμών. Αυτές οι κυρώσεις περιλαμβάνουν δημόσια ανακοίνωση, εντολή παύσης παράνομης συμπεριφοράς, και ανάκληση άδειας λειτουργίας ή καταχώρισης, ενώ τα ιδρύματα πληρωμών λαμβάνουν αυτομάτως άδεια λειτουργίας εφόσον πληρούν τις απαιτήσεις των άρθρων 5 και 11.
  24. Άρθρο 13 τ. Το Άρθρο 13 τ παραθέτει τους λόγους για τους οποίους η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ανακαλέσει άδεια λειτουργίας ενός ιδρύματος πληρωμών, όπως η μη συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις, η απειλή για το σύστημα πληρωμών, ή η αδυναμία αύξησης ιδίων κεφαλαίων. Το Άρθρο 14 περιγράφει τη δημιουργία ενός δημόσιου μητρώου από την Τράπεζα της Ελλάδος, το οποίο θα περιλαμβάνει τα αδειοδοτημένα ιδρύματα πληρωμών, τους αντιπροσώπους και τα υποκαταστήματά τους, καθώς και τους παρόχους υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού.
  25. Άρθρο 13Α. Το Άρθρο 102, βασιζόμενο στο άρθρο 106 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ, ορίζει ότι η Γενική Γραμματεία Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή (ΓΓΕΠΚ) οφείλει να διαθέτει στην ιστοσελίδα της το ηλεκτρονικό φυλλάδιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών.
  26. Άρθρο 14. Το Άρθρο 14 ορίζει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος κοινοποιεί πληροφορίες στην ΕΑΤ για δημοσίευση στο μητρώο του άρθρου 15, ενώ παράγραφος 7 της ίδιας απόφασης της Τράπεζας της Ελλάδος καθορίζει το περιεχόμενο της γνωστοποίησης, τα υπόχρεα πρόσωπα, τα υποβαλλόμενα στοιχεία, τη διαδικασία, την προθεσμία και τα κριτήρια αξιολόγησης. Το Άρθρο 38, εντός του Τίτλου ΙΙΙ, αφορά το πεδίο εφαρμογής και απαιτεί από τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με την άδεια λειτουργίας τους, τον αριθμό εγγραφής τους σε μητρώο, καθώς και λεπτομέρειες για τα κύρια χαρακτηριστικά των υπηρεσιών πληρωμών, τις πληροφορίες που απαιτούνται από τον χρήστη, τον τύπο και τη διαδικασία κοινοποίησης της συγκατάθεσης για την εκκίνηση ή εκτέλεση εντολής πληρωμής, και τον χρόνο λήψης της εντολής.
  27. Άρθρο 14 κ. Το Άρθρο 14 κ ορίζει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος αξιολογεί τη συμμόρφωση των ιδρυμάτων πληρωμών με τις απαιτήσεις των άρθρων 5 έως 37 έως τις 13 Ιουλίου 2018, και σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, απαγορεύει την παροχή υπηρεσιών πληρωμών ή αποφασίζει για την ανάκληση της άδειας λειτουργίας τους.
  28. Άρθρο 14 τ. Το Άρθρο 14 τ του ΦΕΚ ορίζει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος τηρεί δημόσιο, ηλεκτρονικά προσβάσιμο και άμεσα ενημερώσιμο μητρώο για τα ιδρύματα πληρωμών που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας, τα οποία καταχωρούνται χωριστά από τους παρόχους υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού του άρθρου 34, και κοινοποιεί στην ΕΑΤ τους λόγους για κάθε ανάκληση άδειας λειτουργίας ή καταχώρισης.
  29. Άρθρο 15. Το Άρθρο 15 ορίζει ότι τα ιδρύματα πληρωμών που έχουν λάβει άδεια για υπηρεσίες πληρωμών της περίπτωσης ζ΄ του στοιχείου 3 του άρθρου 4 του ν. 3862/2010, μπορούν να διατηρήσουν αυτή την άδεια για υπηρεσίες πληρωμών της περίπτωσης γ΄ του στοιχείου 3 του άρθρου 4, εφόσον έως τις 13 Ιανουαρίου 2020 αποδείξουν στην Τράπεζα της Ελλάδος ότι πληρούν τις απαιτήσεις της περίπτωσης γ΄ του άρθρου 7.
  30. Άρθρο 15 τ. Το Άρθρο 15 τ του ΦΕΚ ορίζει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος είναι υπεύθυνη για την ακρίβεια και την επικαιροποίηση των πληροφοριών που παρέχονται σε εύχρηστη χρηματοοικονομική γλώσσα. Το Άρθρο 16, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 16 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ, αναφέρεται στη διατήρηση της άδειας λειτουργίας και στην υποχρέωση ενημέρωσης για οποιαδήποτε μεταβολή επηρεάζει την ακρίβεια των υποβληθέντων πληροφοριών και δικαιολογητικών.
  31. Άρθρο 16. Το Άρθρο 16 εξειδικεύει τις αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, σχετικά με τον έλεγχο ασφαλείας, τη μείωση κινδύνων, την ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης, το αρχικό κεφάλαιο, τα ίδια κεφάλαια, τη διασφάλιση και τη λειτουργία μητρώου, καθώς και τις διαδικαστικές λεπτομέρειες για την επιβολή κυρώσεων.
  32. Άρθρο 17. Το Άρθρο 17, που βασίζεται στο άρθρο 17 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ, ορίζει ότι τα ιδρύματα πληρωμών υπόκεινται στις διατάξεις των π.δ. 367/1994, ν. 4308/2014, ν. 4403/2016 και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1606/2002, και οι ετήσιοι και ενοποιημένοι λογαριασμοί τους ελέγχονται από ορκωτούς ελεγκτές λογιστές ή ελεγκτικές εταιρείες σύμφωνα με τον ν. 4449/2017, εκτός αν εξαιρούνται. Επιπλέον, τα ιδρύματα πληρωμών πρέπει να παρέχουν χωριστές λογιστικές πληροφορίες για τις υπηρεσίες πληρωμών και άλλες δραστηριότητες, και οι αρμόδιες αρχές θα καταβάλλουν προσπάθειες για συμμόρφωση με τις κατευθυντήριες γραμμές των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών.
  33. Άρθρο 17 τ. Το Άρθρο 17 τ ρυθμίζει την έκθεση ελεγκτή που εκπονείται από ορκωτούς ελεγκτές λογιστές ή ελεγκτικές εταιρείες για τα ιδρύματα πληρωμών, εφαρμόζοντας αναλόγως τις υποχρεώσεις του άρθρου 55 του ν. 4261/2014 στις δραστηριότητες υπηρεσιών πληρωμών.
  34. Άρθρο 18. Το Άρθρο 18, βασισμένο στην Οδηγία 2015/2366/ΕΕ, επιτρέπει στα ιδρύματα πληρωμών να παρέχουν, εκτός των υπηρεσιών πληρωμών, επικουρικές υπηρεσίες όπως συναλλαγματικές πράξεις και λειτουργία συστημάτων πληρωμών, ενώ επιτρέπει τη διατήρηση λογαριασμών πληρωμών μόνο για πράξεις πληρωμής.
  35. Άρθρο 18 τ. Το Άρθρο 18 τ του ΦΕΚ ορίζει ότι οι υπηρεσίες πληρωμών που παρέχονται από υποκαταστήματα, γραφεία ταχυδρομικών επιταγών, ιδρύματα πληρωμών, την ΕΚΤ, εθνικές κεντρικές τράπεζες (όταν δεν ενεργούν ως δημόσιες αρχές), το Ελληνικό Δημόσιο και άλλα κράτη-μέλη ή τις τοπικές αρχές τους (όταν δεν ενεργούν ως δημόσιες αρχές) εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του νόμου. Επιπλέον, το Άρθρο 2, που αφορά το πεδίο εφαρμογής, διευκρινίζει ότι ο νόμος εφαρμόζεται στις υπηρεσίες πληρωμών που παρέχονται στην Ελλάδα και ότι η παραλαβή χρηματικών ποσών από ιδρύματα πληρωμών για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών δεν συνιστά αποδοχή καταθέσεων ή ηλεκτρονικού χρήματος. Τέλος, αναφέρεται ότι τα ιδρύματα πληρωμών μπορούν να παρέχουν πίστωση επικουρικά σε σχέση με συγκεκριμένες υπηρεσίες πληρωμών, εφόσον πληρούνται σωρε…
  36. Άρθρο 19. Το Άρθρο 19 ορίζει τη διαδικασία γνωστοποίησης στην Τράπεζα της Ελλάδος από ιδρύματα πληρωμών που εδρεύουν στην Ελλάδα, σχετικά με την παροχή υπηρεσιών πληρωμών μέσω αντιπροσώπου, την ίδρυση ή τον τερματισμό λειτουργίας υποκαταστήματος, καθώς και τις αλλαγές στη χρήση αντιπροσώπων. Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει προθεσμία δύο (2) μηνών για να ενημερώσει το ίδρυμα πληρωμών για την καταχώριση του αντιπροσώπου στο μητρώο του άρθρου 14, ενώ μπορεί να προβαίνει σε επαληθεύσεις πριν την εγγραφή.
  37. Άρθρο 19 τ. Το Άρθρο 19 τ του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, όπως αναφέρεται στο Άρθρο 29, αφορά την παροχή υπηρεσιών από ιδρύματα πληρωμών με έδρα την Ελλάδα σε άλλα κράτη μέλη, είτε με είτε χωρίς εγκατάσταση, καθώς και την εξωτερική ανάθεση δραστηριοτήτων σε τρίτους.
  38. Άρθρο 20. Το Άρθρο 20 του ΦΕΚ ορίζει ότι τα ιδρύματα πληρωμών που εδρεύουν στην Ελλάδα πρέπει να ενημερώνουν την Τράπεζα της Ελλάδος πριν αναθέσουν εξωτερικά λειτουργικές δραστηριότητες σε τρίτους στην Ελλάδα, διασφαλίζοντας ότι η ανάθεση δεν βλάπτει τον εσωτερικό έλεγχο, την εποπτεία από την Τράπεζα της Ελλάδος, ούτε τις ευθύνες τους προς τους χρήστες και τους όρους αδειοδότησής τους. Η Τράπεζα της Ελλάδος θα καθορίσει με απόφαση τις λεπτομέρειες της γνωστοποίησης και της αξιολόγησης αυτών των αναθέσεων.
  39. Άρθρο 21. Το Άρθρο 21 ορίζει ότι τα ιδρύματα πληρωμών, ακόμη και όταν αναθέτουν λειτουργικές δραστηριότητες σε τρίτους, παραμένουν πλήρως υπεύθυνα για τις πράξεις των υπαλλήλων, των αντιπροσώπων, των υποκαταστημάτων τους και των εξωτερικών αναδόχων, και πρέπει να λαμβάνουν εύλογα μέτρα για τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του νόμου.
  40. Άρθρο 22. Το Άρθρο 22 ορίζει ότι τα ιδρύματα πληρωμών πρέπει να τηρούν αρχεία για τουλάχιστον πέντε (5) έτη, σύμφωνα με την Οδηγία 2015/2366/ΕΕ, για τους σκοπούς των άρθρων 5 έως 37.
  41. Άρθρο 22 κ. Το Άρθρο 22 κ ορίζει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης, χειρίζεται καταγγελίες σχετικά με συγκεκριμένα άρθρα, χωρίς η εποπτική της αρμοδιότητα να επεκτείνεται σε άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες των ιδρυμάτων πληρωμών πέραν της παροχής υπηρεσιών πληρωμών και των δραστηριοτήτων της παρ. 1α του άρθρου 18. Οι αποφάσεις και αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος ασκούνται από την Εκτελεστική Επιτροπή του άρθρου 55Α του Καταστατικού της (Α΄ 298/1927) ή εξουσιοδοτημένο όργανο, και με όμοια πράξη μπορούν να θεσπίζονται ρυθμίσεις για τη συμμόρφωση με κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις της ΕΑΤ.
  42. Άρθρο 23. Το Άρθρο 23 ορίζει την Τράπεζα της Ελλάδος ως την αρμόδια αρχή για την αδειοδότηση και την προληπτική εποπτεία ιδρυμάτων πληρωμών, σύμφωνα με την Οδηγία 2015/2366/ΕΕ. Η Τράπεζα της Ελλάδος είναι επίσης υπεύθυνη για την άσκηση συγκεκριμένων καθηκόντων που περιγράφονται στα άρθρα 5 έως 37, στην παράγραφο 6 του άρθρου 68 και στα άρθρα 94 έως 96, καθώς και για τη διαχείριση σχετικών καταγγελιών.
  43. Άρθρο 23 τ. Το Άρθρο 23 τ, που βασίζεται στην Οδηγία 2015/2366/ΕΕ, περιγράφει τους αναλογικούς, επαρκείς και προσαρμοσμένους στους κινδύνους ελέγχους που ασκεί η Τράπεζα της Ελλάδος στα ιδρύματα πληρωμών για τη διαπίστωση της συνεχούς τήρησης των υποχρεώσεών τους. Η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά την άσκηση της εποπτικής της αρμοδιότητας, μπορεί να απαιτεί πληροφορίες, να πραγματοποιεί επιτόπιους ελέγχους, να εκδίδει συστάσεις και δεσμευτικές πράξεις, καθώς και να ανακαλεί άδειες λειτουργίας.
  44. Άρθρο 24. Το Άρθρο 24 του ΦΕΚ αφορά την εποπτεία των ιδρυμάτων πληρωμών με έδρα την Ελλάδα, όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών εντός ή εκτός της χώρας, καθώς και την παροχή υπηρεσιών σε άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ.
  45. Άρθρο 24 τ. Το Άρθρο 24 τ της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ επιβάλλει την τήρηση επαγγελματικού απορρήτου σε όσους εργάζονται ή έχουν εργαστεί για την Τράπεζα της Ελλάδος, καθώς και στους εμπειρογνώμονες που ενεργούν για λογαριασμό της, ιδίως κατά την ανταλλαγή πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 27.
  46. Άρθρο 25 ι. Το Άρθρο 25 ι ορίζει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή, κοινοποιεί σχετικές πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών-μελών σχετικά με παραβάσεις από αντιπροσώπους ή υποκαταστήματα, ενώ τα ιδρύματα πληρωμών με έδρα σε άλλο κράτος-μέλος που λειτουργούν στην Ελλάδα ορίζουν κεντρικό σημείο επικοινωνίας για τη διευκόλυνση της εποπτείας.
  47. Άρθρο 25 τ. Το Άρθρο 27, που αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών, ορίζει τη συνεργασία μεταξύ της Τράπεζας της Ελλάδος και της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Προστασίας του Καταναλωτή (ΓΓΕΠΚ) του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης, καθώς και με αντίστοιχες αρχές άλλων κρατών-μελών, την ΕΚΤ, τις Εθνικές Κεντρικές Τράπεζες, την ΕΑΤ και άλλες αρμόδιες αρχές, για θέματα που σχετίζονται με παρόχους υπηρεσιών πληρωμών.
  48. Άρθρο 27. Το Άρθρο 26 του ΦΕΚ, που αφορά το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, ορίζει ότι οι αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος σχετικά με υπηρεσίες πληρωμών, οι οποίες εκδίδονται βάσει του παρόντος νόμου και των σχετικών κανονιστικών πράξεων, μπορούν να προσβληθούν με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Το Άρθρο 27, παράγραφος 2, τονίζει την τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου κατά την ανταλλαγή πληροφοριών, ενώ η παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου αναφέρει ότι εφαρμόζεται λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 54 του ν. 4261/2014.
  49. Άρθρο 28. Το Άρθρο 28 του ΦΕΚ αφορά την επίλυση διαφορών μεταξύ της Τράπεζας της Ελλάδος ή της ΓΓΕΠΚ και των αρμόδιων αρχών άλλων κρατών-μελών, όταν η διασυνοριακή συνεργασία δεν είναι σύμφωνη με τις προϋποθέσεις των άρθρων 26, 28, 29, 30 ή 31 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ, και προβλέπει την παραπομπή του θέματος στην ΕΑΤ για συνδρομή.
  50. Άρθρο 28 τ. Το Άρθρο 28 τ, που βασίζεται στην Οδηγία 2015/2366/ΕΕ, καθορίζει τη διαδικασία για τα ελληνικά ιδρύματα πληρωμών που επιθυμούν να παρέχουν υπηρεσίες σε άλλο κράτος-μέλος, απαιτώντας γνωστοποίηση πληροφοριών στην Τράπεζα της Ελλάδος εντός ενός μηνός, η οποία στη συνέχεια κοινοποιεί τα στοιχεία στις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους υποδοχής, λαμβάνοντας υπόψη τυχόν παρατηρήσεις σχετικά με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, και εκδίδοντας απόφαση εντός τριών μηνών.
  51. Άρθρο 29. Το Άρθρο 29 ορίζει ότι οι πιστώσεις που χορηγούνται από ιδρύματα πληρωμών πρέπει να αποπληρώνονται εντός δώδεκα (12) μηνών, δεν πρέπει να προέρχονται από ποσά που προορίζονται για εκτέλεση πληρωμών, και τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος πρέπει να είναι επαρκή κατά την κρίση της Τράπεζας της Ελλάδος. Επιπλέον, τα ιδρύματα πληρωμών δεν επιτρέπεται να δέχονται καταθέσεις ή άλλες επιστρεπτέες χρηματικές οφειλές, και ο νόμος ισχύει με την επιφύλαξη της κοινής απόφασης Ζ1-699/2010 και άλλης σχετικής νομοθεσίας για πιστώσεις σε καταναλωτές.
  52. Άρθρο 29 τ. Το Άρθρο 29 τ ρυθμίζει τις αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος και των αρμόδιων αρχών άλλων κρατών-μελών σχετικά με τους επιτόπιους ελέγχους σε ιδρύματα πληρωμών που παρέχουν υπηρεσίες στην Ελλάδα, είτε άμεσα είτε μέσω αντιπροσώπων ή υποκαταστημάτων, με σκοπό την εποπτεία και τη διασφάλιση της σταθερότητας του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος.
  53. Άρθρο 30. Το Άρθρο 30 του ΦΕΚ επιτρέπει σε ιδρύματα πληρωμών με έδρα σε άλλα κράτη-μέλη να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών στην Ελλάδα, είτε με εγκατάσταση είτε χωρίς, εφόσον οι υπηρεσίες αυτές καλύπτονται από την άδεια λειτουργίας τους στο κράτος προέλευσης και έχει γίνει σχετική κοινοποίηση στην Τράπεζα της Ελλάδος από τις αρμόδιες αρχές του κράτους προέλευσης, σύμφωνα με το άρθρο 28 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ.
  54. Άρθρο 30 τ. Το Άρθρο 30 τ ορίζει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης, λαμβάνει μέτρα για την αντιμετώπιση της μη συμμόρφωσης ελληνικών ιδρυμάτων πληρωμών με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τα άρθρα 5 έως 37, 68(6) και 95 έως 97 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ σε άλλα κράτη-μέλη, ενώ σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης μπορεί να δράσει ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους υποδοχής για την προστασία των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών στην Ελλάδα.
  55. Άρθρο 31. Το Άρθρο 31, βασισμένο στο άρθρο 29 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ, καθορίζει τις αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος ως αρμόδιας αρχής κράτους μέλους προέλευσης και υποδοχής, περιγράφοντας τη συνεργασία της με άλλες αρχές για την εποπτεία ιδρυμάτων πληρωμών, τη διενέργεια ελέγχων και τη λήψη προληπτικών μέτρων για την προστασία των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών. Επίσης, αναφέρεται η Γενική Γραμματεία Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή (ΓΓΕΠΚ) για συγκεκριμένες αρμοδιότητες σχετικά με παρόχους υπηρεσιών πληρωμών.
  56. Άρθρο 31 τ. Το Άρθρο 34, παράγραφος 1, ορίζει ότι οι πάροχοι υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού, που παρέχουν αποκλειστικά την υπηρεσία πληρωμών της περίπτωσης η' του στοιχείου 3 του άρθρου 4, εξαιρούνται από τις διαδικασίες και προϋποθέσεις των άρθρων 5 έως 22, αλλά υπόκεινται σε συγκεκριμένες διατάξεις των άρθρων 5, 13, 14, 15, 16 και 23 έως 33 (με εξαίρεση την παράγραφο 6 του άρθρου 24). Η παράγραφος 2 διευκρινίζει ότι αυτά τα πρόσωπα αντιμετωπίζονται ως ιδρύματα πληρωμών, εφαρμόζουν συγκεκριμένες διατάξεις των άρθρων 41, 45, 52, 67, 69 και 94 έως 96, και εξαιρούνται από τα άρθρα 38 έως 101.
  57. Άρθρο 32. Το Άρθρο 32, βασισμένο στο άρθρο 30 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ, ορίζει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή, ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους προέλευσης εάν ένα ίδρυμα πληρωμών με έδρα σε άλλο κράτος-μέλος, το οποίο έχει αντιπροσώπους ή υποκαταστήματα στην Ελλάδα, δεν συμμορφώνεται με τα άρθρα 5 έως 37, την παράγραφο 6 του άρθρου 68 και τα άρθρα 94 έως 96, συμπεριλαμβανομένου του χειρισμού καταγγελιών.
  58. Άρθρο 33. Το Άρθρο 33, που βασίζεται στο άρθρο 31 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ, ορίζει ότι κάθε μέτρο που επιβάλλει κυρώσεις ή περιορισμούς στην παροχή υπηρεσιών ή την εγκατάσταση, σύμφωνα με τα άρθρα 24, 29, 30, 31 ή 32, πρέπει να αιτιολογείται επαρκώς και να κοινοποιείται στον εμπλεκόμενο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών. Επιπλέον, τα άρθρα 29, 30, 31 και 32 δεν επηρεάζουν τις αρμοδιότητες που απορρέουν από τη νομοθεσία για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, όπως ορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 48 της Οδηγίας 2015/849/ΕΕ και την παρ. 1 του άρθρου 22 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2015/847.
  59. Άρθρο 34. Το Άρθρο 34 ορίζει διάφορους όρους που σχετίζονται με τις υπηρεσίες πληρωμών, όπως "μέσο πληρωμών", "υπηρεσία εκκίνησης πληρωμής", "υπηρεσία πληροφοριών λογαριασμού", "πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού", "πάροχος υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής", "πάροχος υπηρεσίας πληροφοριών λογαριασμού", "καταναλωτής", "σύμβαση-πλαίσιο", "υπηρεσία εμβασμάτων", "άμεση χρέωση", "μεταφορά πίστωσης", "χρηματικά ποσά", "ημερομηνία αξίας" και "συναλλαγματική ισοτιμία αναφοράς". Επίσης, αναφέρεται ο ν. 4021/2011.
  60. Άρθρο 35. Το Άρθρο 35, που προέρχεται από την Οδηγία 2015/2366/ΕΕ, καθορίζει ότι η πρόσβαση στα συστήματα πληρωμών για αδειοδοτημένους ή εγγεγραμμένους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών πρέπει να είναι αντικειμενική, αναλογική και αμερόληπτη, χωρίς να επιβάλλονται περιοριστικοί κανόνες ή διακρίσεις.

Πρόσφατες αναφορές

Σχετικοί νόμοι

Νομοθεσία του 2018

Επιστροφή στη λίστα νόμων