Νόμος 3251/2004 — Χρονολόγιο τροποποιήσεων

Ο Νόμος 3251/2004 του Ελληνικού Κοινοβουλίου καθορίζει τη διαδικασία έκδοσης και εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης στην Ελλάδα, ως απόφαση δικαστικής αρχής κράτους μέλους της ΕΕ για τη σύλληψη προσώπου για ποινική δίωξη ή εκτέλεση ποινής. Ο νόμος ορίζει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, τα απαιτούμενα στοιχεία του, τις αρμόδιες δικαστικές αρχές (εισαγγελέας εφετών), τις προϋποθέσεις εκτέλεσης, τις περιπτώσεις μη εκτέλεσης ή απαγόρευσης, καθώς και τις διαδικασίες σύλληψης, ενημέρωσης, προσφυγής και προσαγωγής του εκζητουμένου. Επίσης, ρυθμίζει θέματα όπως η κατάσχεση αντικειμένων, η άρση προνομίων, η διαμεταγωγή, ο κανόνας της ειδικότητας και η αντιμετώπιση συγκρούσεων με αιτήσεις έκδοσης από τρίτες χώρες. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης ορίζεται ως κεντρική αρχή για τη διοικητική διαβίβαση των ενταλμάτων.

Άρθρα

  1. Άρθρο 1. Το Άρθρο 1 ορίζει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ως απόφαση δικαστικής αρχής κράτους μέλους της ΕΕ για τη σύλληψη προσώπου σε άλλο κράτος μέλος για ποινική δίωξη ή εκτέλεση ποινής, διασφαλίζοντας παράλληλα την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και την αποφυγή θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης μεταχείρισης.
  2. Άρθρο 2. Το Άρθρο 2 του ΦΕΚ ορίζει ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης πρέπει να περιλαμβάνει στοιχεία όπως η ταυτότητα του εκζητουμένου, τα στοιχεία της δικαστικής αρχής έκδοσης, τη φύση και τις περιστάσεις του εγκλήματος, την επιβληθείσα ποινή ή το πλαίσιο ποινής, και άλλες σχετικές πληροφορίες, ενώ μπορεί να αφορά πολλαπλά εγκλήματα και πρέπει να μεταφράζεται. Το Άρθρο 3 ορίζει το Υπουργείο Δικαιοσύνης ως κεντρική αρχή για τη διοικητική διαβίβαση των ενταλμάτων.
  3. Άρθρο 2 π. Το Άρθρο 2 π ρυθμίζει τη διαδικασία διαβίβασης ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης από τον αρμόδιο εισαγγελέα εφετών, ο οποίος μπορεί να χρησιμοποιήσει το Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν, το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο, ή την Ιντερπόλ για τον εντοπισμό του εκζητουμένου, και να διαβιβάσει το ένταλμα με ασφαλή μέσα, ενώ οι δυσχέρειες αντιμετωπίζονται με απευθείας επαφές μεταξύ δικαστικών αρχών. Επίσης, ορίζει ότι η ελληνική δικαστική αρχή αποφασίζει εντός τριάντα ημερών για τη συγκατάθεση εκτέλεσης εντάλματος για προγενέστερες πράξεις, βάσει του άρθρου 10 και 11 του Ν. 2928/2001.
  4. Άρθρο 3. Το Άρθρο 3 ορίζει ότι η κεντρική αρχή μπορεί να τηρεί στατιστικά στοιχεία και ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης ενημερώνει τη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις αρμόδιες δικαστικές αρχές.
  5. Άρθρο 4. Το Άρθρο 4 ορίζει ότι αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης στην Ελλάδα είναι ο εισαγγελέας εφετών, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται η κατά τόπον αρμοδιότητα για την εκδίκαση της αξιόποινης πράξης ή την εκτέλεση της ποινής/μέτρου ασφαλείας.
  6. Άρθρο 5. Το Άρθρο 5 ορίζει ότι ένα Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης (ΕΕΣ) μπορεί να εκδοθεί για αδικήματα που τιμωρούνται με φυλάκιση ή μέτρο ασφαλείας τουλάχιστον δώδεκα μηνών, ή για καταδικασθέντες σε φυλάκιση ή μέτρο ασφαλείας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών.
  7. Άρθρο 6. Το Άρθρο 6 του ΦΕΚ ορίζει ότι ο αρμόδιος εισαγγελέας εφετών διαβιβάζει απευθείας το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης στην αρμόδια δικαστική αρχή εκτέλεσης, εφόσον είναι γνωστός ο τόπος κατοικίας ή διαμονής του εκζητουμένου, και μπορεί να προβαίνει σε καταχώριση στο Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν (SIS) σύμφωνα με το άρθρο 95 της Σύμβασης Σένγκεν (κυρωμένη με Ν. 2514/1997, ΦΕΚ 140 Α΄), η οποία ισοδυναμεί με ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.
  8. Άρθρο 7. Το Άρθρο 7 του ΦΕΚ ορίζει ότι ο αρμόδιος εισαγγελέας εφετών μπορεί να ζητήσει την κατάσχεση και παράδοση αντικειμένων που αποτελούν πειστήρια ή προϊόντα αξιόποινης πράξης, διατηρώντας τα δικαιώματα του κράτους μέλους εκτέλεσης ή τρίτων μερών επί αυτών, και αποδίδοντάς τα χωρίς οικονομική επιβάρυνση μετά την περάτωση της ποινικής διαδικασίας.
  9. Άρθρο 8. Το Άρθρο 8 περιγράφει τη διαδικασία αίτησης για άρση προνομίου ή ασυλίας του εκζητουμένου, όπου η δικαστική αρχή του κράτους εκτέλεσης μπορεί να ζητήσει την άρση, και αν αυτή εμπίπτει σε άλλη αρχή ή διεθνή οργανισμό, ο αρμόδιος εισαγγελέας εφετών υποβάλλει αίτηση με επισυναπτόμενο το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Το Άρθρο 9 ορίζει ως αρμόδια δικαστική αρχή στην Ελλάδα για την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης τον εισαγγελέα εφετών της περιφέρειας διαμονής του εκζητουμένου ή τον εισαγγελέα εφετών Αθηνών αν η διαμονή είναι άγνωστη.
  10. Άρθρο 9. Το Άρθρο 9 του ΦΕΚ ορίζει ότι σε περίπτωση άγνωστης διαμονής του εκζητούμενου, η αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση απόφασης εκτέλεσης εντάλματος έκδοσης είναι ο πρόεδρος εφετών εάν ο εκζητούμενος συναινεί στην έκδοση, ή το συμβούλιο εφετών εάν δεν συναινεί, στην περιφέρεια όπου διαμένει ή συλλαμβάνεται.
  11. Άρθρο 10. Το Άρθρο 10 του ΦΕΚ καθορίζει τις προϋποθέσεις για την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, απαιτώντας η αξιόποινη πράξη να είναι έγκλημα σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία και να τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δώδεκα μηνών στο κράτος έκδοσης, ή τουλάχιστον τεσσάρων μηνών αν χαρακτηρίζεται ως πλημμέλημα ή κακούργημα στην Ελλάδα. Επίσης, παραθέτει μια λίστα 32 συγκεκριμένων εγκλημάτων (όπως τρομοκρατία, εμπορία ανθρώπων, ναρκωτικά, διαφθορά, κ.α.) για τα οποία η εκτέλεση επιτρέπεται χωρίς έλεγχο του διττού αξιόποινου, εφόσον τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών ετών στο κράτος έκδοσης.
  12. Άρθρο 11. Το Άρθρο 11 του ΦΕΚ ορίζει τις περιπτώσεις όπου δεν εκτελείται ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, όπως όταν η πράξη καλύπτεται από αμνηστία, έχει ήδη δικαστεί αμετάκλητα σε κράτος μέλος της ΕΕ, το πρόσωπο είναι ανεύθυνο λόγω ηλικίας, έχει επέλθει παραγραφή, το ένταλμα εκδόθηκε για διακρίσεις, ή αφορά ημεδαπό που διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια πράξη.
  13. Άρθρο 12. Το Άρθρο 12 του ΦΕΚ ορίζει τις περιπτώσεις όπου η εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης μπορεί να απαγορευτεί από την αρμόδια δικαστική αρχή, όπως όταν το πρόσωπο διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια πράξη, οι ελληνικές αρχές έχουν αποφασίσει να μην ασκήσουν δίωξη ή να την παύσουν, ή όταν ο εκζητούμενος έχει δικαστεί αμετακλήτως στην Ελλάδα, σε κράτος μέλος της ΕΕ, ή σε τρίτη χώρα υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Το Άρθρο 13, αντίστοιχα, αναφέρεται στις εγγυήσεις για την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που έχει εκδοθεί ερήμην του εκζητουμένου, απαιτώντας επαρκείς εγγυήσεις για επανεκδίκαση.
  14. Άρθρο 13. Το Άρθρο 13 του ΦΕΚ ορίζει ότι η εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης για ποινή ισόβιας κάθειρξης μπορεί να εξαρτηθεί από την ύπαρξη διατάξεων για επανεξέταση της ποινής ή μέτρων επιείκειας στο κράτος έκδοσης, ενώ αν ο εκζητούμενος κατοικεί στην Ελλάδα, μπορεί να εκτελεστεί η ποινή στην Ελλάδα μετά από ακρόαση. Επίσης, αναφέρεται ότι η δικαστική αρχή μπορεί να αρνηθεί τη συγκατάθεση για τους λόγους του Άρθρου 12.
  15. Άρθρο 14. Το Άρθρο 14 του ΦΕΚ ορίζει τη διαδικασία παραλαβής και εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αναθέτοντας στον αρμόδιο εισαγγελέα εφετών τη μέριμνα για τη σύλληψη του εκζητουμένου, ενώ προβλέπει τη διαβίβαση του εντάλματος στην αρμόδια αρχή σε περίπτωση αναρμοδιότητας.
  16. Άρθρο 15. Το Άρθρο 15 του ΦΕΚ ορίζει ότι ο συλληφθείς βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης οδηγείται άμεσα στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος τον ενημερώνει για το ένταλμα, τα δικαιώματά του σε νομική εκπροσώπηση και διερμηνεία, καθώς και για τη δυνατότητα συναίνεσης στην έκδοσή του.
  17. Άρθρο 16. Το Άρθρο 16 του ΦΕΚ ορίζει ότι ο εκζητούμενος έχει δικαίωμα προσφυγής στο συμβούλιο εφετών εντός δύο ημερών από τη διάταξη κράτησης ή επιβολής περιοριστικών όρων, ενώ η δικαστική αρχή αποφασίζει για την κράτηση ή μη. Το Άρθρο 17 αναφέρει ότι ο εισαγγελέας εφετών ενημερώνει τον εκζητούμενο για τις συνέπειες της συγκατάθεσης προσαγωγής και της παραίτησης από τον κανόνα της ειδικότητας.
  18. Άρθρο 17 τ. Το Άρθρο 17 τ ορίζει ότι ο συλληφθείς δικαιούται αντίγραφα εγγράφων με δική του δαπάνη και ότι η καταχώριση στο Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν (SIS) μπορεί να οδηγήσει σε σύλληψη με εντολή εισαγγελέα εφετών, με δυνατότητα κράτησης δεκαπέντε ημερών μέχρι την παραλαβή ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Επιπλέον, η δικαστική αρχή εκτέλεσης του εντάλματος δίνει τη συγκατάθεσή της μετά από αίτηση του αρμόδιου εισαγγελέα εφετών, η οποία συνοδεύεται από σχετικές πληροφορίες και μετάφραση.
  19. Άρθρο 20. Το Άρθρο 20 του ΦΕΚ καθορίζει την αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, λαμβάνοντας υπόψη περιστάσεις όπως η βαρύτητα και ο τόπος των πράξεων, οι ημερομηνίες έκδοσης των ενταλμάτων, και ο σκοπός τους (δίωξη ή εκτέλεση ποινής). Η δικαστική αρχή μπορεί να ζητήσει τη γνώμη της Eurojust, ενώ σε περίπτωση σύγκρουσης με αίτηση έκδοσης από τρίτη χώρα, ο Υπουργός Δικαιοσύνης αποφασίζει για την προτεραιότητα, συνεκτιμώντας τις περιστάσεις και τις εφαρμοστέες συμβάσεις. Οι διατάξεις δεν θίγουν τις υποχρεώσεις προς το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Το Άρθρο 21 ορίζει ότι στην περίπτωση συγκατάθεσης του εκζητουμένου, ο αρμόδιος πρόεδρος εφετών αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος εντός δέκα ημερών από τη δήλωση συγκατάθεσης.
  20. Άρθρο 21. Το Άρθρο 21 του ΦΕΚ ορίζει ότι η απόφαση για την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη, ενώ το Άρθρο 20 καθορίζει ότι σε περίπτωση συρροής αιτήσεων, η αρμόδια δικαστική αρχή επιλέγει ποιο ένταλμα θα εκτελεστεί, με προθεσμίες 10 ημερών για συγκατάθεση του εκζητουμένου και 60 ημερών για τελεσίδικη απόφαση αν δεν υπάρχει συγκατάθεση, με δυνατότητα παράτασης έως 30 ημερών και ενημέρωση της "Eurojust" σε εξαιρετικές περιπτώσεις.
  21. Άρθρο 22. Το Άρθρο 22 ορίζει ότι κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών, εάν ο εκζητούμενος δεν συναινέσει, επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα εντός 24 ωρών, με τον Άρειο Πάγο να αποφασίζει εντός 8 ημερών.
  22. Άρθρο 23. Το Άρθρο 23 του ΦΕΚ ορίζει ότι η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης για σκοπούς δίωξης, υποχρεούται είτε να δεχθεί τον εκζητούμενο σε ακρόαση σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3, είτε να δεχθεί την προσωρινή μεταγωγή του στο κράτος έκδοσης σύμφωνα με τις παραγράφους 4 και 5, με την ακρόαση να διεξάγεται από τον πρόεδρο εφετών σύμφωνα με τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και την προσωρινή μεταγωγή να συμφωνείται αμοιβαίως, διασφαλίζοντας το δικαίωμα επιστροφής του εκζητουμένου στην Ελλάδα.
  23. Άρθρο 24. Το Άρθρο 24 του ΦΕΚ ορίζει ότι οι προθεσμίες για την εκζήτηση προσώπου που απολαμβάνει προνόμιο ή εξαίρεση δικαιοδοσίας ή εκτέλεσης κατά την ελληνική νομοθεσία, αρχίζουν από την ημέρα που ο αρμόδιος εισαγγελέας εφετών πληροφορείται την άρση του προνομίου ή της εξαίρεσης, και σε περίπτωση που η άρση εμπίπτει στην αρμοδιότητα ελληνικής αρχής, ο εισαγγελέας υποβάλλει σχετική αίτηση σε αυτήν.
  24. Άρθρο 25. Το Άρθρο 25 του ΦΕΚ ορίζει ότι όταν ένας εκζητούμενος έχει εκδοθεί στην Ελλάδα από τρίτο κράτος και προστατεύεται από τον κανόνα της ειδικότητας, η αρμόδια δικαστική αρχή δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση για την εκτέλεση εντάλματος αν δεν λάβει προηγουμένως τη συγκατάθεση του τρίτου κράτους για την προσαγωγή του εκζητούμενου στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος. Οι προθεσμίες του άρθρου 21 υπολογίζονται από την ημερομηνία παύσης της εφαρμογής του κανόνα της ειδικότητας.
  25. Άρθρο 26. Το Άρθρο 26 ορίζει ότι η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης πρέπει να κοινοποιεί την απόφασή της στη δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος χωρίς υπαίτια βραδύτητα. Το Άρθρο 27, παράγραφος 1, αναφέρει ότι ο εκζητούμενος, με μέριμνα του εισαγγελέα εφετών, προσάγεται το ταχύτερο δυνατόν σε ημερομηνία που συμφωνείται με τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης του εντάλματος.
  26. Άρθρο 27. Το Άρθρο 27 ορίζει ότι ο εκζητούμενος πρέπει να προσαχθεί εντός δέκα ημερών από την τελεσίδικη απόφαση για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, με δυνατότητα παράτασης σε περίπτωση ανωτέρας βίας ή αναστολής για σοβαρούς ανθρωπιστικούς λόγους, ενώ σε περίπτωση υπέρβασης των προθεσμιών ο εκζητούμενος απολύεται.
  27. Άρθρο 28. Το Άρθρο 28 του ΦΕΚ ορίζει ότι η δικαστική αρχή που εκτελεί ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μπορεί, αντί να αναβάλει την προσαγωγή, να παραδώσει προσωρινά τον εκζητούμενο στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος, υπό όρους που συμφωνούνται εγγράφως με τη δικαστική αρχή έκδοσης.
  28. Άρθρο 29. Το Άρθρο 29 του ΦΕΚ αφορά την κατάσχεση και παράδοση αντικειμένων που μπορούν να χρησιμεύσουν ως πειστήρια ή προέρχονται από αξιόποινη πράξη, ακόμη και αν δεν είναι δυνατή η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ενώ τα δικαιώματα τρίτων επί των αντικειμένων διατηρούνται.
  29. Άρθρο 31. Το Άρθρο 31 ορίζει ότι η αίτηση διαμεταγωγής και οι σχετικές πληροφορίες υποβάλλονται στον εισαγγελέα εφετών Αθηνών με έγγραφο τρόπο, ο οποίος γνωστοποιεί την απόφασή του με τον ίδιο τρόπο.
  30. Άρθρο 31 τ. Το Άρθρο 31 τ του ΦΕΚ ορίζει ότι ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών είναι αρμόδιος για αιτήσεις διαμεταγωγής, οι οποίες πρέπει να περιλαμβάνουν ταυτότητα, ιθαγένεια, ύπαρξη ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, φύση και περιγραφή της αξιόποινης πράξης. Η διαμεταγωγή ημεδαπών αρνείταιται, εκτός αν διασφαλιστεί η εκτέλεση ποινής στην Ελλάδα, και εφαρμόζεται αναλογικά σε εκδόσεις από τρίτες χώρες, εξαιρουμένης της αεροπορικής μεταφοράς χωρίς ενδιάμεση στάση.
  31. Άρθρο 32. Το Άρθρο 32 ορίζει ότι ο εισαγγελέας εφετών που εκδίδει ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης υποβάλλει αίτηση για διαμεταγωγή του εκζητουμένου μέσω κράτους μέλους της ΕΕ, εφόσον αυτό απαιτείται για την προσαγωγή του στην Ελλάδα, και η αίτηση πρέπει να περιλαμβάνει τις πληροφορίες της παρ. 2 του άρθρου 30. Το Άρθρο 33 προβλέπει ότι ο χρόνος κράτησης του εκζητουμένου στο κράτος εκτέλεσης του εντάλματος αφαιρείται από τη συνολική ποινή ή μέτρο ασφαλείας στην Ελλάδα.
  32. Άρθρο 34. Το Άρθρο 34 του ΦΕΚ ορίζει τον κανόνα της ειδικότητας, σύμφωνα με τον οποίο ο εκζητούμενος που έχει προσαχθεί στον αρμόδιο εισαγγελέα εφετών δεν διώκεται για πράξεις που τελέστηκαν πριν από την προσαγωγή του και είναι διαφορετικές από αυτές για τις οποίες εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, εκτός από συγκεκριμένες εξαιρέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2.
  33. Άρθρο 34 π. Το άρθρο 34 π, παράγραφος 2, στοιχεία α΄, ε΄, στ΄ και ζ΄, ορίζει ότι ο εκζητούμενος μπορεί να συγκατατεθεί στην προσαγωγή του σε κράτος μέλος διαφορετικό από αυτό της εκτέλεσης, βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 17.
  34. Άρθρο 34 τ. Το Άρθρο 34 τ του εγγράφου ΦΕΚ αφορά την ενημέρωση του εκζητουμένου σχετικά με τα δικαιώματά του, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 34, και τη σύνταξη έκθεσης για τις δηλώσεις του, σύμφωνα με τα άρθρα 148-153 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Επίσης, το Άρθρο 18 αναφέρεται στη διαδικασία όταν ο συλληφθείς δεν συναινεί στην προσαγωγή του, ορίζοντας ότι ο εισαγγελέας εφετών διαβιβάζει την υπόθεση στο αρμόδιο συμβούλιο εφετών, όπου ο εκζητούμενος έχει δικαίωμα ακρόασης και παράστασης με συνήγορο.
  35. Άρθρο 36. Το Άρθρο 36 ορίζει ότι η συγκατάθεση για τη μεταγενέστερη έκδοση του εκζητουμένου σε τρίτο κράτος, όταν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται από την ελληνική δικαστική αρχή, δίνεται σύμφωνα με τις συμβάσεις που δεσμεύουν την Ελλάδα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Το Άρθρο 37 αναφέρει ότι τα έξοδα που προκύπτουν από την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης στην Ελλάδα βαρύνουν το Ελληνικό Δημόσιο.
  36. Άρθρο 39. Το Άρθρο 39 ορίζει ότι, μέχρι να είναι πλήρως λειτουργικό το Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν (SIS) για τη διαβίβαση όλων των προβλεπόμενων πληροφοριών, η απλή καταχώριση ενός εκζητουμένου στο SIS θα έχει τα αποτελέσματα ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, μόνο εφόσον η αρμόδια δικαστική αρχή παραλάβει το πρωτότυπο έγγραφο με όλους τους νόμιμους τύπους.
  37. Άρθρο 41. Το Άρθρο 41 του ΦΕΚ ορίζει τις διοικητικές κυρώσεις που επιβάλλονται σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου για εγκλήματα του Άρθρου 40, περιλαμβάνοντας αφαίρεση άδειας λειτουργίας, αποκλεισμό από δημόσιες παροχές και πρόστιμα από 20.000 έως 3.000.000 ευρώ (παρ. 1) ή από 10.000 έως 1.000.000 ευρώ (παρ. 2), ανάλογα με την υπαιτιότητα και τη βαρύτητα της παράβασης, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και του αρμόδιου Υπουργού.
  38. Άρθρο 42. Το Άρθρο 42 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας τροποποιεί τις διατάξεις σχετικά με την έρευνα και τη διενέργεια ανακριτικών πράξεων για αξιόποινες πράξεις των άρθρων 187 και 187Α του Ποινικού Κώδικα, επιτρέποντας την ανάλυση DNA για τη διαπίστωση ταυτότητας δραστών κακουργημάτων, καθώς και για κακουργήματα πειρατείας και κατά της ασφάλειας συγκοινωνιών.
  39. Άρθρο 43. Το Άρθρο 43 του ΦΕΚ, που υπογράφηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2004 από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο και τους αρμόδιους Υπουργούς, διατάσσει τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.
  40. Άρθρο 43 π. Το άρθρο 43π, παράγραφος 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ορίζει ότι εάν ο υπαίτιος έχει διαπράξει εγκλήματα των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 187 ή της παραγράφου 1 του άρθρου 187Α, το δικαστήριο επιβάλλει μειωμένη ποινή.
  41. Άρθρο 83. Το Άρθρο 83 του ΦΕΚ ορίζει ότι σε εξαιρετικές περιπτώσεις, το δικαστήριο μπορεί να αναστείλει την εκτέλεση ποινής για τρία έως δέκα έτη, λαμβάνοντας υπόψη την επικινδυνότητα της εγκληματικής, συμμορίας ή τρομοκρατικής οργάνωσης, τη συμμετοχή του υπαιτίου και τη συμβολή του στην εξάρθρωσή της, ενώ παράλληλα τροποποιεί το άρθρο 8 του Ποινικού Κώδικα, συμπεριλαμβάνοντας την εσχάτη προδοσία, την προδοσία της χώρας κατά του Ελληνικού Κράτους και τρομοκρατικές πράξεις (άρθρο 187Α) στις περιπτώσεις που αφορά η παράγραφος α΄.
  42. Άρθρο 95 τ. Το Άρθρο 95 τ ορίζει ότι ένα ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης πρέπει να εκτελεστεί εντός τριάντα ημερών από τη σύλληψη, με δυνατότητα παράτασης από τον εισαγγελέα εφετών για σοβαρούς λόγους, ενώ ο κρατούμενος απολύεται μετά την παρέλευση αυτού του διαστήματος. Ο συλληφθείς μπορεί να προσφύγει στο συμβούλιο εφετών εντός 24 ωρών, εάν αμφισβητεί την ταυτότητά του, με το συμβούλιο να αποφασίζει αμετάκλητα εντός 5 ημερών από τη δικάσιμο που ορίζεται εντός 10 ημερών. Το Άρθρο 16, παράγραφος 1, αναφέρει ότι ο αρμόδιος εισαγγελέας εφετών αποφασίζει για την κράτηση ή την προσωρινή απόλυση με ή χωρίς περιοριστικούς όρους του εκζητουμένου μετά τη σύλληψη και τη βεβαίωση της ταυτότητάς του, με δυνατότητα αντικατάστασης των όρων με κράτηση αν υπάρξει κίνδυνος φυγής.
  43. Άρθρο 187Α. Το άρθρο 187Α του Ποινικού Κώδικα, όπως προστέθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 2928/2001, ορίζει τις τρομοκρατικές πράξεις, συμπεριλαμβανομένης της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, και οι διατάξεις των άρθρων 9 και 10 του Ν. 2928/2001 εφαρμόζονται σε αυτές. Η περάτωση της κύριας ανάκρισης για τα κακουργήματα των άρθρων 187 και 187Α κηρύσσεται από το συμβούλιο εφετών.
  44. Άρθρο 272. Το Άρθρο 272, παράγραφος ιβ΄, αναφέρεται στην κοινώς επικίνδυνη βλάβη (άρθρο 273), ενώ οι παράγραφοι ιγ΄ έως ιη΄ αφορούν την άρση ασφαλιστικών εγκαταστάσεων (άρθρο 275), την πρόκληση ναυαγίου (άρθρο 277), τη δηλητηρίαση πηγών και τροφίμων (άρθρο 279), τη νοθεία τροφίμων (άρθρο 281 παρ. 1), και τη διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών (άρθρο 290) και των σιδηροδρόμων, πλοίων και αεροσκαφών.
  45. Άρθρο 291. Το Άρθρο 291 ορίζει τις ποινές για τρομοκρατικές πράξεις, συμπεριλαμβανομένων των ισόβιων καθείρξεων, καθείρξεων τουλάχιστον δέκα ετών και φυλακίσεων τουλάχιστον τριών ετών, ανάλογα με τη σοβαρότητα του εγκλήματος και την πρόθεση, ενώ επίσης αντιμετωπίζει την απειλή τρομοκρατίας, τη συγκρότηση τρομοκρατικών ομάδων και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, με αναφορές σε Ν.Δ. 181/1974, Ν. 1815/1988, Ν. 2168/1993, Ν. 2991/2002 και Ν. 3034/2002.
  46. Άρθρο 299. Το Άρθρο 299 του ΦΕΚ αναφέρεται σε διάφορα εγκλήματα, συμπεριλαμβανομένων της βαριάς σωματικής βλάβης (άρθρο 310), της θανατηφόρας βλάβης (άρθρο 311), της αρπαγής (άρθρο 322) και της αρπαγής ανηλίκων (άρθρο 324). Επίσης, καλύπτει τη διακεκριμένη φθορά ξένης ιδιοκτησίας (άρθρο 382 παρ. 2), τον εμπρησμό (άρθρο 264), τον εμπρησμό σε δάση (άρθρο 265), την πλημμύρα (άρθρο 268), την έκρηξη (άρθρο 270) και παραβάσεις σχετικές με εκρηκτικές ύλες.
  47. Άρθρο 374. Το Άρθρο 374 ορίζει ότι η τέλεση συγκεκριμένων εγκλημάτων, όπως η ληστεία (άρθρο 380 παρ. 1 & 3), η πλαστογραφία δημοσίου εγγράφου (άρθρο 216) ή η εκβίαση (άρθρο 385), τιμωρείται με κάθειρξη, εκτός αν η εκβίαση έχει μεγαλύτερη ποινή, ενώ για πλημμελήματα επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών. Ωστόσο, δεν θεωρείται τρομοκρατική πράξη η τέλεση αυτών των εγκλημάτων εάν αποσκοπεί στην εγκαθίδρυση, διαφύλαξη ή αποκατάσταση δημοκρατικού πολιτεύματος, ή στην άσκηση θεμελιωδών ατομικών, πολιτικών, συνδικαλιστικών ελευθεριών ή άλλων δικαιωμάτων που προβλέπονται στο Σύνταγμα ή στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ν.Δ. 53/1974, ΦΕΚ 256 A').
  48. Άρθρο 385. Το Άρθρο 385 τροποποιεί τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 187Β του Ποινικού Κώδικα, προβλέποντας απαλλαγή από την ποινή για όσους συμβάλλουν στην πρόληψη ή εξάρθρωση εγκληματικών ή τρομοκρατικών οργανώσεων, με δυνατότητα μη άσκησης ποινικής δίωξης αν δεν έχει ακόμη ασκηθεί.
  49. Άρθρο 448 π. Το άρθρο 448 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως αναφέρεται στην Απόφαση για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ορίζει ότι η απόφαση εκδίδεται εντός των προθεσμιών του άρθρου 21, και αν οι παρεχόμενες πληροφορίες είναι ανεπαρκείς, η δικαστική αρχή μπορεί να ζητήσει συμπληρωματικά στοιχεία, θέτοντας προθεσμία.
  50. Άρθρο preamble. Το άρθρο preamble του Νόμου υπ' αριθ. 3251, με κωδικό N1NN127N9N7N4NN12, αφορά την έκδοση Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και τροποποιεί τον Ν. 2928/2001 σχετικά με τις εγκληματικές οργανώσεις, αποτελώντας μέρος του πρώτου κεφαλαίου γενικών διατάξεων του Μέρους Πρώτου του νόμου.

Πρόσφατες αναφορές

Σχετικοί νόμοι

Νομοθεσία του 2004

Επιστροφή στη λίστα νόμων