Νόμος 3601/2007 — Χρονολόγιο τροποποιήσεων

Ο Νόμος 3601/2007 ενσωματώνει στην ελληνική νομοθεσία τις ευρωπαϊκές οδηγίες για τα πιστωτικά ιδρύματα, καθορίζοντας τους όρους λειτουργίας, τις άδειες, τα κεφαλαιακά αποθέματα και την εποπτεία τους από την Τράπεζα της Ελλάδος. Ορίζει τις βασικές έννοιες, όπως "πιστωτικό ίδρυμα" και "ίδια κεφάλαια", και απαγορεύει σε μη πιστωτικά ιδρύματα την αποδοχή καταθέσεων και τη χορήγηση δανείων χωρίς άδεια. Καθορίζει τις προϋποθέσεις ίδρυσης πιστωτικών ιδρυμάτων στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένου του ελάχιστου αρχικού κεφαλαίου, και ρυθμίζει την ανάκληση αδειών, τη συνεργασία με άλλες ευρωπαϊκές αρχές και τους περιορισμούς στις συμμετοχές πιστωτικών ιδρυμάτων σε άλλες επιχειρήσεις. Ο νόμος προβλέπει επίσης τη διαδικασία γνωστοποίησης για την απόκτηση ή πώληση συμμετοχών σε πιστωτικά ιδρύματα και την εποπτεία των υποκαταστημάτων τους στην Ελλάδα.

Άρθρα

  1. Άρθρο 1. Το Άρθρο 1 του νόμου σκοπεύει στην ενσωμάτωση στην ελληνική τραπεζική νομοθεσία των Οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, οι οποίες αφορούν την ανάληψη και άσκηση δραστηριότητας από πιστωτικά ιδρύματα και την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων τους, αντίστοιχα.
  2. Άρθρο 2. Το Άρθρο 2 του νόμου, με ημερομηνία 1 Αυγούστου 2007, ορίζει τους όρους "Πιστωτικό ίδρυμα", "Άδεια λειτουργίας", "Υποκατάστημα", "Αρχικό κεφάλαιο", "Ίδια κεφάλαια", "Αρμόδιες αρχές", "Κράτος-μέλος", "Κράτος-μέλος καταγωγής", "Κράτος-μέλος υποδοχής", "Τρίτες χώρες", "Χρηματοδοτικό ίδρυμα", "Έλεγχος" και "Ειδική συμμετοχή", καθορίζοντας τις βασικές έννοιες για την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων από την Τράπεζα της Ελλάδος και τις αρμόδιες αρχές των κρατών-μελών της ΕΕ και του ΕΟΧ.
  3. Άρθρο 3. Το Άρθρο 3, παράγραφοι 7 και 8, ορίζει ότι ως χρηματοδοτικά ιδρύματα νοούνται και τα πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν στην Ελλάδα ή σε άλλα κράτη-μέλη, εξαιρουμένων των κεντρικών τραπεζών των κρατών-μελών, της Τράπεζας της Ελλάδος και του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, καθώς και πιστωτικά ιδρύματα άλλων κρατών-μελών που έχουν εξαιρεθεί από την Οδηγία 2006/48/ΕΚ.
  4. Άρθρο 3 π. Το Άρθρο 3 π του ΦΕΚ αναφέρεται στην κατάργηση και αντικατάσταση διατάξεων από διάφορους νόμους, όπως οι ν. 1905/1990, 3148/2003, 2396/1996, ν.δ. 1321/1972, ν.δ. 116/1973, π.δ. της 22/30.9.1931 και ν. 5422/1932, με σκοπό την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 27 και της παρ. 3 του άρθρου 72 του παρόντος νόμου, καθώς και αποφάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος και του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.
  5. Άρθρο 4. Το Άρθρο 4 απαγορεύει σε μη πιστωτικά ιδρύματα την κατ' επάγγελμα αποδοχή καταθέσεων και τη χορήγηση δανείων χωρίς ειδική άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος, εξαιρουμένων ορισμένων περιπτώσεων όπως δάνεια μεταξύ συνδεδεμένων επιχειρήσεων ή για αγορά αγαθών/υπηρεσιών από την ίδια την επιχείρηση. Επίσης, απαγορεύει την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος από μη πιστωτικά ιδρύματα, εκτός από εξαιρούμενα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος.
  6. Άρθρο 5. Το Άρθρο 5 καθορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις για την ίδρυση και λειτουργία πιστωτικών ιδρυμάτων στην Ελλάδα, ορίζοντας ότι πρέπει να είναι ανώνυμες εταιρείες ή αμιγείς πιστωτικοί συνεταιρισμοί του ν. 1667/1986 (ΦΕΚ 196 Α΄), να έχουν την πραγματική κεντρική τους διοίκηση στην Ελλάδα, και απαιτείται κάλυψη αρχικού κεφαλαίου ύψους 18.000.000 ευρώ για πιστωτικό ίδρυμα, 9.000.000 ευρώ για υποκατάστημα τρίτης χώρας, και 6.000.000 ευρώ για πιστωτικό συνεταιρισμό, με δυνατότητα αναπροσαρμογής από την Τράπεζα της Ελλάδος.
  7. Άρθρο 5 τ. Το Άρθρο 5 τ του ΦΕΚ ρυθμίζει την αντικατάσταση ή τροποποίηση συγκεκριμένων παραγράφων και άρθρων σε προηγούμενους νόμους, όπως το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 7 του άρθρου 2 του ν. 1665/1986 (αντικαταστάθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 2 του ν. 3483/2006), την παρ. 3 του άρθρου 5 του ν. 1905/1990, και την παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 3148/2003, καθώς και τα άρθρα 2 (παρ. 3, 4, 5, 17, 20-31, 33-39) του ίδιου νόμου.
  8. Άρθρο 6. Το Άρθρο 6 του ΦΕΚ ορίζει ότι οι αμιγείς πιστωτικοί συνεταιρισμοί που λαμβάνουν άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος μπορούν να χρησιμοποιούν τον όρο «Συνεταιριστική Τράπεζα» στην επωνυμία τους, ενώ πιστωτικά ιδρύματα από άλλα κράτη μπορούν να χρησιμοποιούν την ίδια επωνυμία και διακριτικό τίτλο, με την Τράπεζα της Ελλάδος να μπορεί να απαιτήσει επεξηγήσεις για αποφυγή σύγχυσης. Το Άρθρο 7 αναφέρει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος δεν χορηγεί άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος εάν κρίνει ότι τα πρόσωπα που αναφέρονται στο εδάφιο β' δεν πληρούν τις προϋποθέσεις.
  9. Άρθρο 7. Το Άρθρο 7 του ΦΕΚ καθορίζει τους λόγους για τους οποίους η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να κρίνει ότι πρόσωπα που αναφέρονται στο Άρθρο 5 (παρ. 10, εδ. β΄, γ΄ και παρ. 11, εδ. α΄) δεν είναι αξιόπιστα ή κατάλληλα για τη διαχείριση πιστωτικού ιδρύματος, ή ότι το Διοικητικό Συμβούλιο δεν διαθέτει την απαιτούμενη κατάρτιση και εμπειρία, ή ότι υπάρχουν αμφιβολίες για την προέλευση πόρων μετόχων, ή ότι η διάρθρωση του ομίλου δεν είναι διαφανής, ή ότι στενοί δεσμοί με τρίτες χώρες παρεμποδίζουν την εποπτεία. Η Τράπεζα της Ελλάδος υποχρεούται να εκδώσει απόφαση εντός εξαμήνου από την αίτηση ή εντός έτους από τη λήψη της αίτησης, αλλιώς θεωρείται άρνηση.
  10. Άρθρο 8. Το Άρθρο 8 του ΦΕΚ καθορίζει τις περιπτώσεις ανάκλησης άδειας λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος από την Τράπεζα της Ελλάδος, όπως η μη χρήση της άδειας εντός 12 μηνών, η παραίτηση, η παύση δραστηριότητας για άνω των 6 μηνών, η αδυναμία αύξησης ιδίων κεφαλαίων, η παρακώλυση ελέγχου, η παραβίαση νόμων ή αποφάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος, η χορήγηση άδειας με ψευδείς δηλώσεις, η έλλειψη επαρκών ιδίων κεφαλαίων, η μη τήρηση όρων χορήγησης άδειας, ή αλλαγές στη δομή του ομίλου που παρεμποδίζουν την εποπτεία.
  11. Άρθρο 8 τ. Το Άρθρο 68 του παρόντος νόμου, σε συνδυασμό με τον ν. 3458/2006, ορίζει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος θέτει πιστωτικό ίδρυμα υπό εκκαθάριση με απόφασή της, διορίζοντας εκκαθαριστή, ο οποίος αναλαμβάνει τη διοίκηση και υπόκειται στον έλεγχο της Τράπεζας της Ελλάδος, ενώ απαγορεύεται η λήψη καταθέσεων και η κήρυξη σε πτώχευση από την κοινοποίηση ή δημοσίευση της απόφασης εκκαθάρισης αντίστοιχα.
  12. Άρθρο 9. Το Άρθρο 9 ορίζει ότι οι αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος που εκδίδονται βάσει του παρόντος νόμου μπορούν να προσβληθούν με αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Το Άρθρο 10 αναφέρει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος οφείλει να ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για κάθε χορηγούμενη ή ανακαλούμενη άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος, καθώς και για τις περιπτώσεις απορριπτικών αποφάσεων.
  13. Άρθρο 10 τ. Το Άρθρο 10 τ αναφέρεται στον ορισμό της «ειδικής συμμετοχής», λαμβάνοντας υπόψη το Άρθρο 10 του ν. 3556/2007, και ορίζει τους όρους «μητρική επιχείρηση», «θυγατρική επιχείρηση» και «στενοί δεσμοί» σύμφωνα με τον κ.ν. 2190/1920, ενώ επίσης ορίζει τους κινδύνους «απομείωσης της αξίας εισπρακτέων» και «λειτουργικό κίνδυνο», καθώς και τους όρους «ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος» και «ηλεκτρονικό χρήμα», και τέλος, αναφέρεται στις «Κεντρικές τράπεζες» και στο πεδίο εφαρμογής του νόμου, ο οποίος ρυθμίζει την ανάληψη και άσκηση δραστηριότητας και την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς και την εποπτεία των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, ενώ επιτρέπει τη χρήση του όρου «τράπεζα» μόνο σε πιστωτικά ιδρύματα.
  14. Άρθρο 11. Το Άρθρο 11 του ΦΕΚ ορίζει τον κατάλογο δραστηριοτήτων πιστωτικών ιδρυμάτων, περιλαμβάνοντας την αποδοχή καταθέσεων, τη χορήγηση δανείων, τη χρηματοδοτική μίσθωση, τις πράξεις πληρωμών, την έκδοση μέσων πληρωμής, εγγυήσεις, συναλλαγές σε χρηματαγορές, συμμετοχές σε εκδόσεις τίτλων, συμβουλές σε επιχειρήσεις, διαμεσολάβηση, διαχείριση χαρτοφυλακίου, φύλαξη αξιών, συλλογή εμπορικών πληροφοριών, εκμίσθωση θυρίδων και έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος, ενώ η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιτρέπει και άλλες δραστηριότητες.
  15. Άρθρο 12. Το Άρθρο 12 περιγράφει τη διαδικασία γνωστοποίησης που πρέπει να ακολουθήσει ένα πιστωτικό ίδρυμα στην Τράπεζα της Ελλάδος για την ίδρυση υποκαταστήματος σε άλλο κράτος-μέλος, συμπεριλαμβανομένων των απαιτούμενων πληροφοριών και των προθεσμιών για την κοινοποίησή τους στις αρμόδιες αρχές του κράτους υποδοχής, ενώ το Άρθρο 13 ορίζει τις προϋποθέσεις για την ίδρυση υποκαταστημάτων στην Ελλάδα από πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε άλλα κράτη-μέλη.
  16. Άρθρο 13. Το Άρθρο 13 ορίζει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος, εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση, θα εποπτεύει τα υποκαταστήματα ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος που λειτουργούν στην Ελλάδα, κοινοποιώντας τυχόν προϋποθέσεις για την άσκηση των δραστηριοτήτων τους για λόγους δημοσίου συμφέροντος, σύμφωνα με τα άρθρα 21 και 65 του νόμου.
  17. Άρθρο 13 τ. Το Άρθρο 13 τ του νόμου αφορά την ενημέρωση της Τράπεζας της Ελλάδος προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τραπεζών για άδειες λειτουργίας υποκαταστημάτων πιστωτικών ιδρυμάτων από τρίτες χώρες και προς το Συμβούλιο για διαδικασίες αποτροπής υπέρβασης ορίων μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων μέσω εικονικών συναλλαγών, σύμφωνα με αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος.
  18. Άρθρο 14. Το Άρθρο 14 του ΦΕΚ αφορά την παροχή υπηρεσιών από πιστωτικά ιδρύματα στην Ελλάδα και σε τρίτες χώρες, με ή χωρίς εγκατάσταση, και ρυθμίζει τη χορήγηση άδειας από την Τράπεζα της Ελλάδος για ίδρυση υποκαταστημάτων σε τρίτες χώρες ή στην Ελλάδα από ιδρύματα τρίτων χωρών, καθώς και την ανάκληση αδειών και την κοινοποίηση προθέσεων για παροχή υπηρεσιών χωρίς εγκατάσταση, με βάση την αρχή της αμοιβαιότητας και την Οδηγία 2006/48/ΕΚ.
  19. Άρθρο 15. Το Άρθρο 15, παράγραφος 2, ορίζει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους υποδοχής τη γνωστοποίηση της προηγούμενης παραγράφου εντός ενός (1) μηνός από την παραλαβή της, ενώ η παράγραφος 3 αναφέρει ότι για την παροχή υπηρεσιών στην Ελλάδα από πιστωτικό ίδρυμα άλλου κράτους-μέλους, απαιτείται προηγούμενη κοινοποίηση στην Τράπεζα της Ελλάδος από τις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους καταγωγής. Το Άρθρο 16, παράγραφος 1, επιτρέπει σε πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα από άλλα κράτη-μέλη ή τρίτες χώρες να ασκούν δραστηριότητες στην Ελλάδα, εφόσον δεν παραβιάζουν διατάξεις που προστατεύουν επενδυτές και καταναλωτές ή άλλες διατάξεις δημοσίου συμφέροντος.
  20. Άρθρο 15 τ. Το Άρθρο 15 τ του παρόντος νόμου, στην παράγραφο 14, αναφέρει ότι οι διατάξεις του π.δ. της 22/30.9.1931 (ΦΕΚ 342) εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την κατάργησή τους, τροποποίησή τους, συμπλήρωσή τους ή αντικατάστασή τους. Η παράγραφος 15 αναφέρεται στις διατάξεις του τετάρτου και πέμπτου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 5422/1932, όπως προστέθηκε με το άρθρο 15 του ν. 2515/1997 (ΦΕΚ 154 A'), καθώς και σε αποφάσεις, εγκυκλίους και οδηγίες που εκδόθηκαν βάσει καταργούμενων διατάξεων, οι οποίες τροποποιούνται, συμπληρώνονται ή αντικαθίστανται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
  21. Άρθρο 16. Το Άρθρο 16 επιτρέπει στα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα να διαφημίζουν τις υπηρεσίες τους στην Ελλάδα, υπό την προϋπόθεση ότι η διαφήμιση παρέχει επαρκή και ορθή πληροφόρηση στο κοινό, ενώ η Τράπεζα της Ελλάδος έχει την αρμοδιότητα να απαιτεί προσαρμογές στο περιεχόμενο των διαφημίσεων. Το Άρθρο 17 αναθέτει στην Τράπεζα της Ελλάδος τον καθορισμό των όρων και προϋποθέσεων για την ίδρυση, λειτουργία και ανάκληση αδειών Γραφείων Αντιπροσωπείας πιστωτικών ιδρυμάτων στην Ελλάδα.
  22. Άρθρο 16 τ. Το Άρθρο 16 τ ορίζει ότι ένα υποκατάστημα μπορεί να εγκατασταθεί και να αρχίσει τις δραστηριότητές του στην Ελλάδα μετά από κοινοποίηση της Τράπεζας της Ελλάδος ή μετά τη λήξη δίμηνης προθεσμίας, ενώ τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να κοινοποιούν εγγράφως στην Τράπεζα της Ελλάδος, τουλάχιστον ένα μήνα πριν, οποιαδήποτε μεταβολή στις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 12 παρ. 2 β΄, γ΄, δ΄ ή στα συστήματα εγγύησης καταθέσεων.
  23. Άρθρο 18. Το Άρθρο 18 του ΦΕΚ επιτρέπει σε χρηματοδοτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε άλλο κράτος-μέλος και είναι θυγατρικές πιστωτικών ιδρυμάτων να παρέχουν υπηρεσίες στην Ελλάδα, είτε μέσω υποκαταστήματος είτε με παροχή υπηρεσιών, υπό την προϋπόθεση ότι η μητρική επιχείρηση κατέχει τουλάχιστον το 90% των δικαιωμάτων ψήφου, ευθύνεται εις ολόκληρον για τις υποχρεώσεις του ιδρύματος και το ίδρυμα εποπτεύεται σε ενοποιημένη βάση.
  24. Άρθρο 19. Το Άρθρο 19 ορίζει ότι χρηματοδοτικά ιδρύματα που εδρεύουν στην Ελλάδα και εποπτεύονται από την Τράπεζα της Ελλάδος, με ελάχιστα ίδια κεφάλαια άνω των 5.000.000 ευρώ, μπορούν να δραστηριοποιούνται σε άλλα κράτη-μέλη μέσω υποκαταστήματος ή παροχής υπηρεσιών, εφόσον πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις και λαμβάνεται η συγκατάθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για την ανάληψη ευθύνης από τη μητρική επιχείρηση.
  25. Άρθρο 19 τ. Το Άρθρο 19 τ, παράγραφος 5, ορίζει ότι η παροχή υπηρεσιών από χρηματοδοτικά ιδρύματα τρίτων χωρών στην Ελλάδα, με ή χωρίς εγκατάσταση, δεν θα είναι ευνοϊκότερη από αυτήν των ιδρυμάτων κρατών-μελών. Το Άρθρο 21, παράγραφος 1α, αναθέτει στην Τράπεζα της Ελλάδος την εποπτεία της ρευστότητας των υποκαταστημάτων πιστωτικών ιδρυμάτων από άλλα κράτη-μέλη και τρίτες χώρες στην Ελλάδα, σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές των κρατών προέλευσης.
  26. Άρθρο 20. Το Άρθρο 20 ορίζει ότι η εγκατάσταση χρηματοδοτικών ιδρυμάτων στην Ελλάδα απαιτεί άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία δύναται να καθορίζει όρους, κεφαλαιακές απαιτήσεις, εποπτικούς κανόνες, καθώς και να ανακαλεί άδειες ή να επιβάλλει κυρώσεις. Επίσης, τα χρηματοδοτικά ιδρύματα που εδρεύουν στην Ελλάδα και εποπτεύονται από την Τράπεζα της Ελλάδος υποχρεούνται να της γνωστοποιούν δραστηριότητες που προτίθενται να παρέχουν σε τρίτες χώρες, ενώ η χορήγηση αδειών βασίζεται στην αρχή της αμοιβαιότητας και σε συμφωνίες της ΕΕ.
  27. Άρθρο 21. Το Άρθρο 21 της Τράπεζας της Ελλάδος επιτρέπει την θέσπιση κανόνων για πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε τρίτες χώρες ή άλλα κράτη-μέλη και λειτουργούν στην Ελλάδα, με δυνατότητα άρσης υποχρεώσεων υπό προϋποθέσεις, ενώ παράλληλα απαιτεί την υποβολή πληροφοριών και στατιστικών εκθέσεων από τα υποκαταστήματα αυτά.
  28. Άρθρο 22. Το Άρθρο 22 του ΦΕΚ καθορίζει τη συνεργασία μεταξύ της Τράπεζας της Ελλάδος και των αρμόδιων αρχών άλλων κρατών-μελών για την εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και των υποκαταστημάτων τους, επιτρέποντας επιτόπιους ελέγχους και την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τη διεύθυνση, διαχείριση, ιδιοκτησία, ρευστότητα, φερεγγυότητα, εγγύηση καταθέσεων, συγκέντρωση κινδύνων, διοικητική και λογιστική οργάνωση, και μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου.
  29. Άρθρο 23. Το Άρθρο 23 του ΦΕΚ ορίζει ότι τα πιστωτικά ιδρύματα δεν επιτρέπεται να κατέχουν ειδική συμμετοχή σε επιχείρηση μεγαλύτερη του 15% των ιδίων κεφαλαίων τους, ούτε το σύνολο των ειδικών συμμετοχών τους να υπερβαίνει το 60% των ιδίων κεφαλαίων τους, με εξαιρέσεις για συμμετοχές σε πιστωτικά, χρηματοδοτικά, ασφαλιστικά ιδρύματα, επιχειρήσεις επενδυτικών υπηρεσιών και δευτερεύουσες δραστηριότητες, ενώ η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιτρέπει παρεκκλίσεις σε εξαιρετικές περιπτώσεις.
  30. Άρθρο 24. Το Άρθρο 24, παράγραφος 1, ορίζει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που σκοπεύει να αποκτήσει ή να παύσει να κατέχει συμμετοχή ίση ή μεγαλύτερη από 5% στο μετοχικό κεφάλαιο ή στα δικαιώματα ψήφου πιστωτικού ιδρύματος στην Ελλάδα, πρέπει να ενημερώνει προηγουμένως την Τράπεζα της Ελλάδος, γνωστοποιώντας το ποσοστό της νέας συμμετοχής. Αυτή η υποχρέωση ισχύει επίσης για αυξήσεις ή μειώσεις υφιστάμενης συμμετοχής που οδηγούν στα όρια του 5%, 10%, 20%, 33% ή 50% των δικαιωμάτων ψήφου, ή όταν αποκτάται ή παύει ο έλεγχος του πιστωτικού ιδρύματος. Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει προθεσμία τριών (3) μηνών από την γνωστοποίηση για να εγκρίνει ή να αντιταχθεί στην συμμετοχή, εφόσον δεν πειστεί για την καταλληλότητα των εμπλεκομένων προσώπων για τη συνετή διαχείριση του ιδρύματος.
  31. Άρθρο 24 τ. Το Άρθρο 24 τ, παράγραφος 5, ορίζει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να υποδείξει διορθωτικά μέτρα σε φυσικά πρόσωπα-μετόχους, αναφερόμενα στο Άρθρο 24, εάν οι ενέργειες, παραλείψεις ή παράλληλες δραστηριότητές τους κρίνονται ότι μπορεί να οδηγήσουν σε σύγκρουση συμφερόντων ή να δυσχεράνουν την εποπτεία ή να βλάψουν τη διαχείριση πιστωτικού ιδρύματος, με δυνατότητα επιβολής κυρώσεων σε περίπτωση μη συμμόρφωσης σύμφωνα με το Άρθρο 64, παράγραφος 3. Επιπλέον, το Άρθρο 63, παράγραφος 1, επιτρέπει στην Τράπεζα της Ελλάδος, σε περίπτωση μειωμένης ρευστότητας και πιθανής ανεπάρκειας ιδίων κεφαλαίων πιστωτικού ιδρύματος, να χορηγήσει παράταση έως δύο μηνών (με δυνατότητα επέκτασης ενός μήνα) για την εκπλήρωση υποχρεώσεων, μετά από ακρόαση των υπεύθυνων προσώπων του ιδρύματος.
  32. Άρθρο 25. Το Άρθρο 25 του νόμου ορίζει την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων από την Τράπεζα της Ελλάδος, εστιάζοντας στη φερεγγυότητα, τη ρευστότητα, τη διαφάνεια και τη συμμόρφωση με τους νόμους, ενώ παράλληλα καθορίζει τις αρμοδιότητες της Τράπεζας για την αξιολόγηση στρατηγικών, διαδικασιών και κινδύνων, καθώς και τον καθορισμό κριτηρίων δημοσιοποίησης στοιχείων.
  33. Άρθρο 25 τ. Το Άρθρο 25 τ του νόμου ορίζει ότι τα πιστωτικά ιδρύματα πρέπει να δημοσιοποιούν στοιχεία και πληροφορίες σχετικά με την οικονομική τους θέση και τη διαχείριση κινδύνων, σύμφωνα με τις οδηγίες της Τράπεζας της Ελλάδος, ενώ επιπλέον, κατ' εξαίρεση, μπορούν να μην δημοσιοποιούν πληροφορίες βάσει κριτηρίων ουσιαστικότητας ή εμπιστευτικότητας, εφόσον δηλώνουν τον λόγο μη δημοσιοποίησης.
  34. Άρθρο 26. Το Άρθρο 26 ορίζει ότι τα πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν στην Ελλάδα πρέπει να διαθέτουν άρτιο σύστημα εταιρικής διακυβέρνησης και εσωτερικού ελέγχου, το οποίο να είναι ανάλογο με τη φύση και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους, καλύπτοντας και τις επενδυτικές υπηρεσίες που παρέχουν. Επιπλέον, για την ενσωμάτωση κοινοτικής νομοθεσίας, απαιτείται προηγούμενη ενημέρωση του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών.
  35. Άρθρο 26 τ. Το Άρθρο 26 τ του νόμου, όπως αναφέρεται στο ΦΕΚ, ορίζει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ζητά στοιχεία για την ταυτότητα, τη χρηματοοικονομική κατάσταση και την προέλευση των χρημάτων από φυσικά ή νομικά πρόσωπα που κατέχουν άνω του 1% του μετοχικού κεφαλαίου πιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς και να επιβάλλει υποχρεώσεις για ονομαστικές μετοχές και να καθορίζει περιορισμούς στις δραστηριότητες και τις συναλλαγές για την αποτροπή συγκρούσεων συμφερόντων και τη διασφάλιση της συνετής διαχείρισης.
  36. Άρθρο 27. Το Άρθρο 27 ορίζει ότι τα πιστωτικά ιδρύματα πρέπει να διαθέτουν ίδια κεφάλαια που υπερβαίνουν ή ισούνται με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για πιστωτικό κίνδυνο (8% των σταθμισμένων κατά κίνδυνο χρηματοδοτικών ανοιγμάτων), κινδύνους συναλλάγματος, βασικών εμπορευμάτων, λειτουργικό κίνδυνο, κινδύνους θέσης, διακανονισμού, αντισυμβαλλομένου και υπερβάσεις ορίων μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων, σύμφωνα με αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος. Τα ιδρύματα μπορούν να επιλέξουν μεταξύ προκαθορισμένων συντελεστών ή εσωτερικών υποδειγμάτων, με τα τελευταία να απαιτούν έγκριση από την Τράπεζα της Ελλάδος, ενώ οι αιτούντες δανείων υποχρεούνται να παρέχουν ακριβείς πληροφορίες για την αξιολόγηση της φερεγγυότητάς τους.
  37. Άρθρο 28. Το Άρθρο 28 ορίζει ότι τα πιστωτικά ιδρύματα πρέπει να διαθέτουν αξιόπιστες στρατηγικές και διαδικασίες για την αξιολόγηση και διατήρηση ιδίων κεφαλαίων που καλύπτουν τους κινδύνους τους, με τακτική εσωτερική επανεξέταση για να διασφαλίζεται η πληρότητα και η αναλογικότητα τους προς τις δραστηριότητες του ιδρύματος. Επίσης, διευκρινίζει ότι ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα δεν περιλαμβάνονται στις πληροφορίες που αναφέρονται.
  38. Άρθρο 29. Το Άρθρο 29 ορίζει ότι τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να δημοσιοποιούν ετησίως στοιχεία για την οικονομική τους θέση και τη διαχείριση κινδύνων, σύμφωνα με κριτήρια της Τράπεζας της Ελλάδος, για την ενίσχυση της διαφάνειας της αγοράς.
  39. Άρθρο 29 τ. Το Άρθρο 29 τ καθορίζει τις υποχρεώσεις δημοσιοποίησης των πιστωτικών ιδρυμάτων, τα κριτήρια για την αναγνώριση εξωτερικών οργανισμών πιστοληπτικής αξιολόγησης, και τις προϋποθέσεις για τη χρήση αξιολογήσεων οργανισμών εξαγωγικών πιστώσεων, με σκοπό τη διασφάλιση της αντικειμενικότητας, ανεξαρτησίας και διαφάνειας.
  40. Άρθρο 30. Το Άρθρο 30 του ΦΕΚ ορίζει ότι τα πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν στην Ελλάδα πρέπει να συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις εποπτείας σε ατομική βάση, όπως αυτές καθορίζονται στα άρθρα 23, 26, 27 και 28, καθώς και στην απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος περί μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων, ειδικά αν δεν υπόκεινται σε ενοποιημένη εποπτεία στην Ελλάδα ή στην ΕΕ.
  41. Άρθρο 31. Το Άρθρο 31 ορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μια θυγατρική επιχείρηση πιστωτικού ιδρύματος ή χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών μπορεί να εξαιρεθεί από την εποπτεία, εφόσον η μητρική επιχείρηση (πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών) έχει άδεια λειτουργίας και εποπτεύεται από την Τράπεζα της Ελλάδος, και πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις σχετικά με τη μεταβίβαση κεφαλαίων, τη διαχείριση κινδύνων και την ιδιοκτησία.
  42. Άρθρο 32. Το Άρθρο 32 του ΦΕΚ καθορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιτρέψει σε μητρικά πιστωτικά ιδρύματα στην Ελλάδα να συμπεριλάβουν θυγατρικές τους στον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων και κεφαλαιακών απαιτήσεων, εφόσον αποδεικνύεται η απουσία νομικών ή πρακτικών κωλυμάτων στη μεταβίβαση κεφαλαίων ή εξόφληση οφειλών, ενώ η Τράπεζα της Ελλάδος υποχρεούται να ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών-μελών ή τρίτων χωρών και να δημοσιοποιεί σχετικές πληροφορίες.
  43. Άρθρο 33. Το Άρθρο 33 ορίζει τους όρους "θυγατρική επιχείρηση", "μητρικό πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην Ελλάδα", "μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος-μέλος", "μητρικό πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην Ε.Ε.", "μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ε.Ε.", "χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών", "μικτή εταιρεία συμμετοχών" και "επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών", καθώς και τον ορισμό της "συμμετοχής" ως κατοχή τουλάχιστον 20% των δικαιωμάτων ψήφου ή του μετοχικού κεφαλαίου. Το Άρθρο 34 αναθέτει στην Τράπεζα της Ελλάδος την άσκηση εποπτείας σε ενοποιημένη βάση επί των πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα και πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια μητρικής επιχείρησης.
  44. Άρθρο 33 τ. Το Άρθρο 33 τ του νόμου ορίζει τους όρους για τις επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών, των μεικτών εταιρειών συμμετοχών και των αναγνωρισμένων επιχειρήσεων τρίτων χωρών, με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς να ορίζεται ως η αρμόδια Αρχή. Επίσης, τροποποιεί την εφαρμογή ορισμένων άρθρων του νόμου, αντικαθιστώντας τις αναφορές σε πιστωτικά ιδρύματα με επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και την Τράπεζα της Ελλάδος με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, όπου χρειάζεται.
  45. Άρθρο 34. Το Άρθρο 34 ορίζει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος ασκεί εποπτεία σε ενοποιημένη βάση για πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα, όταν αυτά έχουν μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών σε διαφορετικά κράτη-μέλη της Ε.Ε. και το ελληνικό πιστωτικό ίδρυμα διαθέτει το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού, ή σε διαφορετική περίπτωση, η εποπτεία ασκείται από την αρμόδια αρχή του πιστωτικού ιδρύματος με τον μεγαλύτερο ισολογισμό.
  46. Άρθρο 34 κ. Το Άρθρο 34 κ του ΦΕΚ 179 καθορίζει τις διαδικασίες δημοσιοποίησης πληροφοριών από την Τράπεζα της Ελλάδος σχετικά με την εξαίρεση μητρικών πιστωτικών ιδρυμάτων που διαθέτουν θυγατρικές σε τρίτες χώρες, συμπεριλαμβανομένων κριτηρίων, αριθμού ιδρυμάτων, και συνολικών ιδίων κεφαλαίων σε ενοποιημένη βάση.
  47. Άρθρο 34 τ. Το Άρθρο 34 τ του νόμου, όπως τροποποιήθηκε, ορίζει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να απαιτεί αναλογική ενοποίηση συμμετοχών σε πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, ειδικά όταν η ευθύνη της μητρικής επιχείρησης περιορίζεται στο κατεχόμενο κεφάλαιο, και καθορίζει τις περιπτώσεις και τη μορφή ενοποίησης για διάφορες συμμετοχές, κεφαλαιακούς δεσμούς, σημαντική επιρροή ή ενιαία διοίκηση, ενώ επιτρέπει και τη μέθοδο της καθαρής θέσης, εφαρμόζοντας τις διατάξεις αναλόγως και σε επιχειρήσεις επικουρικών υπηρεσιών και εταιρείες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων.
  48. Άρθρο 35. Το Άρθρο 35 του νόμου ορίζει ότι τα πιστωτικά ιδρύματα που εποπτεύονται από την Τράπεζα της Ελλάδος σε ενοποιημένη βάση πρέπει να συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις κεφαλαιακής επάρκειας, εταιρικής διακυβέρνησης, μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων και ειδικών συμμετοχών, σύμφωνα με τους όρους που ορίζονται στο νόμο.
  49. Άρθρο 35 τ. Το Άρθρο 35 τ ορίζει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή για την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση, καταρτίζει κατάλογο χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών που αναφέρονται στο άρθρο 35 του νόμου, ο οποίος κοινοποιείται στις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών-μελών και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η εποπτεία αυτή δεν συνεπάγεται υποχρέωση ατομικής εποπτείας από την Τράπεζα της Ελλάδος.
  50. Άρθρο 36. Το Άρθρο 36 ορίζει ότι τα "Εγκατεστημένα στην Ε.Ε. μητρικά πιστωτικά ιδρύματα" και τα πιστωτικά ιδρύματα που ελέγχονται από "Μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ε.Ε.", τα οποία εποπτεύονται από την Τράπεζα της Ελλάδος σε ενοποιημένη βάση, πρέπει να συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις δημοσιοποίησης στοιχείων που θεσπίζονται από το παρόν άρθρο, επιπλέον των υποχρεώσεων του Άρθρου 35.
  51. Άρθρο 37. Το Άρθρο 37 του ΦΕΚ επιτρέπει στην Τράπεζα της Ελλάδος να εξαιρεί πιστωτικά ιδρύματα, χρηματοδοτικά ιδρύματα ή επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών από την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση, εάν η μητρική επιχείρηση εδρεύει σε τρίτη χώρα με νομικά εμπόδια στη διαβίβαση πληροφοριών, εάν η θυγατρική είναι αμελητέα (με συνολικό ισολογισμό έως 10.000.000 ευρώ ή 1% του ισολογισμού της μητρικής), ή εάν η ενοποιημένη εποπτεία αντενδείκνυται. Επίσης, προβλέπεται ότι πολλαπλές επιχειρήσεις που πληρούν τα κριτήρια του αμελητέου, υπάγονται σε ενοποιημένη εποπτεία εάν ως σύνολο παρουσιάζουν σημαντικό ενδιαφέρον.
  52. Άρθρο 38. Το Άρθρο 38 ορίζει ότι τα πιστωτικά ιδρύματα πρέπει να γνωστοποιούν στην Τράπεζα της Ελλάδος μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα και σημαντικές συναλλαγές με τις μητρικές και θυγατρικές τους εταιρείες, ενώ τα πρόσωπα που διευθύνουν χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών πρέπει να διαθέτουν τα απαιτούμενα εχέγγυα ήθους και πείρα. Επιπλέον, τα πιστωτικά ιδρύματα και άλλες εποπτευόμενες επιχειρήσεις υποχρεούνται να παρέχουν πληροφορίες στην Τράπεζα της Ελλάδος ή σε αρμόδιες αρχές άλλων κρατών-μελών για την άσκηση της εποπτείας, και η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ζητά πληροφορίες από μεικτές εταιρείες συμμετοχών και τις θυγατρικές τους.
  53. Άρθρο 39. Το Άρθρο 39, παράγραφος 5, επιτρέπει στις επιχειρήσεις που εποπτεύονται σε ενοποιημένη βάση, τις μεικτές εταιρείες συμμετοχών και τις θυγατρικές τους να ανταλλάσσουν εμπιστευτικές πληροφορίες για τη διευκόλυνση της εποπτείας, παρακάμπτοντας τυχόν περιορισμούς. Επιπλέον, το Άρθρο 39, παράγραφος 1, ορίζει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ζητά πληροφορίες από μητρικές επιχειρήσεις ή να παρέχει πληροφορίες σε άλλες αρμόδιες αρχές κρατών-μελών, όταν θυγατρικά πιστωτικά ιδρύματα εξαιρούνται από την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση.
  54. Άρθρο 40. Το Άρθρο 40 ορίζει ότι πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, καθώς και οι μητρικές τους χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών, πρέπει να συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις των άρθρων 23, 27, 28 και αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος για μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα, βάσει ενοποιημένης ή υποενοποιημένης οικονομικής κατάστασης, ειδικά όταν έχουν θυγατρικές σε τρίτες χώρες.
  55. Άρθρο 40 τ. Το Άρθρο 40 τ ορίζει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος ασκεί εποπτεία σε πιστωτικά ιδρύματα, χρηματοδοτικά ιδρύματα, επιχειρήσεις επενδυτικών υπηρεσιών, επικουρικών υπηρεσιών και άλλες επιχειρήσεις, εφόσον η ενοποίησή τους συμβάλλει στην αποτελεσματική άσκηση της εποπτικής της αρμοδιότητας, ιδίως όσον αφορά την κεφαλαιακή επάρκεια και τη συγκέντρωση κινδύνων. Επιπλέον, η Τράπεζα της Ελλάδος θεσπίζει ρυθμίσεις για την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση και ελέγχει τη συμμόρφωση των επιχειρήσεων.
  56. Άρθρο 41. Το Άρθρο 41 ορίζει τον συντονιστικό ρόλο της Τράπεζας της Ελλάδος ως αρμόδιας αρχής για την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση πιστωτικών ιδρυμάτων και χρηματοδοτικών εταιρειών εγκατεστημένων στην Ε.Ε., με σκοπό τη συγκέντρωση και γνωστοποίηση πληροφοριών στις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών-μελών και τον συντονισμό εποπτικών ενεργειών. Το Άρθρο 42, παράγραφος 1, αναφέρεται στην υποχρέωση της Τράπεζας της Ελλάδος να συνεργάζεται στενά με τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών-μελών και να τους διαβιβάζει πληροφορίες κατόπιν αιτήσεως.
  57. Άρθρο 41 τ. Το Άρθρο 41 τ ορίζει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος, όταν ενεργεί ως αρμόδια αρχή, γνωστοποιεί άμεσα τις αιτήσεις στις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών-μελών και, εάν δεν υπάρξει κοινή απόφαση εντός έξι (6) μηνών, λαμβάνει μόνη της την τελική απόφαση, η οποία κοινοποιείται εγγράφως στον αιτούντα και στις άλλες αρχές, λαμβάνοντας υπόψη τυχόν θέσεις ή επιφυλάξεις τους.
  58. Άρθρο 42. Το Άρθρο 42 ορίζει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της Τράπεζας της Ελλάδος και των αρμόδιων αρχών άλλων κρατών-μελών για την εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων σε ενοποιημένη βάση, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών για τη διάρθρωση ομίλων, αρνητικές εξελίξεις, κυρώσεις και μέτρα που λαμβάνονται από την Τράπεζα της Ελλάδος, όπως η επιβολή πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης βάσει της παραγράφου 3 του άρθρου 62.
  59. Άρθρο 42 τ. Το Άρθρο 42 τ επεκτείνει το επαγγελματικό απόρρητο, καλύπτοντας πληροφορίες που ανταλλάσσονται μεταξύ αρμόδιων αρχών βάσει του άρθρου 42 του ίδιου νόμου, καθώς και μέτρα που λαμβάνει η Τράπεζα της Ελλάδος σύμφωνα με το άρθρο 62, παράγραφος 2, στοιχεία α΄ έως ε΄.
  60. Άρθρο 43. Το Άρθρο 43 ορίζει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή για την ενοποιημένη εποπτεία, πρέπει να ειδοποιεί άμεσα τις εμπλεκόμενες κεντρικές τράπεζες, τους οργανισμούς νομισματικής πολιτικής, καθώς και τις εποπτικές αρχές πιστωτικών ιδρυμάτων, επενδυτικών υπηρεσιών, ασφαλιστικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων σε περίπτωση κρίσης εντός τραπεζικού ομίλου που μπορεί να επηρεάσει τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε οποιοδήποτε κράτος-μέλος.

Πρόσφατες αναφορές

Σχετικοί νόμοι

Νομοθεσία του 2007

Επιστροφή στη λίστα νόμων