Νόμος 2101/1992 — Χρονολόγιο τροποποιήσεων

Ο Νόμος 2101/1992 κυρώνει τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, η οποία καθορίζει τα δικαιώματα κάθε παιδιού κάτω των 18 ετών, όπως το δικαίωμα στη ζωή, την προστασία από διακρίσεις, την ελευθερία έκφρασης και την προστασία από εκμετάλλευση. Η Σύμβαση υποχρεώνει τα Συμβαλλόμενα Κράτη να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για την εφαρμογή αυτών των δικαιωμάτων, δίνοντας προτεραιότητα στο συμφέρον του παιδιού. Επίσης, προβλέπει τη σύσταση Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Παιδιού για την παρακολούθηση της εφαρμογής της Σύμβασης από τα κράτη μέλη.

Άρθρα

  1. Άρθρο 2. Το Άρθρο 2 της Σύμβασης ορίζει ότι τα Συμβαλλόμενα Κράτη υποχρεούνται να σέβονται και να εγγυώνται τα δικαιώματα κάθε παιδιού κάτω των 18 ετών που υπάγεται στη δικαιοδοσία τους, χωρίς καμία διάκριση, και να προστατεύουν αποτελεσματικά το παιδί από διακρίσεις ή κυρώσεις λόγω της νομικής κατάστασης, των δραστηριοτήτων, των απόψεων ή των πεποιθήσεων των γονέων του ή των νόμιμων εκπροσώπων του.
  2. Άρθρο 3. Το Άρθρο 3 ορίζει ότι το συμφέρον του παιδιού πρέπει να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη σε όλες τις αποφάσεις που το αφορούν, ενώ τα Συμβαλλόμενα Κράτη υποχρεούνται να εξασφαλίζουν την προστασία και φροντίδα του, λαμβάνοντας υπόψη τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των γονέων ή νόμιμων εκπροσώπων του, και να διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιοι οργανισμοί και υπηρεσίες λειτουργούν σύμφωνα με τους κανόνες ασφάλειας και υγείας.
  3. Άρθρο 4. Το Άρθρο 4 της Σύμβασης ορίζει ότι τα Συμβαλλόμενα Κράτη πρέπει να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα νομοθετικά, διοικητικά και άλλα μέτρα για την εφαρμογή των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στη Σύμβαση, με τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα να εφαρμόζονται εντός των διαθέσιμων πόρων και, όπου χρειάζεται, μέσω διεθνούς συνεργασίας. Το Άρθρο 5 τονίζει τον σεβασμό των Συμβαλλόμενων Κρατών στην ευθύνη των γονέων ή άλλων νόμιμων υπευθύνων για την παροχή καθοδήγησης και συμβουλών στο παιδί, σύμφωνα με την ανάπτυξη των ικανοτήτων του, για την άσκηση των δικαιωμάτων του.
  4. Άρθρο 6. Το Άρθρο 6 της Σύμβασης αναγνωρίζει το εγγενές δικαίωμα στη ζωή για κάθε παιδί και υποχρεώνει τα Συμβαλλόμενα Κράτη να εξασφαλίζουν την επιβίωση και την ανάπτυξή του. Το Άρθρο 7 κατοχυρώνει το δικαίωμα του παιδιού στην εγγραφή στο ληξιαρχείο αμέσως μετά τη γέννηση, στο δικαίωμα ονόματος, ιθαγένειας και, στο μέτρο του δυνατού, στο δικαίωμα να γνωρίζει τους γονείς του και να ανατραφεί από αυτούς.
  5. Άρθρο 7. Το Άρθρο 7 ορίζει ότι τα Συμβαλλόμενα Κράτη πρέπει να διασφαλίζουν ότι κάθε παιδί έχει το δικαίωμα να γνωρίζει τους γονείς του και να ανατρέφεται από αυτούς, λαμβάνοντας υπόψη τις εθνικές νομοθεσίες και τις διεθνείς συνθήκες, ειδικά για την αποφυγή της απάτριδας κατάστασης του παιδιού.
  6. Άρθρο 8. Το Άρθρο 8 της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού κατοχυρώνει το δικαίωμα του παιδιού να διατηρεί την ταυτότητά του, συμπεριλαμβανομένης της ιθαγένειας, του ονόματος και των οικογενειακών σχέσεων, και ορίζει ότι τα Συμβαλλόμενα Κράτη πρέπει να παρέχουν υποστήριξη για την αποκατάσταση της ταυτότητας εάν αυτή έχει στερηθεί παράνομα.
  7. Άρθρο 9. Το Άρθρο 9 ορίζει ότι τα Συμβαλλόμενα Κράτη πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα παιδιά δεν αποχωρίζονται από τους γονείς τους παρά τη θέλησή τους, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο για το συμφέρον του παιδιού, και ότι όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη έχουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν στις σχετικές διαδικασίες. Το Άρθρο 10, αντίστοιχα, αναφέρεται στην αντιμετώπιση αιτήσεων για οικογενειακή επανένωση με θετικό πνεύμα, ανθρωπισμό και ταχύτητα, καθώς και στο δικαίωμα του παιδιού να διατηρεί επαφή με τους γονείς του που διαμένουν σε διαφορετικά κράτη.
  8. Άρθρο 10. Το Άρθρο 10 της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού ορίζει ότι "παιδί" είναι κάθε ανθρώπινο ον κάτω των 18 ετών, εκτός αν η ενηλικίωση επέρχεται νωρίτερα σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, αναγνωρίζοντας την ανάγκη ειδικής προστασίας και μέριμνας για τα παιδιά λόγω της ανωριμότητάς τους, λαμβάνοντας υπόψη διεθνείς διακηρύξεις και κανόνες όπως οι Κανόνες του Πεκίνου.
  9. Άρθρο 11. Το Άρθρο 11 της Σύμβασης ορίζει ότι τα Συμβαλλόμενα Κράτη θα λάβουν μέτρα κατά των αθέμιτων μετακινήσεων παιδιών στο εξωτερικό και της μη επανόδου τους, προωθώντας τη σύναψη ή προσχώρηση σε σχετικές διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες.
  10. Άρθρο 12. Το Άρθρο 12, παράγραφος 1, κατοχυρώνει το δικαίωμα του παιδιού με ικανότητα διάκρισης να εκφράζει ελεύθερα τη γνώμη του για θέματα που το αφορούν, λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία και την ωριμότητά του. Η παράγραφος 2 διευκρινίζει ότι αυτό περιλαμβάνει τη δυνατότητα να ακούγεται σε διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες, άμεσα ή μέσω εκπροσώπου, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.
  11. Άρθρο 13. Το Άρθρο 13 κατοχυρώνει το δικαίωμα του παιδιού στην ελευθερία έκφρασης, συμπεριλαμβανομένης της αναζήτησης, λήψης και διάδοσης πληροφοριών και ιδεών, με περιορισμούς που είναι αναγκαίοι για το σεβασμό των δικαιωμάτων άλλων, την εθνική ασφάλεια, τη δημόσια τάξη, τη δημόσια υγεία και τα δημόσια ήθη.
  12. Άρθρο 14. Το Άρθρο 14 κατοχυρώνει το δικαίωμα του παιδιού στην ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας, αναγνωρίζοντας παράλληλα το δικαίωμα και το καθήκον των γονέων να καθοδηγούν τα παιδιά τους σε αυτό το θέμα, ενώ επιτρέπει περιορισμούς μόνο για τη διαφύλαξη της δημόσιας ασφάλειας, τάξης, υγείας, ηθών ή των δικαιωμάτων των άλλων.
  13. Άρθρο 15. Το Άρθρο 15 αναγνωρίζει το δικαίωμα του παιδιού στην ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και της ειρηνικής συνάθροισης, επιτρέποντας περιορισμούς μόνο όταν αυτοί είναι νόμιμοι, αναγκαίοι σε μια δημοκρατική κοινωνία και αποσκοπούν στην προστασία της εθνικής ασφάλειας, της δημόσιας ασφάλειας, της δημόσιας τάξης, της δημόσιας υγείας, των δημόσιων ηθών ή των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων.
  14. Άρθρο 16. Το Άρθρο 16 διασφαλίζει ότι κανένα παιδί δεν μπορεί να υποστεί αυθαίρετη ή παράνομη επέμβαση στην ιδιωτική του ζωή, την οικογένεια, την κατοικία ή την αλληλογραφία του, ούτε προσβολές στην τιμή και την υπόληψή του, και κατοχυρώνει το δικαίωμά του στην προστασία από το νόμο έναντι τέτοιων ενεργειών.
  15. Άρθρο 17. Το Άρθρο 17 αναγνωρίζει τη σημασία των μέσων μαζικής ενημέρωσης για την πρόσβαση των παιδιών σε πληροφορίες και υλικό που προάγουν την ευημερία τους, ενθαρρύνοντας τα Συμβαλλόμενα Κράτη να προωθούν τη διάδοση χρήσιμου υλικού, τη διεθνή συνεργασία, την παραγωγή παιδικών βιβλίων, τη λήψη υπόψη των γλωσσολογικών αναγκών των παιδιών μειονοτήτων και την επεξεργασία κατευθυντήριων αρχών για την προστασία τους από επιβλαβές περιεχόμενο.
  16. Άρθρο 18. Το Άρθρο 18, παράγραφος 1, ορίζει ότι οι γονείς είναι από κοινού υπεύθυνοι για την ανατροφή και ανάπτυξη του παιδιού, με κύρια μέριμνα το συμφέρον του παιδιού. Οι παράγραφοι 2 και 3 αναφέρουν ότι τα Συμβαλλόμενα Κράτη πρέπει να παρέχουν βοήθεια στους γονείς και να δημιουργούν υπηρεσίες για την ευημερία των παιδιών, καθώς και να εξασφαλίζουν υπηρεσίες φύλαξης για παιδιά γονέων που εργάζονται.
  17. Άρθρο 19. Το Άρθρο 19 ορίζει ότι τα Συμβαλλόμενα Κράτη πρέπει να λαμβάνουν νομοθετικά, διοικητικά, κοινωνικά και εκπαιδευτικά μέτρα για την προστασία των παιδιών από κάθε μορφή βίας, κακοποίησης, εκμετάλλευσης και παραμέλησης, ενώ παράλληλα προβλέπει την εφαρμογή αποτελεσματικών διαδικασιών για την παροχή υποστήριξης σε παιδιά και επιμελητές, καθώς και για την αντιμετώπιση περιπτώσεων κακομεταχείρισης μέσω δικαστικής παρέμβασης.
  18. Άρθρο 20. Το Άρθρο 20 ορίζει ότι κάθε παιδί που στερείται το οικογενειακό του περιβάλλον δικαιούται ειδική προστασία και βοήθεια από το Κράτος, προβλέποντας εναλλακτικές μορφές επιμέλειας όπως η τοποθέτηση σε οικογένεια, η υιοθεσία ή η τοποθέτηση σε ίδρυμα, λαμβάνοντας υπόψη την εκπαίδευση και την καταγωγή του παιδιού.
  19. Άρθρο 21. Το Άρθρο 21 ορίζει ότι τα Συμβαλλόμενα Κράτη που επιτρέπουν την υιοθεσία πρέπει να διασφαλίζουν ότι το συμφέρον του παιδιού είναι πρωταρχικό, λαμβάνοντας υπόψη την εθνική, θρησκευτική, πολιτιστική και γλωσσική του καταγωγή, και ότι η υιοθεσία, ειδικά η διακρατική, γίνεται μόνο από αρμόδιες αρχές για να αποτραπεί ανάρμοστο υλικό όφελος. Το Άρθρο 22 αναφέρεται στην προστασία και ανθρωπιστική βοήθεια για παιδιά πρόσφυγες, με τη συνεργασία των Συμβαλλόμενων Κρατών με τον ΟΗΕ και άλλους οργανισμούς για την επανένωση οικογενειών ή την παροχή εναλλακτικής προστασίας.
  20. Άρθρο 23. Το Άρθρο 23 της Σύμβασης αναγνωρίζει το δικαίωμα των ανάπηρων παιδιών σε πλήρη και αξιοπρεπή ζωή, ειδική φροντίδα και ενεργό συμμετοχή στην κοινωνία, ενώ τα Συμβαλλόμενα Κράτη υποχρεούνται να παρέχουν βοήθεια προσαρμοσμένη στις ανάγκες τους και να προωθούν τη διεθνή συνεργασία για την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με την πρόληψη και θεραπεία.
  21. Άρθρο 26. Το Άρθρο 26 αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε παιδιού στην κοινωνική πρόνοια και τις κοινωνικές ασφαλίσεις, με τα Συμβαλλόμενα Κράτη να λαμβάνουν μέτρα για την πλήρη πραγμάτωσή του σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Τα ωφελήματα θα χορηγούνται λαμβάνοντας υπόψη τους πόρους και την κατάσταση του παιδιού και των υπευθύνων για τη συντήρησή του, καθώς και άλλες σχετικές εκτιμήσεις.
  22. Άρθρο 27. Το Άρθρο 27 αναγνωρίζει το δικαίωμα του παιδιού σε ένα κατάλληλο επίπεδο ζωής, καθορίζει την κύρια ευθύνη των γονέων για την εξασφάλιση αυτών των συνθηκών, και υποχρεώνει τα Συμβαλλόμενα Κράτη να παρέχουν υλική βοήθεια και να εξασφαλίζουν την είσπραξη της διατροφής του παιδιού, ακόμη και αν ο υπεύθυνος ζει στο εξωτερικό.
  23. Άρθρο 28 π. Το Άρθρο 28 π, που αποτελεί μέρος της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού, αναφέρεται στην προετοιμασία του παιδιού για μια ατομική ζωή στην κοινωνία και την ανατροφή του στο πνεύμα των ιδεωδών που διακηρύσσονται στον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, ιδιαίτερα σε πνεύμα ειρήνης, αξιοπρέπειας, ανεκτικότητας, ελευθερίας, ισότητας και αλληλεγγύης.
  24. Άρθρο 30. Το Άρθρο 30 διασφαλίζει ότι τα παιδιά που ανήκουν σε εθνικές, θρησκευτικές ή γλωσσικές μειονότητες ή είναι αυτόχθονες δεν μπορούν να στερηθούν το δικαίωμα να έχουν τη δική τους πολιτιστική ζωή, να ασκούν τη θρησκεία τους ή να χρησιμοποιούν τη γλώσσα τους από κοινού με άλλα μέλη της ομάδας τους. Το Άρθρο 31 αναγνωρίζει το δικαίωμα του παιδιού στην ανάπαυση, τον ελεύθερο χρόνο, τα παιχνίδια και την πλήρη συμμετοχή στην πολιτιστική και καλλιτεχνική ζωή, ενθαρρύνοντας τα Συμβαλλόμενα Κράτη να παρέχουν ίσες ευκαιρίες για αυτές τις δραστηριότητες.
  25. Άρθρο 32. Το Άρθρο 32 αναγνωρίζει το δικαίωμα του παιδιού στην προστασία από την οικονομική εκμετάλλευση και την εργασία που θέτει σε κίνδυνο την υγεία, την εκπαίδευση ή την ανάπτυξή του, απαιτώντας από τα Συμβαλλόμενα Κράτη να ορίσουν κατώτατο όριο ηλικίας για την απασχόληση, να ρυθμίσουν τις συνθήκες εργασίας και να προβλέψουν κυρώσεις.
  26. Άρθρο 34. Το Άρθρο 34 αναλαμβάνει την υποχρέωση των Συμβαλλόμενων Κρατών να προστατεύουν τα παιδιά από κάθε μορφή σεξουαλικής εκμετάλλευσης και βίας, λαμβάνοντας μέτρα για την αποτροπή της παρακίνησης ή εξαναγκασμού σε παράνομη σεξουαλική δραστηριότητα, της εκμετάλλευσης για πορνεία ή άλλες παράνομες σεξουαλικές δραστηριότητες, και της εκμετάλλευσης για παραγωγή πορνογραφικού υλικού.
  27. Άρθρο 36. Το Άρθρο 36 ορίζει ότι τα Συμβαλλόμενα Κράτη πρέπει να προστατεύουν τα παιδιά από κάθε μορφή εκμετάλλευσης που είναι επιβλαβής για την ευημερία τους. Το Άρθρο 37 αναφέρει ότι τα Συμβαλλόμενα Κράτη επαγρυπνούν ώστε κανένα παιδί να μην υποβάλλεται σε βασανιστήρια ή σκληρή μεταχείριση, να μην στερείται την ελευθερία του παράνομα ή αυθαίρετα, και ότι τα παιδιά που στερούνται την ελευθερία τους πρέπει να αντιμετωπίζονται με ανθρωπισμό, να χωρίζονται από τους ενήλικες, και να έχουν πρόσβαση σε νομική συμπαράσταση.
  28. Άρθρο 38. Το Άρθρο 38 ορίζει ότι τα Συμβαλλόμενα Κράτη πρέπει να σέβονται και να διασφαλίζουν την προστασία των παιδιών σύμφωνα με το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο σε περίπτωση ένοπλης σύρραξης, απαγορεύοντας τη συμμετοχή παιδιών κάτω των 15 ετών στις εχθροπραξίες και την επιστράτευσή τους, ενώ προτεραιοποιούν τα μεγαλύτερα παιδιά κατά την επιστράτευση ατόμων άνω των 15 ετών.
  29. Άρθρο 40. Το Άρθρο 40 του ΦΕΚ 192 καθορίζει τις εγγυήσεις για παιδιά που κατηγορούνται για ποινικά αδικήματα, διασφαλίζοντας την αθωότητά τους μέχρι αποδείξεως, το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, νομική συμπαράσταση, και την προστασία της ιδιωτικής τους ζωής, ενώ παράλληλα προωθεί τη θέσπιση ειδικών νόμων και διαδικασιών για την αντιμετώπισή τους.
  30. Άρθρο 41. Το Άρθρο 41 της Σύμβασης ορίζει ότι καμία διάταξη της Σύμβασης δεν θίγει ευνοϊκότερες διατάξεις για τα δικαιώματα του παιδιού που περιέχονται στη νομοθεσία ενός Συμβαλλόμενου Κράτους ή στο διεθνές δίκαιο που ισχύει για αυτό. Το Άρθρο 42 αναθέτει στα Συμβαλλόμενα Κράτη την υποχρέωση να διαδίδουν ευρέως τις αρχές και τις διατάξεις της Σύμβασης σε ενήλικες και παιδιά.
  31. Άρθρο 43. Το Άρθρο 43 της Σύμβασης προβλέπει τη σύσταση Επιτροπής για τα δικαιώματα του παιδιού, αποτελούμενης από δέκα εμπειρογνώμονες υψηλού ήθους και αναγνωρισμένης ικανότητας, οι οποίοι εκλέγονται από τα Συμβαλλόμενα Κράτη για τετραετή θητεία, με σκοπό την έρευνα της προόδου στην τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Σύμβαση. Οι πρώτες εκλογές θα διεξαχθούν το αργότερο έξι μήνες μετά την έναρξη ισχύος της Σύμβασης, ενώ οι επόμενες κάθε δύο χρόνια, με τη διαδικασία να περιλαμβάνει μυστική ψηφοφορία και την απαρτία να σχηματίζεται από τα δύο τρίτα των Συμβαλλόμενων Κρατών.
  32. Άρθρο 45. Το Άρθρο 45 περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει τη γνώμη ειδικευμένων οργανώσεων, του Ταμείου των Ηνωμένων Εθνών για την παιδική ηλικία (UNICEF) και άλλων αρμόδιων φορέων για την εφαρμογή της Σύμβασης, καθώς και να διαβιβάσει εκθέσεις και αιτήματα για τεχνική βοήθεια, κάνοντας υποδείξεις και συστάσεις γενικής φύσεως στη Γενική Συνέλευση.
  33. Άρθρο 46. Το Άρθρο 46 της Σύμβασης ορίζει ότι η Σύμβαση είναι ανοιχτή για υπογραφή από όλα τα Κράτη, ενώ τα Άρθρα 47 και 48 αφορούν την επικύρωση και την προσχώρηση αντίστοιχα, με τα έγγραφα επικύρωσης να κατατίθενται στον Γενικό Γραμματέα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.
  34. Άρθρο 48. Το Άρθρο 48 της Σύμβασης ορίζει ότι είναι ανοιχτή για προσχώρηση οποιουδήποτε Κράτους, με τα έγγραφα προσχώρησης να κατατίθενται στον Γενικό Γραμματέα του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών. Το Άρθρο 49 ορίζει ότι η Σύμβαση θα τεθεί σε ισχύ την τριακοστή ημέρα μετά την κατάθεση του εικοστού εγγράφου επικύρωσης ή προσχώρησης στον Γενικό Γραμματέα του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών.
  35. Άρθρο 49. Το Άρθρο 49 ορίζει ότι η Σύμβαση τίθεται σε ισχύ την τριακοστή ημέρα μετά την κατάθεση του εικοστού εγγράφου επικύρωσης ή προσχώρησης στον Γενικό Γραμματέα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, και για κάθε επόμενο Κράτος, την τριακοστή ημέρα μετά την κατάθεση του δικού του εγγράφου.
  36. Άρθρο 50. Το Άρθρο 50 περιγράφει τη διαδικασία τροποποίησης της Σύμβασης, όπου κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί να προτείνει τροπολογίες που, αφού εξεταστούν σε διάσκεψη που συγκαλείται από τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ (εάν το ζητήσει τουλάχιστον το ένα τρίτο των Συμβαλλόμενων Κρατών εντός τεσσάρων μηνών), και υιοθετηθούν από την πλειοψηφία των παρόντων και ψηφισάντων, υποβάλλονται στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ για έγκριση και στη συνέχεια απαιτείται η αποδοχή τους από τα δύο τρίτα των Συμβαλλόμενων Κρατών για να τεθούν σε ισχύ.
  37. Άρθρο 51. Το Άρθρο 51 ορίζει ότι ο Γενικός Γραμματέας του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών θα διαβιβάσει τις επιφυλάξεις των κρατών κατά την επικύρωση ή προσχώρηση, απαγορεύοντας επιφυλάξεις ασύμβατες με το αντικείμενο και το σκοπό της Σύμβασης, και επιτρέποντας την απόσυρσή τους με γνωστοποίηση που παράγει αποτελέσματα από την ημερομηνία παραλαβής.
  38. Άρθρο 52. Το Άρθρο 52 ορίζει ότι η γνωστοποίηση παράγει αποτελέσματα από την ημερομηνία παραλαβής της από τον Γενικό Γραμματέα, και ότι η καταγγελία της Σύμβασης από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, μέσω γραπτής γνωστοποίησης προς τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ, τίθεται σε ισχύ ένα χρόνο μετά την παραλαβή της γνωστοποίησης.
  39. Άρθρο 53. Το Άρθρο 53 ορίζει τον Γενικό Γραμματέα του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών ως θεματοφύλακα της Σύμβασης, ενώ το Άρθρο 54 καθορίζει ότι το πρωτότυπο της Σύμβασης, με ταυτόσημη ισχύ στα αγγλικά, αραβικά, κινεζικά, ισπανικά, γαλλικά και ρωσικά, θα κατατεθεί στον ίδιο Γενικό Γραμματέα. Η ισχύς του νόμου αρχίζει με τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ενώ η ισχύς της Σύμβασης ξεκινά με την ολοκλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου της. Η δημοσίευση και εκτέλεση του νόμου ως νόμου του Κράτους διατάχθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 1992, υπογράφοντας ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής και οι αρμόδιοι Υπουργοί.
  40. Άρθρο preamble. Το Άρθρο πρώτο του Νόμου υπ' αριθ. 2101, που εκδόθηκε στις 2 Δεκεμβρίου 1992, κυρώνει τη Διεθνή Σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού, η οποία υπογράφτηκε στη Νέα Υόρκη στις 26 Ιανουαρίου 1990.

Πρόσφατες αναφορές

Σχετικοί νόμοι

Νομοθεσία του 1992

Επιστροφή στη λίστα νόμων