Νόμος 3666/2008 — Χρονολόγιο τροποποιήσεων
Ο Νόμος 3666/2008 κυρώνει τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της Διαφθοράς και τροποποιεί τον ν. 2331/1995, ορίζοντας ορολογίες και ποινικοποιώντας διάφορες μορφές διαφθοράς, όπως η δωροδοκία, η κατάχρηση εξουσίας και η νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Ο νόμος αφορά δημόσιους λειτουργούς, λειτουργούς διεθνών οργανισμών, καθώς και φορείς του ιδιωτικού τομέα, θεσπίζοντας μέτρα πρόληψης, ανίχνευσης, δίωξης και δήμευσης των προϊόντων εγκλήματος. Ειδικότερα, προβλέπει την υιοθέτηση κωδίκων συμπεριφοράς, τη διαφάνεια στις δημόσιες προμήθειες και τη διαχείριση δημόσιων οικονομικών, καθώς και την προστασία μαρτύρων και θυμάτων. Επίσης, ορίζει ποινές για αδικήματα όπως η δωροδοκία στον ιδιωτικό τομέα, με ποινές φυλάκισης και κάθειρξης, και προβλέπει την ευθύνη νομικών προσώπων.
Άρθρα
- Άρθρο 2. Το Άρθρο 2 της Σύμβασης ορίζει τους όρους "Δημόσιος λειτουργός", "Ξένος δημόσιος λειτουργός", "Λειτουργός δημόσιου διεθνούς οργανισμού", "Περιουσία", "Προϊόντα εγκλήματος", "Πάγωμα" ή "κατάσχεση", "Δήμευση" και "Βασικό έγκλημα", διευκρινίζοντας τις έννοιες και τις κατηγορίες που εμπίπτουν σε κάθε ορισμό, με αναφορές σε εθνικές νομοθεσίες και δικαστικές ή αρμόδιες αρχές.
- Άρθρο 2 π. Το Άρθρο 2 π τροποποιεί το άρθρο 2 παρ. 1 περ. α΄ και β΄ του ν. 2331/1995, προσθέτοντας αναφορά στα εγκλήματα των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 342 του ΠΚ και των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 348Α του ΠΚ. Το Άρθρο τρίτο ορίζει την ορολογία για την εφαρμογή του νόμου, συμπεριλαμβανομένων των όρων «δημόσιος λειτουργός», «ξένος δημόσιος λειτουργός», «λειτουργός δημόσιου διεθνούς οργανισμού», «περιουσία», «προϊόντα εγκλήματος», «πάγωμα» ή «κατάσχεση», «δήμευση», «βασικό έγκλημα», και «ελεγχόμενη παράδοση».
- Άρθρο 2 τ. Το Άρθρο 2 τ ορίζει ότι οι διατάξεις των άρθρων 235, 236, 237 και 238 του Ποινικού Κώδικα εφαρμόζονται σε πράξεις δωροδοκίας αλλοδαπών δημόσιων λειτουργών, λειτουργών διεθνών οργανισμών, δικαστών, ενόρκων, διαιτητών, καθώς και μελών δημόσιων συνελεύσεων και κοινοβουλευτικών συνελεύσεων διεθνών οργανισμών, σύμφωνα με τη Σύμβαση που κυρώνεται. Επιπλέον, το Άρθρο έκτο τροποποιεί τον ν. 2331/1995, ενσωματώνοντας τη νομιμοποίηση εσόδων από αδικήματα διαφθοράς που προβλέπονται στα άρθρα τέταρτο, πέμπτο και όγδοο του νόμου που κυρώνει τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της Διαφθοράς (31 Οκτωβρίου 2003).
- Άρθρο 3. Το Άρθρο 3 της Σύμβασης ορίζει ότι η Σύμβαση εφαρμόζεται στην πρόληψη, ανίχνευση και δίωξη της διαφθοράς, καθώς και στο πάγωμα, κατάσχεση, δήμευση και επιστροφή των προϊόντων εγκλημάτων, και διευκρινίζει ότι τα αδικήματα που αναφέρονται δεν απαιτούν απαραίτητα ζημία ή βλάβη της κρατικής περιουσίας για την εφαρμογή της.
- Άρθρο 4. Το Άρθρο 4 της Σύμβασης ορίζει ότι τα Κράτη Μέρη πρέπει να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους με σεβασμό στην κυρίαρχη ισότητα, την εδαφική ακεραιότητα και τη μη παρέμβαση στα εσωτερικά ζητήματα άλλων κρατών, απαγορεύοντας σε ένα Κράτος Μέρος να ασκεί δικαιοδοσία ή αρμοδιότητες στην επικράτεια άλλου κράτους που ανήκουν αποκλειστικά στις αρχές του. Το Άρθρο 5, στο Κεφάλαιο II, αφορά τις πολιτικές και πρακτικές πρόληψης της διαφθοράς, απαιτώντας από κάθε Κράτος Μέρος να αναπτύσσει και να εφαρμόζει αποτελεσματικές πολιτικές κατά της διαφθοράς που προάγουν τη συμμετοχή της κοινωνίας και βασίζονται στις αρχές του κράτους δικαίου, της ορθής διαχείρισης, της ακεραιότητας και της διαφάνειας.
- Άρθρο 5. Το Άρθρο 5 του εγγράφου εστιάζει στην πρόληψη της διαφθοράς, απαιτώντας από τα Κράτη Μέρη να θεσπίσουν αποτελεσματικές πρακτικές, να αξιολογούν περιοδικά τα νομικά και διοικητικά μέτρα τους, και να συνεργάζονται μεταξύ τους και με διεθνείς οργανισμούς για την προώθηση αυτών των μέτρων. Το Άρθρο 6, από την άλλη, ορίζει ότι κάθε Κράτος Μέρος πρέπει να διασφαλίζει την ύπαρξη οργάνου ή οργάνων για την πρόληψη της διαφθοράς, σύμφωνα με τις αρχές του νομικού του συστήματος.
- Άρθρο 5 τ. Το Άρθρο 5 τ του ΦΕΚ 105, σελίδα 1568, ορίζει την αρμοδιότητα των Κρατών Μερών να αυξάνουν και να διαδίδουν γνώσεις σχετικά με την πρόληψη της διαφθοράς, διασφαλίζοντας την ανεξαρτησία, τους υλικούς πόρους και το εξειδικευμένο προσωπικό των αρμόδιων οργάνων, ενώ παράλληλα τα Κράτη Μέρη υποχρεούνται να γνωστοποιούν στον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών τις αρχές που μπορούν να συνδράμουν στην ανάπτυξη και εφαρμογή μέτρων πρόληψης της διαφθοράς.
- Άρθρο 7. Το Άρθρο 7 του εγγράφου, με τίτλο "Δημόσιος τομέας", ορίζει ότι κάθε Κράτος Μέρος πρέπει να υιοθετεί, να διατηρεί και να ενισχύει συστήματα για την επιλογή, πρόσληψη, διατήρηση, προαγωγή και συνταξιοδότηση δημόσιων υπαλλήλων, βασισμένα σε αρχές αποδοτικότητας, διαφάνειας και αντικειμενικών κριτηρίων, ενώ παράλληλα εξετάζει τη θέσπιση κριτηρίων για την υποψηφιότητα και εκλογή σε δημόσιες θέσεις, καθώς και τη διαφάνεια στη χρηματοδότηση πολιτικών υποψηφιοτήτων και κομμάτων.
- Άρθρο 8. Το Άρθρο 8 του ΦΕΚ ορίζει την υιοθέτηση κωδίκων συμπεριφοράς για δημόσιους λειτουργούς από τα Κράτη Μέρη, με σκοπό την καταπολέμηση της διαφθοράς μέσω της προώθησης της ακεραιότητας, της εντιμότητας και της υπευθυνότητας. Ειδικότερα, τα Κράτη Μέρη καλούνται να εφαρμόσουν πρότυπα συμπεριφοράς, να εξετάσουν τη θέσπιση μέτρων για την αναφορά πράξεων διαφθοράς και τη δήλωση εξωυπηρεσιακών δραστηριοτήτων, επενδύσεων και περιουσιακών στοιχείων, καθώς και να λάβουν πειθαρχικά μέτρα κατά των παραβατών, λαμβάνοντας υπόψη σχετικές πρωτοβουλίες όπως ο Διεθνής Κώδικας Συμπεριφοράς των Δημόσιων Λειτουργών (απόφαση 51/59 της Γενικής Συνέλευσης, 12 Δεκεμβρίου 1996).
- Άρθρο 9. Το Άρθρο 9 απαιτεί από τα Κράτη Μέρη να θεσπίσουν συστήματα δημόσιων προμηθειών που βασίζονται στη διαφάνεια, τον ανταγωνισμό και αντικειμενικά κριτήρια για την πρόληψη της διαφθοράς, συμπεριλαμβανομένης της δημόσιας διάδοσης πληροφοριών, προκαθορισμένων κριτηρίων συμμετοχής και επιλογής, και αποτελεσματικών συστημάτων εσωτερικής αναθεώρησης. Επιπλέον, τα Κράτη Μέρη πρέπει να ενισχύσουν τη διαφάνεια και την υπευθυνότητα στη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών μέσω διαδικασιών εφαρμογής του εθνικού προϋπολογισμού, έγκαιρης αναφοράς εσόδων και δαπανών, συστημάτων λογιστικών και ελεγκτικών προτύπων, και αποτελεσματικών συστημάτων διαχείρισης κινδύνου και εσωτερικού ελέγχου.
- Άρθρο 10. Το Άρθρο 10, με τίτλο "Δημόσια ενημέρωση", επιβάλλει στα Κράτη Μέρη να ενισχύσουν τη διαφάνεια στη δημόσια διοίκησή τους, υιοθετώντας μέτρα όπως η παροχή πληροφοριών στο κοινό για την οργάνωση, λειτουργία και λήψη αποφάσεων της δημόσιας διοίκησης, η απλούστευση των διοικητικών διαδικασιών και η δημοσιοποίηση πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων αναφορών για κινδύνους διαφθοράς.
- Άρθρο 11. Το Άρθρο 11 του ΦΕΚ ορίζει ότι τα Κράτη Μέρη, σεβόμενα τη δικαστική ανεξαρτησία, πρέπει να λαμβάνουν μέτρα για την ενίσχυση της ακεραιότητας και την πρόληψη της διαφθοράς μεταξύ των δικαστών, συμπεριλαμβανομένων κανόνων συμπεριφοράς, και να εφαρμόζουν παρόμοια μέτρα για την εισαγγελική υπηρεσία όπου αυτή χαίρει ανεξαρτησίας.
- Άρθρο 12. Το Άρθρο 12 του ΦΕΚ αφορά την πρόληψη της διαφθοράς στον ιδιωτικό τομέα, απαιτώντας από τα Κράτη Μέρη να βελτιώσουν τα λογιστικά και ελεγκτικά πρότυπα, να προωθήσουν τη συνεργασία μεταξύ αρχών και ιδιωτικών φορέων, να διασφαλίσουν τη διαφάνεια, να αποτρέψουν τη σύγκρουση συμφερόντων και να επιβάλουν κυρώσεις για μη συμμόρφωση. Επίσης, απαγορεύει τη φορολογική έκπτωση δαπανών που αποτελούν δωροδοκία.
- Άρθρο 13. Το Άρθρο 13 απαιτεί από τα Κράτη Μέρη να προωθούν την ενεργό συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών, των ΜΚΟ και ενώσεων προσώπων στην πρόληψη και καταπολέμηση της διαφθοράς, μέσω της βελτίωσης της διαφάνειας, της πρόσβασης στην ενημέρωση, της ενημέρωσης του κοινού και της προστασίας της ελευθερίας διάδοσης πληροφοριών, ενώ παράλληλα διασφαλίζει την πρόσβαση του κοινού σε φορείς κατά της διαφθοράς για την καταγγελία περιστατικών.
- Άρθρο 14. Το Άρθρο 14 της Σύμβασης θεσπίζει μέτρα για την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, απαιτώντας από τα Κράτη Μέρη να δημιουργήσουν ρυθμιστικά και εποπτικά καθεστώτα για τράπεζες και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, να διασφαλίσουν τη συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών και να εξετάσουν την εφαρμογή μέτρων για την ανίχνευση και παρακολούθηση της διασυνοριακής κίνησης μετρητών και χρηματοοικονομικών μέσων, καθώς και την απαιτούμενη δήλωση σημαντικών ποσών.
- Άρθρο 15. Το Άρθρο 15 ορίζει δύο περιπτώσεις κατάχρησης εξουσίας από δημόσιο λειτουργό: α) την απαίτηση ή λήψη οποιουδήποτε πλεονεκτήματος για την άσκηση υπηρεσιακών καθηκόντων και β) την απαίτηση ή λήψη μη οφειλόμενου πλεονεκτήματος για τον ίδιο ή άλλο πρόσωπο/φορέα, με σκοπό την παράλειψη ή ενέργεια κατά την άσκηση των καθηκόντων του.
- Άρθρο 16. Το Άρθρο 16 ορίζει ως ποινικό αδίκημα, όταν τελείται με πρόθεση, την υπόσχεση, προσφορά, παροχή, απαίτηση ή λήψη μη οφειλόμενου πλεονεκτήματος σε ξένο δημόσιο λειτουργό ή λειτουργό δημόσιου διεθνούς οργανισμού, με σκοπό την επηρεασμό της άσκησης των υπηρεσιακών του καθηκόντων για τη λήψη ή διατήρηση επιχειρηματικού πλεονεκτήματος.
- Άρθρο 17. Το Άρθρο 17 ορίζει ως ποινικό αδίκημα την κατάχρηση, ιδιοποίηση ή άλλη εκτροπή περιουσίας, κεφαλαίων, χρεογράφων ή άλλων πραγμάτων αξίας που έχουν εμπιστευτεί σε δημόσιο λειτουργό, όταν αυτή γίνεται με πρόθεση για δικό του όφελος ή όφελος τρίτου.
- Άρθρο 18. Το Άρθρο 18 ορίζει ως ποινικά αδικήματα την υπόσχεση, προσφορά ή παροχή (παράγραφος α) και την απαίτηση ή λήψη (παράγραφος β) μη οφειλόμενου πλεονεκτήματος από δημόσιο λειτουργό ή άλλο πρόσωπο, με σκοπό την κατάχρηση επιρροής για την απόκτηση μη οφειλόμενου πλεονεκτήματος από τη διοίκηση ή δημόσια αρχή.
- Άρθρο 19. Το Άρθρο 19 ορίζει ότι κάθε Κράτος Μέρος πρέπει να θεσπίσει ως ποινικό αδίκημα την κατάχρηση εξουσίας και θέσης από δημόσιο λειτουργό, όταν αυτή τελείται με πρόθεση, κατά παράβαση νόμων, κατά την άσκηση καθηκόντων, με σκοπό την απόκτηση μη οφειλόμενου πλεονεκτήματος για τον εαυτό του ή για τρίτο πρόσωπο ή φορέα.
- Άρθρο 20. Το Άρθρο 20 ορίζει τον παράνομο πλουτισμό ως ποινικό αδίκημα, όταν δημόσιος λειτουργός αποκτά σημαντική αύξηση περιουσιακών στοιχείων που δεν μπορεί να εξηγήσει εύλογα με βάση το νόμιμο εισόδημά του, σύμφωνα με το Σύνταγμα και τις αρχές του νομικού συστήματος κάθε Κράτους Μέλους.
- Άρθρο 21. Το Άρθρο 21 ορίζει ως ποινικά αδικήματα την υπόσχεση, προσφορά, παροχή, απαίτηση ή λήψη μη οφειλόμενου πλεονεκτήματος σε ή από πρόσωπα που διευθύνουν ή εργάζονται σε φορείς του ιδιωτικού τομέα, με σκοπό την παράβαση των καθηκόντων τους, όταν αυτά τελούνται με πρόθεση κατά την άσκηση οικονομικών, χρηματοπιστωτικών ή εμπορικών δραστηριοτήτων.
- Άρθρο 22. Το Άρθρο 22 ορίζει ότι η ιδιοποίηση περιουσίας στον ιδιωτικό τομέα, όταν τελείται με πρόθεση κατά τη διεξαγωγή οικονομικών, χρηματοπιστωτικών ή εμπορικών δραστηριοτήτων από άτομο που διευθύνει ή εργάζεται σε φορέα του ιδιωτικού τομέα, πρέπει να θεσπιστεί ως ποινικό αδίκημα από κάθε Κράτος Μέρος.
- Άρθρο 23. Το Άρθρο 23 του ΦΕΚ ορίζει τη νομιμοποίηση προϊόντων εγκλήματος, καθιστώντας ποινικά αδικήματα τη μετατροπή, μεταφορά, απόκρυψη, συγκάλυψη, απόκτηση, κατοχή ή χρήση περιουσίας που προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα, καθώς και τη συμμετοχή, σύσταση συμμορίας, απόπειρα και συνενοχή σε τέτοιες πράξεις. Επίσης, καθορίζει ότι τα Κράτη Μέρη πρέπει να εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές σε ευρύ φάσμα βασικών αδικημάτων, συμπεριλαμβανομένων αυτών που τελέστηκαν εντός και εκτός της δικαιοδοσίας τους, και να παρέχουν αντίγραφα των σχετικών νόμων στον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών.
- Άρθρο 23 τ. Το Άρθρο 23 τ ορίζει την "Ελεγχόμενη παράδοση" ως μια τεχνική που επιτρέπει την κίνηση παράνομων ή ύποπτων φορτίων υπό την επίβλεψη αρμόδιων αρχών για την ανίχνευση εγκλήματος και την αποκάλυψη των εμπλεκομένων.
- Άρθρο 24. Το Άρθρο 24 της Σύμβασης ορίζει ότι κάθε Κράτος Μέρος πρέπει να θεσπίσει ως ποινικό αδίκημα την απόκρυψη ή παρακράτηση περιουσίας που προέρχεται από αδικήματα που ορίζονται στη Σύμβαση, εφόσον το εμπλεκόμενο πρόσωπο γνωρίζει την προέλευση της περιουσίας και η πράξη γίνεται με πρόθεση μετά την τέλεση του αρχικού αδικήματος.
- Άρθρο 25. Το Άρθρο 25 ορίζει ως ποινικά αδικήματα την παρεμπόδιση της δικαιοσύνης μέσω σωματικής βίας, απειλών, εκφοβισμού ή δωροδοκίας για ψευδομαρτυρία ή επέμβαση στην παροχή αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και την επέμβαση στα υπηρεσιακά καθήκοντα δικαστή ή αστυνομικού, σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση.
- Άρθρο 26. Το Άρθρο 26 ορίζει ότι κάθε Κράτος Μέρος πρέπει να θεσπίσει μέτρα για την ευθύνη νομικών προσώπων για συμμετοχή σε αδικήματα, η οποία μπορεί να είναι ποινική, αστική ή διοικητική, χωρίς να επηρεάζεται η ποινική ευθύνη φυσικών προσώπων, και να επιβάλλονται αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις, συμπεριλαμβανομένων χρηματικών.
- Άρθρο 26 τ. Το Άρθρο 26 τ της Σύμβασης καθορίζει τους σκοπούς της αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής μεταξύ των Κρατών Μερών, συμπεριλαμβανομένης της λήψης αποδεικτικών στοιχείων, της κοινοποίησης εγγράφων, της εκτέλεσης ερευνών, κατασχέσεων και παγώματος, καθώς και της ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων, ενώ επιτρέπει την προαιρετική διαβίβαση πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών.
- Άρθρο 27. Το Άρθρο 27 της Σύμβασης ορίζει ότι κάθε Κράτος Μέρος πρέπει να θεσπίσει ως ποινικό αδίκημα τη συμμετοχή (ως συνεργός, βοηθός ή ηθικός αυτουργός) σε αδίκημα που προβλέπεται από τη Σύμβαση, ενώ μπορεί επίσης να θεσπίσει ως ποινικό αδίκημα την απόπειρα και τις προπαρασκευαστικές πράξεις για την τέλεση τέτοιων αδικημάτων.
- Άρθρο 28. Το Άρθρο 28 ορίζει ότι η γνώση, η πρόθεση ή ο σκοπός που απαιτούνται ως στοιχεία αδικήματος βάσει της Σύμβασης μπορούν να συναχθούν από αντικειμενικές πραγματικές περιστάσεις. Το Άρθρο 29 αφορά την παραγραφή, απαιτώντας από τα Κράτη Μέρη να θεσπίσουν μακρά περίοδο παραγραφής για τα αδικήματα της Σύμβασης, καθώς και μακρύτερη περίοδο ή αναστολή σε περίπτωση φυγοδικίας του δράστη.
- Άρθρο 30. Το Άρθρο 30, με τίτλο "Δίωξη, απόφαση και κυρώσεις", ορίζει ότι κάθε Κράτος Μέρος πρέπει να θεσπίσει κυρώσεις για τα αδικήματα που προβλέπονται από τη Σύμβαση, λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα του αδικήματος και εξασφαλίζοντας ισορροπία μεταξύ ασυλιών δημοσίων λειτουργών και αποτελεσματικής δίωξης. Επίσης, τα Κράτη Μέρη πρέπει να εξετάσουν τη δυνατότητα απομάκρυνσης ή αναστολής καθηκόντων δημοσίων λειτουργών που κατηγορούνται για τέτοια αδικήματα, καθώς και τη στέρηση του δικαιώματος κατοχής δημόσιας θέσης ή θέσης σε κρατικές επιχειρήσεις για καταδικασθέντες, ενώ παράλληλα προωθούν την κοινωνική επανένταξη.
- Άρθρο 30 π. Το Άρθρο 30 π του ΦΕΚ τροποποιεί το Άρθρο πέμπτο του ν. 3560/2007, ορίζοντας ποινές φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους ή κάθειρξης έως δέκα ετών για ενεργητική και παθητική δωροδοκία στον ιδιωτικό τομέα, όταν η αξία των δώρων υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ, ενώ παράλληλα προβλέπει μέτρα προστασίας για μάρτυρες και καταγγέλλοντες.
- Άρθρο 31. Το Άρθρο 31 της Σύμβασης ορίζει τα μέτρα για την αναγνώριση, ανίχνευση, πάγωμα, κατάσχεση και δήμευση προϊόντων εγκλήματος, συμπεριλαμβανομένων των περιουσιακών στοιχείων που έχουν αλλάξει μορφή ή έχουν αναμιχθεί με νόμιμες πηγές, καθώς και των εισοδημάτων ή οφελών που προκύπτουν από αυτά. Επίσης, εξουσιοδοτεί τα δικαστήρια να διατάσσουν τη διάθεση ή κατάσχεση τραπεζικών, χρηματοπιστωτικών ή εμπορικών αρχείων, ανεξαρτήτως τραπεζικού απορρήτου, και επιτρέπει στα Κράτη Μέρη να απαιτούν από τους δράστες να αποδείξουν τη νόμιμη προέλευση των προϊόντων εγκλήματος. Τέλος, προβλέπει τη συνεργασία μεταξύ των Κρατών Μερών για την εκτέλεση εντολών δήμευσης και την εφαρμογή των μέτρων αυτών σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία, χωρίς να θίγονται τα δικαιώματα τρίτων καλόπιστων.
- Άρθρο 32. Το Άρθρο 32 της Σύμβασης ορίζει ότι τα Κράτη Μέρη πρέπει να λαμβάνουν μέτρα για την προστασία μαρτύρων, πραγματογνωμόνων και θυμάτων από αντίποινα ή εκφοβισμό, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας, της μη αποκάλυψης ταυτότητας και της κατάθεσης μέσω τεχνολογίας, ενώ παράλληλα εξετάζουν συμφωνίες με άλλα Κράτη για μετεγκατάσταση και διασφαλίζουν τη δυνατότητα έκφρασης των απόψεων των θυμάτων στη διαδικασία.
- Άρθρο 33. Το Άρθρο 33 της Σύμβασης απαιτεί από τα Κράτη Μέρη να εξετάσουν τη δυνατότητα ενσωμάτωσης μέτρων στο εσωτερικό τους νομικό σύστημα για την προστασία ατόμων που καταγγέλλουν καλόπιστα και με βάσιμους λόγους στις αρμόδιες αρχές αδικήματα που ορίζονται από τη Σύμβαση, από αδικαιολόγητη μεταχείριση.
- Άρθρο 34. Το Άρθρο 34 ορίζει ότι τα Κράτη Μέρη, λαμβάνοντας υπόψη τα δικαιώματα τρίτων που αποκτήθηκαν καλόπιστα, πρέπει να λαμβάνουν μέτρα για την αντιμετώπιση των συνεπειών της διαφθοράς, όπως η ακύρωση ή κατάργηση σύμβασης, η ανάκληση παραχωρηθέντος δικαιώματος ή άλλα διορθωτικά μέτρα.
- Άρθρο 35. Το Άρθρο 35 ορίζει ότι κάθε Κράτος Μέρος πρέπει να διασφαλίζει, σύμφωνα με την εσωτερική του νομοθεσία, ότι τα θύματα πράξεων διαφθοράς έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν δικαστική προστασία για αποζημίωση από τους υπεύθυνους.
- Άρθρο 36. Το Άρθρο 36 ορίζει ότι κάθε Κράτος Μέρος πρέπει να διαθέτει εξειδικευμένα όργανα ή πρόσωπα για την καταπολέμηση της διαφθοράς, τα οποία θα έχουν την απαραίτητη ανεξαρτησία, κατάλληλη εκπαίδευση και πόρους. Το Άρθρο 37, παράγραφος 1, αναφέρει ότι τα Κράτη Μέρη πρέπει να ενθαρρύνουν άτομα που εμπλέκονται σε αδικήματα που ορίζονται από τη Σύμβαση να παρέχουν χρήσιμες πληροφορίες και βοήθεια στις αρμόδιες αρχές για την ανάκριση, τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων και την ανάκτηση προϊόντων εγκλήματος.
- Άρθρο 37. Το Άρθρο 37 αφορά την ουσιαστική συνεργασία στην ανάκριση ή δίωξη εγκλημάτων που ορίζονται στη Σύμβαση, προβλέποντας τη δυνατότητα μείωσης ποινής ή χορήγησης ασυλίας από τη δίωξη σε συνεργούντα πρόσωπα, καθώς και τη δυνατότητα υπογραφής συμφωνιών μεταξύ Κρατών Μερών για την παροχή τέτοιας μεταχείρισης.
- Άρθρο 38. Το Άρθρο 38 της Σύμβασης ορίζει ότι κάθε Κράτος Μέρος πρέπει να ενθαρρύνει τη συνεργασία μεταξύ των δημόσιων αρχών και λειτουργών του, καθώς και των ανακριτικών και διωκτικών αρχών, για την αυτεπάγγελτη ενημέρωση ή την παροχή πληροφοριών σχετικά με αδικήματα που ορίζονται στα άρθρα 15, 21 και 23. Το Άρθρο 39 επεκτείνει αυτή τη συνεργασία, απαιτώντας από τα Κράτη Μέρη να ενθαρρύνουν τη συνεργασία μεταξύ των εθνικών ανακριτικών και διωκτικών αρχών και φορέων του ιδιωτικού τομέα, ιδίως χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, για ζητήματα που αφορούν την τέλεση αδικημάτων που ορίζονται στη Σύμβαση.
- Άρθρο 39. Το Άρθρο 39 της Σύμβασης ορίζει ότι κάθε Κράτος Μέρος θα εξετάζει τη δυνατότητα να ενθαρρύνει τους υπηκόους του και άλλα πρόσωπα με συνήθη κατοικία στην επικράτειά του να καταγγέλλουν στις εθνικές ανακριτικές και διωκτικές αρχές την τέλεση αδικήματος που ορίζεται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση.
- Άρθρο 40. Το Άρθρο 40 της Σύμβασης ορίζει ότι κάθε Κράτος Μέρος πρέπει να διαθέτει μηχανισμούς για την υπέρβαση του τραπεζικού απορρήτου κατά τη διερεύνηση αδικημάτων που προβλέπονται από τη Σύμβαση.
- Άρθρο 41. Το Άρθρο 41 της Σύμβασης ορίζει ότι κάθε Κράτος Μέρος πρέπει να λαμβάνει νομοθετικά ή άλλα μέτρα για να λαμβάνονται υπόψη οι προηγούμενες καταδίκες σε άλλα Κράτη Μέρη κατά τη διάρκεια ποινικών διαδικασιών για αδικήματα που ορίζονται στη Σύμβαση.
- Άρθρο 42. Το Άρθρο 42 της Σύμβασης ορίζει ότι κάθε Κράτος Μέρος πρέπει να ιδρύσει δικαιοδοσία για τα εγκλήματα που ορίζονται στη Σύμβαση όταν αυτά τελούνται στην επικράτειά του ή σε πλοίο/αεροσκάφος υπό τη σημαία του, ενώ μπορεί επίσης να ιδρύσει δικαιοδοσία εάν το έγκλημα τελείται κατά υπηκόου του, από υπήκοο του ή ανιθαγενή με συνήθη κατοικία στην επικράτειά του, ή όταν το έγκλημα τελείται εκτός της επικράτειάς του με σκοπό την τέλεση εγκλήματος που θεσπίζεται σύμφωνα με το άρθρο 42, σε συνδυασμό με τα άρθρα 23 παράγραφος 1 (α) (i) ή (β) (i) (ii) της Σύμβασης.
- Άρθρο 43. Το Άρθρο 43 της Σύμβασης ορίζει τη διεθνή συνεργασία μεταξύ των Κρατών Μερών σε ποινικές υποθέσεις, όπως περιγράφεται στα άρθρα 44 έως 50, και εξετάζει την αμοιβαία συνδρομή σε ανακρίσεις και διαδικασίες ποινικών και αστικών υποθέσεων που αφορούν τη διαφθορά, ενώ διευκρινίζει ότι η απαίτηση διπλού αξιόποινου για διεθνή συνεργασία θεωρείται εκπληρωμένη εάν η συμπεριφορά αποτελεί ποινικό αδίκημα βάσει της νομοθεσίας και των δύο Κρατών Μερών, ανεξαρτήτως ορολογίας ή κατηγοριοποίησης.
- Άρθρο 44. Το Άρθρο 44 καθορίζει τις προϋποθέσεις έκδοσης για αδικήματα που ορίζονται από τη Σύμβαση, απαιτώντας συνήθως αμοιβαία ποινικοποίηση και επιτρέποντας την έκδοση ακόμη και για εγκλήματα που δεν τιμωρούνται εσωτερικά, εφόσον η νομοθεσία το επιτρέπει. Επίσης, ορίζει ότι η Σύμβαση μπορεί να λειτουργήσει ως νομική βάση για έκδοση μεταξύ Κρατών Μερών, ακόμη και απουσία διμερούς συνθήκης, και τα Κράτη Μέρη υποχρεούνται να επιταχύνουν τις διαδικασίες έκδοσης.
- Άρθρο 46. Το Άρθρο 46 της Σύμβασης ορίζει την αμοιβαία δικαστική συνδρομή μεταξύ των Κρατών Μερών για εγκλήματα που καλύπτονται από αυτήν, καθορίζοντας τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες για την παροχή συνδρομής, συμπεριλαμβανομένης της διαβίβασης πληροφοριών και της εκτέλεσης εντολών δήμευσης, ενώ το Άρθρο 56 προβλέπει την ειδική συνεργασία με τη διαβίβαση πληροφοριών για προϊόντα εγκλημάτων χωρίς προηγούμενη αίτηση.
- Άρθρο 47. Το Άρθρο 48 της Σύμβασης ορίζει τη στενή συνεργασία μεταξύ των Κρατών Μερών για τη βελτίωση της ανίχνευσης και καταστολής των εγκλημάτων που καλύπτει η Σύμβαση, μέσω της δημιουργίας διαύλων επικοινωνίας, της διεξαγωγής ερευνών για ύποπτα πρόσωπα και προϊόντα εγκλήματος, της ανταλλαγής πληροφοριών για μέσα και μεθόδους τέλεσης εγκλημάτων, και του συντονισμού μέτρων, ενώ εξετάζει και τη σύναψη διμερών ή πολυμερών συμφωνιών για άμεση συνεργασία.
- Άρθρο 49. Το Άρθρο 49 του ΦΕΚ αφορά τη δυνατότητα των Κρατών Μερών να συνάπτουν συμφωνίες για τη δημιουργία κοινών ερευνητικών φορέων για ζητήματα που αποτελούν αντικείμενο ερευνών, διώξεων ή δικαστικών διαδικασιών, διασφαλίζοντας τον σεβασμό της κυριαρχίας του κράτους όπου διεξάγεται η έρευνα.
- Άρθρο 50. Το Άρθρο 50 του εγγράφου ΦΕΚ αφορά τις "Ειδικές ανακριτικές μεθόδους" και προβλέπει τη χρήση ελεγχόμενης παράδοσης και άλλων ειδικών μεθόδων, όπως οι καλυπτόμενες διεισδύσεις, για την καταπολέμηση της διαφθοράς, ενώ ενθαρρύνει τη σύναψη διμερών ή πολυμερών συμφωνιών για τη διεθνή συνεργασία σε αυτόν τον τομέα.
- Άρθρο 51. Το Άρθρο 51 της Σύμβασης ορίζει την επιστροφή περιουσιακών στοιχείων ως θεμελιώδη αρχή, απαιτώντας από τα Κράτη Μέρη την παροχή αμοιβαίας συνεργασίας και συνδρομής. Το Άρθρο 52, με την επιφύλαξη του Άρθρου 14, επιβάλλει στα Κράτη Μέρη να λαμβάνουν μέτρα ώστε τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να επαληθεύουν την ταυτότητα πελατών, να προσδιορίζουν δικαιούχους μεγάλων ποσών και να παρακολουθούν αυξημένα λογαριασμούς προσώπων που κατέχουν ή κατείχαν εξέχουσες δημόσιες θέσεις, καθώς και των συγγενών και συνεργατών τους.
- Άρθρο 52. Το Άρθρο 52 ορίζει ότι τα Κράτη Μέρη πρέπει να δημοσιεύουν κατευθυντήριες γραμμές για την αυξημένη παρακολούθηση λογαριασμών και συναλλαγών που σχετίζονται με φυσικά ή νομικά πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων των στενών συνεργατών τους, και να διασφαλίζουν την τήρηση επαρκών αρχείων. Επίσης, τα Κράτη Μέρη πρέπει να λαμβάνουν μέτρα για την πρόληψη της ίδρυσης τραπεζών χωρίς φυσική παρουσία και να εξετάζουν τη δημιουργία συστημάτων αποκάλυψης χρηματοπιστωτικών πληροφοριών για δημόσιους αξιωματούχους, με σκοπό την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
- Άρθρο 53. Το Άρθρο 53 ορίζει ότι τα Κράτη Μέρη πρέπει να λαμβάνουν μέτρα ώστε τα δικαστήριά τους να μπορούν να διατάσσουν αποζημίωση σε ζημιωθέντα Κράτη Μέρη για εγκλήματα που ορίζονται στη Σύμβαση, και να αναγνωρίζουν την αξίωση άλλου Κράτους Μέρους ως νόμιμου ιδιοκτήτη περιουσίας που αποκτήθηκε μέσω τέτοιων εγκλημάτων, ιδίως σε περιπτώσεις δήμευσης.
- Άρθρο 54. Το Άρθρο 54 της Σύμβασης αφορά τους μηχανισμούς για την ανάκτηση περιουσίας μέσω διεθνούς συνεργασίας στη δήμευση, ορίζοντας ότι κάθε Κράτος Μέρος θα λαμβάνει μέτρα για να επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές του να εκτελούν εντολές δήμευσης που εκδίδονται από δικαστήρια άλλων Κρατών Μερών, σύμφωνα με την εσωτερική του νομοθεσία και την αμοιβαία δικαστική συνδρομή που προβλέπεται στο Άρθρο 55.
- Άρθρο 55. Το Άρθρο 55 αφορά τη διεθνή συνεργασία για τη δήμευση προϊόντων εγκλήματος, περιουσίας, εξοπλισμού ή άλλων οργάνων τέλεσης, όταν ένα Κράτος Μέρος λαμβάνει αίτημα από άλλο Κράτος Μέρος που έχει δικαιοδοσία για αδίκημα σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση.
- Άρθρο 55 κ. Το Άρθρο 55 κ ορίζει ότι, βάσει οριστικής απόφασης του αιτούντος Κράτους Μέρους, η δημευθείσα περιουσία θα επιστρέφεται σε αυτό, εφόσον το Κράτος Μέρος στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση μπορεί να παραιτηθεί από την απαίτηση. Αυτό ισχύει για προϊόντα άλλων εγκλημάτων που καλύπτονται από τη Σύμβαση, όταν η δήμευση έγινε σύμφωνα με τους όρους της.
- Άρθρο 55 τ. Το Άρθρο 55 τ της Σύμβασης αφορά τη δήμευση περιουσίας που προέρχεται από εγκλήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή άλλα εγκλήματα, επιτρέποντας στα Κράτη Μέρη να διατάσσουν τη δήμευση περιουσίας ξένης προέλευσης, ακόμη και χωρίς ποινική καταδίκη σε ορισμένες περιπτώσεις, και να παρέχουν αμοιβαία δικαστική συνδρομή για πάγωμα ή κατάσχεση περιουσίας.
- Άρθρο 57. Το Άρθρο 57 της Σύμβασης ορίζει ότι η περιουσία που κατάσχεται από ένα Κράτος Μέρος, σύμφωνα με τα άρθρα 31 ή 55, διατίθεται από αυτό το Κράτος Μέρος, είτε με επιστροφή στους προηγούμενους νόμιμους ιδιοκτήτες της, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, είτε σύμφωνα με τις διατάξεις της Σύμβασης και την εσωτερική νομοθεσία του.
- Άρθρο 59. Το Άρθρο 59, στο πλαίσιο του Κεφαλαίου VI της Σύμβασης, προβλέπει ότι τα Κράτη Μέρη μπορούν να συνάπτουν διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες για την ενίσχυση της διεθνούς συνεργασίας, εστιάζοντας στην τεχνική συνδρομή και την ανταλλαγή πληροφοριών.
Πρόσφατες αναφορές
- Κατάργηση: Νόμος 4254 — ΦΕΚ Α' 85/2014
Ο Νόμος 4254/2014, όπως δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 85 Τεύχος Α' του 2014, περιέχει διατάξεις που αφορούν την πιστοποίηση Κέντρων Διανομής Τσιμέντων, τη ρύθμιση του επαγγέλματος του αναλογιστή, τις προδιαγραφές για το παστεριωμένο γάλα και το γάλα υψηλής θερμικής επεξεργασίας, καθώς και την έναρξη ισχύος διατάξεων για την Κεντρική Διοίκηση και τη Γενική Κυβέρνηση. Επίσης, καθορίζει τις προϋποθέσεις για την απόκτηση πιστοποιητικού αναλογιστή, τις διαδικασίες για την περιουσία μεταβατικών πιστωτικών ιδρυμάτων, τη διάθεση μετοχών πιστωτικών ιδρυμάτων από το Ταμείο, και τη λειτουργία τουριστικών γραφείων που παρέχουν υπηρεσίες αποκλειστικά μέσω διαδικτύου. Ο νόμος ρυθμίζει επίσης θέματα σχετικά με το Σχέδιο Ασφάλειας και Υγείας, την κατάργηση διατάξεων σε διάφορα προεδρικά διατάγματα και κοινές υπουργικές αποφάσεις που αφορούν τουριστικές εγκαταστάσεις, και τη διάθεση λογοτεχνικών βιβλίων. Τέλος, περιλαμβάνει διατάξεις για τη διαγραφή λέξεων που αφορούν τους κλάδους Εφοριακών και Τελωνειακών, … - Αρχική δημοσίευση: Νόμος 3666 — ΦΕΚ Α' 105/2008
Ο Νόμος 3666/2008 κυρώνει τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της Διαφθοράς και τροποποιεί τον ν. 2331/1995, ορίζοντας ορολογίες και ποινικοποιώντας διάφορες μορφές διαφθοράς, όπως η δωροδοκία, η κατάχρηση εξουσίας και η νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Ο νόμος αφορά δημόσιους λειτουργούς, λειτουργούς διεθνών οργανισμών, καθώς και φορείς του ιδιωτικού τομέα, θεσπίζοντας μέτρα πρόληψης, ανίχνευσης, δίωξης και δήμευσης των προϊόντων εγκλήματος. Ειδικότερα, προβλέπει την υιοθέτηση κωδίκων συμπεριφοράς, τη διαφάνεια στις δημόσιες προμήθειες και τη διαχείριση δημόσιων οικονομικών, καθώς και την προστασία μαρτύρων και θυμάτων. Επίσης, ορίζει ποινές για αδικήματα όπως η δωροδοκία στον ιδιωτικό τομέα, με ποινές φυλάκισης και κάθειρξης, και προβλέπει την ευθύνη νομικών προσώπων.
Σχετικοί νόμοι
Νομοθεσία του 2008
Επιστροφή στη λίστα νόμων