Νόμος 3560/2007 — Χρονολόγιο τροποποιήσεων
Ο Νόμος 3560/2007 κυρώνει τη Σύμβαση ποινικού δικαίου για τη διαφθορά και το Πρόσθετο Πρωτόκολλό της. Ο νόμος ορίζει ως ποινικά αδικήματα την ενεργητική και παθητική δωροδοκία εθνικών και αλλοδαπών δημόσιων λειτουργών, διαιτητών, ενόρκων, μελών δημόσιων συνελεύσεων, καθώς και στον ιδιωτικό τομέα. Ρυθμίζει επίσης τη δωροδοκία λειτουργών διεθνών οργανισμών και δικαστηρίων, την προσφορά για άσκηση επιρροής, το ξέπλυμα εσόδων από αδικήματα διαφθοράς και την ευθύνη νομικών προσώπων. Αφορά όλα τα συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης και του Πρωτοκόλλου, ενώ η GRECO παρακολουθεί την εφαρμογή τους. Ο νόμος τέθηκε σε ισχύ από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Άρθρα
- Άρθρο 1. Το Άρθρο 1 του εγγράφου ορίζει τους όρους "διαιτητής", "συμφωνία διαιτησίας" και "ένορκος" σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο των κρατών μελών, ενώ το Άρθρο 2 απαιτεί από κάθε Μέρος να θεσπίσει ως ποινικό αδίκημα την ενεργητική δωροδοκία εθνικών δημόσιων λειτουργών, ορίζοντας την ως την πρόθεση, υπόσχεση, προσφορά ή παροχή μη οφειλόμενου πλεονεκτήματος σε δημόσιο λειτουργό για να προβεί ή να παραλείψει ενέργεια κατά την άσκηση των καθηκόντων του.
- Άρθρο 1 τ. Το Άρθρο 1 τ, που αφορά τη δωροδοκία αλλοδαπών δημόσιων λειτουργών, διεθνών οργανισμών και μελών αλλοδαπών δημόσιων συνελεύσεων, καθώς και τη δωροδοκία στον ιδιωτικό τομέα, επεκτείνει την εφαρμογή των άρθρων 235, 236, 237 και 238 του Ποινικού Κώδικα σε αυτές τις περιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένων λειτουργών διεθνών οργανισμών και μελών κοινοβουλευτικών συνελεύσεων διεθνών ή υπερεθνικών οργανισμών, καθώς και σε πράξεις δωροδοκίας στον ιδιωτικό τομέα.
- Άρθρο 2. Το Άρθρο 2 ορίζει την ενεργητική δωροδοκία εθνικών διαιτητών ως ποινικό αδίκημα, απαιτώντας από τα Συμβαλλόμενα Κράτη να θεσπίσουν μέτρα για την τιμωρία της υπόσχεσης, προσφοράς ή παροχής μη οφειλόμενου πλεονεκτήματος σε διαιτητή με σκοπό την επηρεασμό της άσκησης του λειτουργήματός του.
- Άρθρο 3. Το Άρθρο 3 ορίζει την παθητική δωροδοκία, τόσο για εθνικούς δημόσιους λειτουργούς όσο και για εθνικούς διαιτητές, ως ποινικό αδίκημα, όταν αυτοί απαιτούν, λαμβάνουν ή αποδέχονται προσφορά ή υπόσχεση μη οφειλόμενου πλεονεκτήματος για να προβούν σε πράξη ή να παραλείψουν ενέργεια κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
- Άρθρο 4. Το Άρθρο 4 ορίζει ότι κάθε συμβαλλόμενο μέρος πρέπει να θεσπίσει ως ποινικά αδικήματα, σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο, τη δωροδοκία μελών εθνικών δημόσιων συνελεύσεων (που ασκούν νομοθετικές ή διοικητικές εξουσίες) και αλλοδαπών διαιτητών, όταν αυτοί εμπλέκονται σε συμπεριφορές που αναφέρονται στα Άρθρα 2 και 3.
- Άρθρο 5. Το Άρθρο 5, παράγραφος 1, ορίζει ότι κάθε Μέρος πρέπει να ποινικοποιήσει τη δωροδοκία αλλοδαπών δημόσιων λειτουργών, σύμφωνα με τα Άρθρα 2 και 3. Οι παράγραφοι 2 και 3 επιτρέπουν στα Κράτη να κάνουν επιφυλάξεις σχετικά με την αμοιβαία συνδρομή για πολιτικά αδικήματα. Το Άρθρο 5, παράγραφος 4, αφορά τη δωροδοκία εθνικών ενόρκων, απαιτώντας την ποινικοποίηση παρόμοιων συμπεριφορών.
- Άρθρο 6. Το Άρθρο 6 του εγγράφου ορίζει ότι κάθε Μέρος πρέπει να ποινικοποιήσει τη δωροδοκία μελών αλλοδαπών δημόσιων συνελεύσεων και αλλοδαπών ενόρκων, σύμφωνα με τα Άρθρα 2 και 3, ενώ το Άρθρο 7 αναθέτει στην Ομάδα των Κρατών εναντίον της Διαφθοράς (GRECO) την παρακολούθηση της εφαρμογής του Πρωτοκόλλου.
- Άρθρο 6 π. Το Άρθρο 6 παράγραφοι 1 και 2 ορίζει ότι, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ένα αποδιδόμενο αδίκημα που περιλαμβάνει ποινικά αδικήματα βάσει των Άρθρων 2 έως 12 της Σύμβασης, μπορεί να αντιμετωπιστεί εάν το Μέρος δεν έχει εκφράσει επιφύλαξη ή δήλωση σχετικά με αυτά τα αδικήματα ή δεν τα θεωρεί σοβαρά για σκοπούς νομοθεσίας για το ξέπλυμα χρήματος.
- Άρθρο 6 τ. Το Άρθρο 6 τ του ν. 2928/2001 προβλέπει τη λήψη μέτρων προστασίας για καταγγέλλοντες και μάρτυρες κατά την ποινική προδικασία για πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου, με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 9 παρ. 2-4 του ν. 2928/2001. Το Άρθρο δέκατο τρίτο ορίζει το Υπουργείο Δικαιοσύνης ως Κεντρική Αρχή για τους σκοπούς του άρθρου 29 της Σύμβασης που κυρώνεται με τον παρόντα νόμο. Τέλος, το Άρθρο δέκατο τέταρτο αναφέρει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, σύμφωνα με το άρθρο 37 παρ. 3 της Σύμβασης, δεν δεσμεύεται από το άρθρο 26 παρ. 1 της ίδιας Σύμβασης και μπορεί να αρνηθεί δικαστική συνδρομή για αδικήματα που θεωρεί πολιτικά.
- Άρθρο 7. Το Άρθρο 7 ορίζει ότι κάθε Μέρος πρέπει να ποινικοποιήσει την ενεργητική δωροδοκία στον ιδιωτικό τομέα, η οποία περιλαμβάνει την υπόσχεση, προσφορά ή παροχή μη οφειλόμενου πλεονεκτήματος σε εργαζόμενους ιδιωτικών φορέων με σκοπό την παράβαση των καθηκόντων τους.
- Άρθρο 8. Το Άρθρο 8 ορίζει την παθητική δωροδοκία στον ιδιωτικό τομέα ως ποινικό αδίκημα, όταν πρόσωπα που διευθύνουν ή εργάζονται σε ιδιωτικούς φορείς απαιτούν, λαμβάνουν ή αποδέχονται μη οφειλόμενα πλεονεκτήματα για να παραβιάσουν τα καθήκοντά τους. Επιπλέον, το Άρθρο 8 αναφέρει ότι τα άρθρα 2 έως 6 του Πρωτοκόλλου θεωρούνται πρόσθετα άρθρα στη Σύμβαση και ότι οι διατάξεις της Σύμβασης εφαρμόζονται εφόσον είναι συμβατές με το Πρωτόκολλο.
- Άρθρο 9. Το Άρθρο 9 ορίζει ότι κάθε Μέρος πρέπει να ποινικοποιήσει τη δωροδοκία λειτουργών διεθνών οργανισμών, δικαστών και λειτουργών διεθνών δικαστηρίων, όταν αυτοί ενεργούν κατά παράβαση των καθηκόντων τους, σύμφωνα με τα Άρθρα 2, 3 και 11. Το Άρθρο 37 επιτρέπει στα Κράτη να επιφυλαχθούν ως προς τη ποινικοποίηση ορισμένων συμπεριφορών που αναφέρονται στα Άρθρα 4, 6 έως 8, 10 και 12, καθώς και παθητικής δωροδοκίας σύμφωνα με το Άρθρο 9.
- Άρθρο 10. Το Άρθρο 10 του εγγράφου ορίζει ότι κάθε Μέρος πρέπει να θεσπίσει ως ποινικό αδίκημα τη δωροδοκία μελών κοινοβουλευτικών συνελεύσεων διεθνών ή υπερεθνικών οργανισμών, σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο, όπως αναφέρεται στο Άρθρο 4. Επιπλέον, το Άρθρο 10 περιγράφει τη διαδικασία υπογραφής και θέσης σε ισχύ του Πρωτοκόλλου, η οποία απαιτεί την κατάθεση εγγράφων επικύρωσης στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης και τίθεται σε ισχύ τρεις μήνες μετά τη συναίνεση πέντε Κρατών, εφόσον η Σύμβαση έχει ήδη τεθεί σε ισχύ.
- Άρθρο 11. Το Άρθρο 11 ορίζει ότι κάθε Μέρος πρέπει να ποινικοποιήσει τη δωροδοκία δικαστών και λειτουργών διεθνών δικαστηρίων, σύμφωνα με τα Άρθρα 2 και 3, και αναφέρεται στην προσχώρηση στο Πρωτόκολλο, η οποία τίθεται σε ισχύ τρεις μήνες μετά την κατάθεση εγγράφου προσχώρησης στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης.
- Άρθρο 12. Το Άρθρο 12 του εγγράφου ορίζει την "Προσφορά για άσκηση επιρροής", καθιστώντας ποινικά αδικήματα την υπόσχεση, παροχή ή προσφορά μη οφειλομένου πλεονεκτήματος σε όσους ισχυρίζονται ότι μπορούν να ασκήσουν ανάρμοστη επιρροή σε διαδικασίες λήψης αποφάσεων που αναφέρονται στα Άρθρα 2, 4 έως 6 και 9 έως 11, καθώς και την απαίτηση ή αποδοχή τέτοιου πλεονεκτήματος. Επιπλέον, το Άρθρο 12 (με αριθμό 2548) αφορά την "Εδαφική εφαρμογή" του Πρωτοκόλλου, επιτρέποντας στα Κράτη ή την Ευρωπαϊκή Κοινότητα να ορίσουν τα εδάφη εφαρμογής κατά την υπογραφή ή επικύρωση, και να επεκτείνουν την εφαρμογή σε μεταγενέστερη ημερομηνία μέσω δήλωσης στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης.
- Άρθρο 13. Το Άρθρο 13 του εγγράφου, με τίτλο "Ξέπλυμα εσόδων από αδικήματα διαφθοράς", ορίζει ότι κάθε Μέρος πρέπει να ποινικοποιήσει τη συμπεριφορά που αναφέρεται στη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για το Ξέπλυμα, την Έρευνα, Δήμευση και Κατάσχεση Προϊόντων Εγκλήματος (ETS No. [αριθμός δεν αναφέρεται]). Το ίδιο Άρθρο 13, με τίτλο "Καταγγελία", επιτρέπει σε κάθε Μέρος να καταγγείλει το Πρωτόκολλο με ειδοποίηση προς τον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, η οποία τίθεται σε ισχύ τρεις μήνες μετά την παραλαβή της. Το Άρθρο 14, "Ειδοποίηση", αναθέτει στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης την ενημέρωση των Κρατών-Μελών και των προσχωρησάντων κρατών ή της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για διάφορες ενέργειες σχετικά με το Πρωτόκολλο.
- Άρθρο 14. Το Άρθρο 14 ορίζει ότι κάθε Μέρος πρέπει να θεσπίσει νομοθετικά μέτρα για να χαρακτηρίσει ως αδικήματα, με πρόθεση και σκοπό την τέλεση, απόκρυψη ή συγκάλυψη αδικημάτων των Άρθρων 2 έως 12, τη δημιουργία ή χρήση ψευδών/ελλιπών λογιστικών εγγράφων και την παράνομη παράλειψη καταχώρησης πληρωμής. Το Πρωτόκολλο υπογράφηκε στο Στρασβούργο στις 15 Μαΐου 2003, με τα κείμενα να είναι εξίσου αυθεντικά στα αγγλικά και γαλλικά, και ένα αντίγραφο θα κατατεθεί στα αρχεία του Συμβουλίου της Ευρώπης.
- Άρθρο 15. Το Άρθρο 15 της Σύμβασης ορίζει ότι κάθε Μέρος πρέπει να θεσπίσει ως ποινικά αδικήματα, σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο, τις συμμετοχικές πράξεις στην τέλεση των αδικημάτων που προβλέπονται από την παρούσα Σύμβαση.
- Άρθρο 16. Το Άρθρο 16 της Σύμβασης ορίζει ότι οι διατάξεις της δεν επηρεάζουν τις υφιστάμενες διατάξεις σχετικά με την άρση της ασυλίας, ενώ το Άρθρο 17 επιβάλλει στα Μέρη να θεσπίσουν νομοθετικά μέτρα για την άσκηση δικαιοδοσίας επί ποινικών αδικημάτων που ορίζονται στα Άρθρα 2 έως 14, όταν αυτά τελούνται στην επικράτειά τους, ο δράστης είναι υπήκοός τους, ή εμπλέκεται δημόσιος λειτουργός τους.
- Άρθρο 17. Το Άρθρο 17 επιτρέπει στα Κράτη να κάνουν επιφυλάξεις σχετικά με την εφαρμογή ορισμένων κανόνων δικαιοδοσίας για ποινικά αδικήματα, ενώ το Άρθρο 18 καθορίζει την ευθύνη νομικών προσώπων για αδικήματα όπως η δωροδοκία και το ξέπλυμα χρήματος, επιβάλλοντας διοικητικά πρόστιμα και άλλες κυρώσεις.
- Άρθρο 18. Το Άρθρο 18 ορίζει την ευθύνη νομικών προσώπων για ποινικά αδικήματα που τελούνται προς όφελός τους από φυσικά πρόσωπα υπό την εξουσία τους, εφόσον υπήρξε έλλειψη εποπτείας ή ελέγχου, χωρίς να αποκλείεται η ποινική δίωξη των φυσικών αυτουργών. Το Άρθρο 19 απαιτεί από κάθε Μέρος να θεσπίσει αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές κυρώσεις και μέτρα για τα ποινικά αδικήματα που προβλέπονται στα Άρθρα 2 έως 14 της Σύμβασης, συμπεριλαμβανομένων στερητικών της ελευθερίας ποινών για φυσικά πρόσωπα.
- Άρθρο 19. Το Άρθρο 19 της Σύμβασης ορίζει ότι κάθε Μέρος πρέπει να διασφαλίζει την επιβολή αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών κυρώσεων, συμπεριλαμβανομένων χρηματικών, σε νομικά πρόσωπα που κρίνονται υπεύθυνα για αδικήματα, καθώς και την κατάσχεση των μέσων και προϊόντων των ποινικών αδικημάτων που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση.
- Άρθρο 20. Το Άρθρο 20 ορίζει ότι κάθε Μέρος πρέπει να εξειδικεύσει άτομα ή φορείς για την καταπολέμηση της διαφθοράς, διασφαλίζοντας την ανεξαρτησία τους, την αποτελεσματική εκτέλεση των καθηκόντων τους χωρίς παράνομη πίεση, καθώς και την επαρκή κατάρτιση και τους οικονομικούς πόρους του προσωπικού τους.
- Άρθρο 20δ. Το Άρθρο 20δ του Καταστατικού του Συμβουλίου της Ευρώπης ορίζει ότι η Σύμβαση τίθεται σε ισχύ για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα και άλλα προσχωρούντα Κράτη την πρώτη ημέρα του μήνα μετά από τρεις μήνες από την κατάθεση του εγγράφου προσχώρησης στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, καθιστώντας τα αυτόματα μέλη της GRECO.
- Άρθρο 21. Το Άρθρο 21 του εγγράφου ΦΕΚ ορίζει ότι κάθε Μέρος πρέπει να διασφαλίζει τη συνεργασία των δημόσιων αρχών και λειτουργών του με τις εθνικές αρχές που είναι αρμόδιες για τη διερεύνηση και δίωξη ποινικών αδικημάτων, είτε ενημερώνοντάς τες αυτεπαγγέλτως για πιθανή τέλεση αδικημάτων των Άρθρων 2 έως 14, είτε παρέχοντας τους, κατόπιν αιτήματος, τις απαραίτητες πληροφορίες.
- Άρθρο 22. Το Άρθρο 22 του εγγράφου ΦΕΚ ορίζει ότι κάθε Μέρος πρέπει να υιοθετήσει τα απαραίτητα μέτρα για την αποτελεσματική και κατάλληλη προστασία των ατόμων που καταγγέλλουν ποινικά αδικήματα σύμφωνα με τα Άρθρα 2 έως 14 ή συνεργάζονται με τις αρχές, καθώς και των μαρτύρων που καταθέτουν σχετικά με αυτά τα αδικήματα.
- Άρθρο 23. Το Άρθρο 23 της Σύμβασης ορίζει ότι κάθε Μέρος πρέπει να υιοθετήσει νομοθετικά και άλλα μέτρα για τη διευκόλυνση της συλλογής αποδείξεων, του προσδιορισμού, της ανίχνευσης, του παγώματος και της κατάσχεσης μέσων τέλεσης και προϊόντων διαφθοράς, επιτρέποντας την πρόσβαση σε τραπεζικά, οικονομικά ή εμπορικά αρχεία, ενώ το τραπεζικό απόρρητο δεν πρέπει να αποτελεί εμπόδιο. Το Άρθρο 24 αναφέρει ότι η Ομάδα Κρατών κατά της Διαφθοράς (GRECO) παρακολουθεί την εφαρμογή της Σύμβασης.
- Άρθρο 24. Το Άρθρο 24 ορίζει ότι η Ομάδα Κρατών κατά της Διαφθοράς (GRECO) θα παρακολουθεί την εφαρμογή της Σύμβασης από τα Μέρη. Το Άρθρο 25, στο Κεφάλαιο IV για τη Διεθνή Συνεργασία, καθορίζει ότι τα Μέρη πρέπει να συνεργάζονται μεταξύ τους για την έρευνα και διαδικασίες ποινικών αδικημάτων που θεσπίζονται σύμφωνα με τη Σύμβαση, σύμφωνα με διεθνή κείμενα, διακανονισμούς ή το εθνικό τους δίκαιο.
- Άρθρο 25. Το Άρθρο 25 ορίζει ότι σε περίπτωση που δεν έχουν τεθεί σε ισχύ διεθνή κείμενα ή διακανονισμοί μεταξύ των Μερών, θα εφαρμόζονται τα Άρθρα 26 έως 31 του κεφαλαίου, τα οποία θα ισχύουν και όταν είναι πιο ευνοϊκά από τα αντίστοιχα διεθνή κείμενα.
- Άρθρο 26. Το Άρθρο 26 της Σύμβασης ορίζει την αμοιβαία συνδρομή μεταξύ των Μερών για την έρευνα και δίωξη ποινικών αδικημάτων, επιτρέποντας την απόρριψη αιτημάτων εάν υπονομεύουν τα θεμελιώδη συμφέροντα, την εθνική κυριαρχία, την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη, και απαγορεύει την επίκληση του τραπεζικού απορρήτου ως λόγο απόρριψης, εκτός αν απαιτείται έγκριση από δικαστική αρχή.
- Άρθρο 26 π. Το Άρθρο 26 π αναφέρει ότι η δικαστική συνδρομή μπορεί να αρνηθεί εάν το αίτημα αφορά αδίκημα που θεωρείται πολιτικό, σύμφωνα με το άρθρο 26 παράγραφος 1 της Σύμβασης. Ο νόμος, που κυρώνει τη Σύμβαση ποινικού δικαίου για τη διαφθορά και το Πρόσθετο Πρωτόκολλο, τίθεται σε ισχύ από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την πλήρωση των προϋποθέσεων των άρθρων 32 και 11 αντίστοιχα, με ημερομηνία έκδοσης την 10η Μαΐου 2007 και τη Μεγάλη Σφραγίδα του Κράτους στις 14 Μαΐου 2007.
- Άρθρο 27. Το Άρθρο 27 της Σύμβασης ορίζει ότι τα ποινικά αδικήματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της, θεωρούνται ότι επιτρέπουν την έκδοση, είτε μέσω υφιστάμενων συμβάσεων έκδοσης μεταξύ των Μερών, είτε μέσω της ίδιας της Σύμβασης ως νομικής βάσης, εφόσον δεν υπάρχει τέτοια σύμβαση. Η έκδοση υπόκειται στις προϋποθέσεις του δικαίου του Μέρους-αποδέκτη, και αν απορριφθεί λόγω εθνικότητας ή δικαιοδοσίας, το Μέρος-αποδέκτης οφείλει να παραπέμψει την υπόθεση για δίωξη και να ενημερώσει το αιτούν Μέρος για την έκβαση.
- Άρθρο 28. Το Άρθρο 28 ορίζει ότι κάθε Μέρος μπορεί, χωρίς προηγούμενο αίτημα, να αποστείλει σε άλλο Μέρος πληροφορίες για γεγονότα που θεωρεί ότι θα βοηθήσουν στην κίνηση ή διεξαγωγή ερευνών ή διαδικασιών σχετικά με ποινικά αδικήματα που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση.
- Άρθρο 29. Το Άρθρο 29 ορίζει ότι τα Μέρη πρέπει να ορίσουν κεντρικές αρχές για τη διαχείριση αιτημάτων που υποβάλλονται σύμφωνα με το κεφάλαιο, και ότι κάθε Μέρος πρέπει να γνωστοποιήσει τα ονόματα και τις διευθύνσεις αυτών των αρχών στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης κατά την επικύρωση ή προσχώρηση.
- Άρθρο 30. Το Άρθρο 30 του ΦΕΚ ορίζει ότι οι κεντρικές αρχές επικοινωνούν απευθείας μεταξύ τους, ενώ σε περιπτώσεις επείγοντος, οι δικαστικές αρχές μπορούν να αποστέλλουν αιτήματα αμοιβαίας συνδρομής απευθείας στις αρχές του Μέρους-αποδέκτη, με ταυτόχρονη ενημέρωση της κεντρικής αρχής. Επιπλέον, τα αιτήματα μπορούν να υποβάλλονται μέσω της Interpol, και τα Κράτη μπορούν να δηλώσουν ότι τα αιτήματα πρέπει να απευθύνονται στην κεντρική τους αρχή.
- Άρθρο 31. Το Άρθρο 31 ορίζει ότι το Μέρος-αποδέκτης ενός αιτήματος πρέπει να ενημερώνει εγκαίρως το αιτούν Μέρος για τις ενέργειες που λαμβάνονται και το τελικό αποτέλεσμα, καθώς και για τυχόν καθυστερήσεις ή αδυναμίες εκτέλεσης. Το Άρθρο 32 αναφέρει ότι η Σύμβαση θα ανοίξει για υπογραφή από τα Κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης και από Κράτη μη μέλη που συμμετείχαν στην επεξεργασία της.
- Άρθρο 32. Το Άρθρο 32 της Σύμβασης ορίζει τη διαδικασία υπογραφής και έναρξης ισχύος της, επιτρέποντας στα Κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης και σε συμμετέχοντα Κράτη μη μέλη να εκφράσουν τη συγκατάθεσή τους μέσω υπογραφής, επικύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης, με την έναρξη ισχύος να απαιτεί τη δέσμευση δεκατεσσάρων Κρατών και την αυτοματοποιημένη ένταξη μη μελών της GRECO.
- Άρθρο 33. Το Άρθρο 33 της Σύμβασης ορίζει ότι η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, μετά από διαβουλεύσεις με τα Συμβαλλόμενα Κράτη, μπορεί να προσκαλέσει την Ευρωπαϊκή Κοινότητα και άλλα μη μέλη κράτη να προσχωρήσουν στη Σύμβαση, με απόφαση που λαμβάνεται με την πλειοψηφία που προβλέπεται.
- Άρθρο 34. Το Άρθρο 34 καθορίζει την εδαφική εφαρμογή της Σύμβασης, επιτρέποντας στα Κράτη να προσδιορίσουν τα εδάφη ισχύος κατά την υπογραφή ή επικύρωση, και να επεκτείνουν την εφαρμογή σε μεταγενέστερη ημερομηνία μέσω δήλωσης στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, η οποία τίθεται σε ισχύ μετά από τρεις μήνες.
- Άρθρο 35. Το Άρθρο 35 της Σύμβασης διευκρινίζει ότι η παρούσα Σύμβαση δεν επηρεάζει υφιστάμενες διεθνείς συνθήκες ή συμφωνίες, επιτρέποντας στα Μέρη να συνάπτουν επιπλέον διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες για τη συμπλήρωση ή ενίσχυση των διατάξεων της, ή να εφαρμόζουν ήδη υφιστάμενες συμφωνίες αν αυτές διευκολύνουν τη διεθνή συνεργασία.
- Άρθρο 36. Το Άρθρο 36 επιτρέπει σε κάθε Κράτος, κατά την υπογραφή ή κατάθεση του εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, να δηλώσει ότι θα θεσπίσει ως ποινικά αδικήματα την ενεργητική και παθητική δωροδοκία αλλοδαπών δημοσίων λειτουργών (Άρθρο 5) ή λειτουργών διεθνών οργανισμών (Άρθρα 36 ή 37). Η Σύμβαση υπογράφηκε στο Στρασβούργο στις 27 Ιανουαρίου 1999.
- Άρθρο 36 τ. Το Άρθρο 36 τ του Πρωτοκόλλου επιτρέπει στα Μέρη να κάνουν δηλώσεις σχετικά με τα άρθρα 4 και 6 κατά την υπογραφή ή κατάθεση του εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, παρόμοιες με αυτές που μπορούν να γίνουν για το άρθρο 36 της Σύμβασης. Επίσης, αν ένα Μέρος έχει κάνει επιφύλαξη για την παθητική δωροδοκία (άρθρο 5 της Σύμβασης), μπορεί να κάνει παρόμοια επιφύλαξη για τα άρθρα 4 και 6 του Πρωτοκόλλου.
- Άρθρο 37. Το Άρθρο 37, που συντάχθηκε στο Στρασβούργο στις 27 Ιανουαρίου 1999, ορίζει τη διαδικασία κατάθεσης και κοινοποίησης της Σύμβασης Ποινικού Δικαίου για τη Διαφθορά (ETS. 173) στα Κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης και σε άλλα σχετικά κράτη. Το Προσθετο Πρωτόκολλο της Σύμβασης Ποινικού Δικαίου για τη Διαφθορά, που συντάχθηκε στο Στρασβούργο στις 15.5.2003, συμπληρώνει την αρχική Σύμβαση για την πρόληψη και καταπολέμηση της διαφθοράς, ενώ το Άρθρο 37 του Πρωτοκόλλου αναφέρεται στις επιφυλάξεις που μπορούν να γίνουν κατά την επικύρωση, αποδοχή, έγκριση ή προσχώρηση.
- Άρθρο 37 θ. Το Άρθρο 37 θ του εγγράφου ΦΕΚ αφορά την ανανέωση δηλώσεων και επιφυλάξεων, ορίζοντας ότι η Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου της Ευρώπης ενημερώνει τα Κράτη 12 μήνες πριν τη λήξη, και τα Κράτη πρέπει να απαντήσουν 3 μήνες πριν τη λήξη για διατήρηση, τροποποίηση ή απόσυρση, αλλιώς η δήλωση παρατείνεται αυτόματα για 6 μήνες ή θεωρείται μη ισχύουσα. Επίσης, αναφέρεται η GRECO και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για Προβλήματα Εγκλημάτων (CDPC) στο πλαίσιο τροποποιήσεων της Σύμβασης.
- Άρθρο 37 τ. Το Άρθρο 37 τ του παρόντος Πρωτοκόλλου ορίζει ότι το Άρθρο 37 της Σύμβασης θα εφαρμόζεται και σε αυτό, εκτός αν ένα Μέρος δηλώσει διαφορετικά κατά την υπογραφή ή την κατάθεση του εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, ενώ το Άρθρο 10 προβλέπει ότι το Πρωτόκολλο είναι ανοιχτό για υπογραφή από Κράτη που έχουν υπογράψει τη Σύμβαση.
- Άρθρο 38. Το Άρθρο 38 ορίζει ότι οι δηλώσεις και επιφυλάξεις που αναφέρονται στα Άρθρα 36 και 37 ισχύουν για τρία έτη από την έναρξη ισχύος της Σύμβασης για κάθε Κράτος, με δυνατότητα ανανέωσης για ισάριθμες περιόδους.
- Άρθρο 39. Το Άρθρο 39 περιγράφει τη διαδικασία τροποποίησης της Σύμβασης, η οποία περιλαμβάνει την υποβολή προτάσεων, τη γνωμοδότηση της ÇDPC, την υιοθέτηση από την Επιτροπή Υπουργών μετά από διαβουλεύσεις με τα μη μέλη Κράτη Μέρη, την αποδοχή από τα Μέρη, και την έναρξη ισχύος την τριακοστή ημέρα μετά την ενημέρωση του Γενικού Γραμματέα για την αποδοχή από όλα τα Μέρη.
- Άρθρο 40. Το Άρθρο 40 της Σύμβασης ορίζει τη διαδικασία διευθέτησης διαφωνιών σχετικά με την ερμηνεία ή εφαρμογή της, προβλέποντας την ενημέρωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για Προβλήματα Εγκλημάτων και την επιλογή ειρηνικών μέσων όπως διαπραγματεύσεις, διαιτητικό δικαστήριο ή το Διεθνές Δικαστήριο, κατόπιν συμφωνίας των μερών.
- Άρθρο 41. Το Άρθρο 41 ορίζει ότι οποιοδήποτε Μέρος μπορεί να καταγγείλει τη Σύμβαση με γνωστοποίηση στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, με την καταγγελία να τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα μετά τη λήξη τριών μηνών από την παραλαβή της γνωστοποίησης.
- Άρθρο 42. Το Άρθρο 42 ορίζει ότι ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης θα γνωστοποιεί στα Κράτη μέλη και στα προσχωρήσαντα Κράτη την υπογραφή, την επικύρωση, αποδοχή, έγκριση ή προσχώρηση, την έναρξη ισχύος της Σύμβασης σύμφωνα με τα Άρθρα 32 και 33, καθώς και τυχόν δηλώσεις ή επιφυλάξεις.
- Άρθρο preamble. Το Άρθρο Πρώτο του Νόμου 3560/2007 κυρώνει και θέτει σε ισχύ τη Σύμβαση ποινικού δικαίου για τη διαφθορά (Στρασβούργο, 27 Ιανουαρίου 1999) και το Πρόσθετο Πρωτόκολλο αυτής (Στρασβούργο, 15 Μαΐου 2003), αναγνωρίζοντας τη διαφθορά ως απειλή για το κράτος δικαίου, τη δημοκρατία και την οικονομική ανάπτυξη, και τονίζοντας την ανάγκη για διεθνή συνεργασία στην ποινική αντιμετώπισή της.
Πρόσφατες αναφορές
- Κατάργηση: Νόμος 4254 — ΦΕΚ Α' 85/2014
Ο Νόμος 4254/2014, όπως δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 85 Τεύχος Α' του 2014, περιέχει διατάξεις που αφορούν την πιστοποίηση Κέντρων Διανομής Τσιμέντων, τη ρύθμιση του επαγγέλματος του αναλογιστή, τις προδιαγραφές για το παστεριωμένο γάλα και το γάλα υψηλής θερμικής επεξεργασίας, καθώς και την έναρξη ισχύος διατάξεων για την Κεντρική Διοίκηση και τη Γενική Κυβέρνηση. Επίσης, καθορίζει τις προϋποθέσεις για την απόκτηση πιστοποιητικού αναλογιστή, τις διαδικασίες για την περιουσία μεταβατικών πιστωτικών ιδρυμάτων, τη διάθεση μετοχών πιστωτικών ιδρυμάτων από το Ταμείο, και τη λειτουργία τουριστικών γραφείων που παρέχουν υπηρεσίες αποκλειστικά μέσω διαδικτύου. Ο νόμος ρυθμίζει επίσης θέματα σχετικά με το Σχέδιο Ασφάλειας και Υγείας, την κατάργηση διατάξεων σε διάφορα προεδρικά διατάγματα και κοινές υπουργικές αποφάσεις που αφορούν τουριστικές εγκαταστάσεις, και τη διάθεση λογοτεχνικών βιβλίων. Τέλος, περιλαμβάνει διατάξεις για τη διαγραφή λέξεων που αφορούν τους κλάδους Εφοριακών και Τελωνειακών, … - Τροποποίηση: Νόμος 3666 — ΦΕΚ Α' 105/2008 (άρθρο 159)
Ο Νόμος 3666/2008 κυρώνει τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της Διαφθοράς και τροποποιεί τον ν. 2331/1995, ορίζοντας ορολογίες και ποινικοποιώντας διάφορες μορφές διαφθοράς, όπως η δωροδοκία, η κατάχρηση εξουσίας και η νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Ο νόμος αφορά δημόσιους λειτουργούς, λειτουργούς διεθνών οργανισμών, καθώς και φορείς του ιδιωτικού τομέα, θεσπίζοντας μέτρα πρόληψης, ανίχνευσης, δίωξης και δήμευσης των προϊόντων εγκλήματος. Ειδικότερα, προβλέπει την υιοθέτηση κωδίκων συμπεριφοράς, τη διαφάνεια στις δημόσιες προμήθειες και τη διαχείριση δημόσιων οικονομικών, καθώς και την προστασία μαρτύρων και θυμάτων. Επίσης, ορίζει ποινές για αδικήματα όπως η δωροδοκία στον ιδιωτικό τομέα, με ποινές φυλάκισης και κάθειρξης, και προβλέπει την ευθύνη νομικών προσώπων. - Αρχική δημοσίευση: Νόμος 3560 — ΦΕΚ Α' 103/2007
Ο Νόμος 3560/2007 κυρώνει τη Σύμβαση ποινικού δικαίου για τη διαφθορά και το Πρόσθετο Πρωτόκολλό της. Ο νόμος ορίζει ως ποινικά αδικήματα την ενεργητική και παθητική δωροδοκία εθνικών και αλλοδαπών δημόσιων λειτουργών, διαιτητών, ενόρκων, μελών δημόσιων συνελεύσεων, καθώς και στον ιδιωτικό τομέα. Ρυθμίζει επίσης τη δωροδοκία λειτουργών διεθνών οργανισμών και δικαστηρίων, την προσφορά για άσκηση επιρροής, το ξέπλυμα εσόδων από αδικήματα διαφθοράς και την ευθύνη νομικών προσώπων. Αφορά όλα τα συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης και του Πρωτοκόλλου, ενώ η GRECO παρακολουθεί την εφαρμογή τους. Ο νόμος τέθηκε σε ισχύ από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Σχετικοί νόμοι
Νομοθεσία του 2007
Επιστροφή στη λίστα νόμων