Νόμος 3659/2008 — Χρονολόγιο τροποποιήσεων

Ο Νόμος 3659/2008 του Ελληνικού Κοινοβουλίου τροποποιεί τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας και άλλες διατάξεις, ρυθμίζοντας θέματα αρμοδιότητας δικαστηρίων, διαδικασιών επίδοσης, άσκησης ενδίκων μέσων και βοηθημάτων, αναστολής εκτέλεσης πράξεων και αποφάσεων, καθώς και τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων στη δικαιοσύνη. Επίσης, αυξάνει τον αριθμό των οργανικών θέσεων δικαστικών λειτουργών σε διάφορα δικαστήρια, όπως το ΣτΕ και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Συγκεκριμένα, ορίζει νέα όρια για χρηματικές διαφορές που υπάγονται σε συγκεκριμένα δικαστήρια, τροποποιεί κανόνες για την επίδοση εγγράφων σε άγνωστη διαμονή, και επιτρέπει την κατάθεση προσφυγών και την άσκηση αιτήσεων προσωρινής δικαστικής προστασίας με ηλεκτρονικά μέσα. Επίσης, αναπροσαρμόζει τα ποσά των παραβόλων και διευκρινίζει τις προϋποθέσεις για την αναστολή εκτέλεσης διοικητικών πράξεων και δικαστικών αποφάσεων.

Άρθρα

  1. Άρθρο 1. Το Άρθρο 1 του ΦΕΚ τροποποιεί το άρθρο 6 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, ΦΕΚ 97 Α΄), ορίζοντας ότι χρηματικές διαφορές έως 20.000 ευρώ υπάγονται στο μονομελές πρωτοδικείο, ενώ καταργεί το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 6 του ίδιου άρθρου, με εξαίρεση τις εκκρεμείς υποθέσεις. Το Άρθρο 2 προσθέτει στο άρθρο 7 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας την αρμοδιότητα του δικαστηρίου του τόπου υπηρεσίας του υπαλλήλου για διαφορές που αφορούν στις αποδοχές του προσωπικού του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ.
  2. Άρθρο 1 π. Το Άρθρο 1 π του ΦΕΚ 232 Α΄ τροποποιεί τον ν. 702/1977, καταργώντας την περίπτωση δ' της παραγράφου 2 του άρθρου 1 και αντικαθιστώντας το άρθρο 5Α, ενώ παράλληλα αναφέρεται στη μεταφορά ποσών στον Κρατικό Προϋπολογισμό (ΠΔΕ) για την κατασκευή και συντήρηση δικαστικών κτηρίων σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν.δ. 1017/1971 (ΦΕΚ 209 Α΄).
  3. Άρθρο 2. Το Άρθρο 2 του ΦΕΚ ορίζει ότι το δικαστήριο του τόπου όπου υπηρετεί ο υπάλληλος είναι αρμόδιο, αλλά αυτή η διάταξη δεν ισχύει για εκκρεμείς υποθέσεις. Το Άρθρο 3 τροποποιεί το Άρθρο 12 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, προσθέτοντας παράγραφο 4 που αναφέρει ότι μια δικαστική απόφαση δεν μπορεί να προσβληθεί με ένδικο μέσο λόγω αρμοδιότητας δικαστηρίου με ελάσσονα σύνθεση.
  4. Άρθρο 3 π. Το Άρθρο 3 π ορίζει ότι οι σπουδαστές κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσής τους έχουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των σπουδαστών της Σχολής, λαμβάνουν τις αποδοχές του άρθρου 3 παρ. 4 του ν. 2236/1994 (ΦΕΚ 146 Α΄), και η επίδοσή τους αξιολογείται από τον υπεύθυνο δικαστικό λειτουργό, με καταχώριση της έκθεσης στον ατομικό φάκελο του ειρηνοδίκη.
  5. Άρθρο 5. Το Άρθρο 5 του ΦΕΚ τροποποιεί τον τίτλο του άρθρου 54 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας σε «Σε πρόσωπα γνωστής διεύθυνσης στην αλλοδαπή και σε πρόσωπα άγνωστης διαμονής» και προσθέτει παράγραφο 2, η οποία ορίζει ότι σε περίπτωση άγνωστης διαμονής του παραλήπτη, η επίδοση γίνεται στον δήμαρχο ή τον πρόεδρο της κοινότητας της τελευταίας γνωστής κατοικίας/διαμονής του, ή στην έδρα της αρχής που εξέδωσε την πράξη αν δεν υπάρχει γνωστή κατοικία/διαμονή.
  6. Άρθρο 6. Το Άρθρο 6 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας αντικαθιστά την περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 55, ορίζοντας ότι η παράδοση εγγράφου δεν είναι δυνατή εάν τα πρόσωπα προς τα οποία απευθύνεται δεν βρίσκονται στην κατοικία ή στην εργασία τους, αρνούνται την παραλαβή ή την υπογραφή της έκθεσης, ή δεν μπορούν να υπογράψουν.
  7. Άρθρο 7. Το Άρθρο 7 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας αντικαθιστά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 5, ορίζοντας ότι η ευθεία αγωγή είναι απαράδεκτη εάν υπάρχει αρμόδιο διοικητικό όργανο να αποφανθεί με διοικητική πράξη για την ικανοποίηση της σχετικής αξίωσης.
  8. Άρθρο 8. Το Άρθρο 8 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας τροποποιεί το Άρθρο 76, επιτρέποντας την άσκηση δεύτερης αγωγής μόνο όταν η πρώτη έχει απορριφθεί τελεσιδίκως για τυπικούς λόγους.
  9. Άρθρο 9. Το Άρθρο 9 τροποποιεί την παράγραφο 3 του άρθρου 80 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, επιτρέποντας στα πρωτοβάθμια δικαστήρια να κηρύσσουν αποφάσεις προσωρινώς εκτελεστές, ιδίως σε περιπτώσεις αδυναμίας ή δυσχέρειας του αιτούντος για κάλυψη αναγκών διαβίωσης ή για εξαιρετικούς λόγους, ενώ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να κηρύξει ή να άρει την προσωρινή εκτέλεση.
  10. Άρθρο 10. Το Άρθρο 10 τροποποιεί το άρθρο 92 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ορίζοντας ότι αποφάσεις σε χρηματικές διαφορές κάτω των 5.000 ευρώ δεν υπόκεινται σε έφεση, με εξαίρεση απαιτήσεις ασφαλισμένων κατά οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης και απαιτήσεις αποδοχών προσωπικού του Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, για τις οποίες το όριο μειώνεται στα 3.000 ευρώ. Επιπλέον, προστίθεται εξαίρεση στην έφεση για επιβολή προστίμων λόγω παράβασης του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, εφόσον η επίλυση της διαφοράς έχει ευρύτερες οικονομικές επιπτώσεις για τον διάδικο.
  11. Άρθρο 11. Το Άρθρο 11 του ΦΕΚ τροποποιεί την παράγραφο 1 του άρθρου 114 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ορίζοντας ότι η κοινοποίηση του εισαγωγικού δικογράφου και η γνωστοποίηση της δικασίμου για παρέμβαση πρέπει να γίνονται τουλάχιστον είκοσι (20) πλήρεις ημέρες πριν από αυτήν. Επίσης, τροποποιεί το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, καθορίζοντας ότι η παρέμβαση ασκείται με ιδιαίτερο έγγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία και επιδίδεται στους διαδίκους τουλάχιστον έξι (6) πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση, με ποινή απαραδέκτου.
  12. Άρθρο 11 τ. Το Άρθρο 11 τ του ΦΕΚ ορίζει ότι οι νεότεροι κατά διορισμό Πρόεδροι Πρωτοδικών μπορούν να ορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 11 του ν. 1264/1982. Το Άρθρο 81 τροποποιεί το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 17 στοιχείο α΄ παράγραφος 5 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/1988, ΦΕΚ 35 Α΄).
  13. Άρθρο 12. Το Άρθρο 12 τροποποιεί τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, επιτρέποντας την κατάθεση προσφυγών στη γραμματεία του δικαστηρίου και ορίζοντας διαδικασίες για την παραπομπή ή απόρριψη υποθέσεων και αιτήσεων προσωρινής δικαστικής προστασίας, με προθεσμίες για αίτηση συζήτησης στο ακροατήριο εντός 60 ημερών από την επίδοση και όχι πέραν των 3 ετών από την έκδοση της απόφασης, με καταβολή τριπλάσιου παράβολου.
  14. Άρθρο 12 τ. Το Άρθρο 12 τ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας προσθέτει παράγραφο 4, ορίζοντας ότι μια δικαστική απόφαση δεν μπορεί να προσβληθεί με ένδικο μέσο λόγω αρμοδιότητας του δικαστηρίου με ελάσσονα σύνθεση. Το Άρθρο 4 αντικαθιστά την παράγραφο 3 του άρθρου 48, διευκρινίζοντας ότι οι επιδόσεις γίνονται από δικαστικούς υπαλλήλους, επιμελητές, όργανα ή υπαλλήλους που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, ή υπαλλήλους Ν.Π.Δ.Δ., ενώ οι επιδόσεις από ιδιώτη διάδικο μπορούν να γίνουν και με φροντίδα της γραμματείας, εκτός από τις επιδόσεις δικογράφων προσθέτων λόγων και παρέμβασης.
  15. Άρθρο 13. Το Άρθρο 13 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας προσθέτει το άρθρο 126Α, το οποίο επιτρέπει στο δικαστήριο ή στον οριζόμενο δικαστή να απορρίπτει προφανώς απαράδεκτα ή αβάσιμα ένδικα βοηθήματα και μέσα, παραπέμποντας τις υποθέσεις όπου συντρέχει περίπτωση.
  16. Άρθρο 15. Το Άρθρο 15 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας τροποποιεί το άρθρο 135, επιτρέποντας την αναβολή συζήτησης υπόθεσης μία φορά ανά βαθμό δικαιοδοσίας με αίτηση του διαδίκου για σπουδαίο λόγο, ή αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, και επιτρέποντας την επιδίκαση δικαστικών εξόδων από 100 έως 500 ευρώ εις βάρος του αιτούντος την αναβολή. Το Άρθρο 16 προσθέτει παράγραφο στο άρθρο 155, επιτρέποντας στο δικαστήριο να ζητά από τη Διοίκηση τη διενέργεια πολύπλοκων αριθμητικών υπολογισμών σε εξαιρετικές περιπτώσεις, με υποχρεωτική υποβολή έκθεσης της Διοίκησης είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν τη νέα δικάσιμο.
  17. Άρθρο 17. Το Άρθρο 17 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας αντικαθιστά το άρθρο 200, ορίζοντας ότι το δικαστήριο μπορεί, κατόπιν αίτησης, να αναστείλει εν όλω ή εν μέρει την εκτέλεση μιας εκτελεστής ατομικής διοικητικής πράξης, εφόσον η προθεσμία ή η άσκηση της προσφυγής δεν συνεπάγεται αυτομάτως αναστολή και δεν έχει χορηγηθεί αναστολή από την αρμόδια διοικητική αρχή.
  18. Άρθρο 18. Το Άρθρο 18 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας αντικαθιστά το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 201, ορίζοντας ότι σε περίπτωση αναρμοδιότητας, η αίτηση αναστολής παραπέμπεται υποχρεωτικά μαζί με την κύρια υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 126Α.
  19. Άρθρο 19. Το Άρθρο 19 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας αντικαθιστά το Άρθρο 202, ορίζοντας ότι η αίτηση αναστολής γίνεται δεκτή εάν η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης θα προκαλέσει στον αιτούντα ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη βλάβη σε περίπτωση ευδοκίμησης της προσφυγής.
  20. Άρθρο 20. Το Άρθρο 20 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας τροποποιεί το άρθρο 203, ορίζοντας ότι στις φορολογικές διαφορές απαιτείται η συνυποβολή επικυρωμένου αντιγράφου της προσφυγής μαζί με την αίτηση αναστολής, ενώ ο αιτών οφείλει να επιδώσει αντίγραφα της αίτησης και της προσφυγής στη Διοίκηση και σε τρίτους με δικαίωμα παρέμβασης, προσκομίζοντας τα αποδεικτικά στοιχεία εντός της προθεσμίας που ορίζεται.
  21. Άρθρο 22. Το Άρθρο 22 τροποποιεί το άρθρο 20 του νόμου, αντικαθιστώντας την πρώτη περίοδο της παραγράφου 3 και καταργώντας την παράγραφο 4, ενώ αναριθμεί τις παραγράφους 5 και 6 σε 4 και 5 αντίστοιχα, προσθέτοντας παράλληλα νέα παράγραφο 6 που αφορά τη σύνταξη πρακτικού και την απόδοση παραβόλου σε περίπτωση παραίτησης από αίτηση αναστολής.
  22. Άρθρο 23. Το Άρθρο 23 του ΦΕΚ αντικαθιστά το άρθρο 206 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, επιτρέποντας στο δικαστήριο να αναστείλει, κατόπιν αιτήσεως, την εκτέλεση μιας απόφασης, εν όλω ή εν μέρει, ακόμα και αν η προθεσμία ή η άσκηση του ενδίκου μέσου δεν συνεπάγεται νομικά αναστολή.
  23. Άρθρο 24. Το Άρθρο 24 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας αντικαθιστά το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 207, ορίζοντας ότι σε περίπτωση αναρμοδιότητας, η αίτηση αναστολής παραπέμπεται υποχρεωτικά μαζί με την κύρια υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 126Α.
  24. Άρθρο 25. Το Άρθρο 25 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας αντικαθιστά το Άρθρο 208, ορίζοντας ότι η αίτηση αναστολής γίνεται δεκτή εάν η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης θα προκαλέσει στον αιτούντα ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη βλάβη σε περίπτωση ευδοκίμησης του ενδίκου μέσου.
  25. Άρθρο 26. Το Άρθρο 26 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας τροποποιεί το άρθρο 209, ορίζοντας ότι η αναστολή εκτέλεσης απόφασης αποκλείεται αν η απόφαση έχει ήδη εκτελεστεί, και διευκρινίζει ότι σε περίπτωση μη διαβίβασης του φακέλου στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η απόφαση για αναστολή και προσωρινή διαταγή εκδίδεται με βάση τα στοιχεία που προσκομίζουν οι διάδικοι, συμπεριλαμβανομένων επικυρωμένων αντιγράφων της έφεσης, της προσβαλλόμενης απόφασης και των δικογράφων της πρωτόδικης δίκης.
  26. Άρθρο 27. Το Άρθρο 27 αντικαθιστά τις παραγράφους 1, 2, 3 και 4 του άρθρου 210 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ορίζοντας ότι ο αιτών μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο (τριμελές ή μονομελές) τη λήψη μέτρων για την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης, εφόσον υπάρχει κατεπείγον και κίνδυνος δυσχερούς ρύθμισης της κατάστασης στο μέλλον, ενώ η αίτηση μπορεί να απορριφθεί αν οι αρνητικές συνέπειες υπερτερούν της ωφέλειας ή αν η προσφυγή/αγωγή είναι προδήλως απαράδεκτη/αβάσιμη.
  27. Άρθρο 29. Το Άρθρο 29 του ΦΕΚ τροποποιεί την παράγραφο 1 του άρθρου 218 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ορίζοντας το καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση συγκεκριμένων υποθέσεων.
  28. Άρθρο 31. Το Άρθρο 31 τροποποιεί το άρθρο 227 του Κώδικα, επιτρέποντας τη σώρευση της ανακοπής κατά της πράξης ταμειακής βεβαίωσης με την προσφυγή κατά του τίτλου που οδήγησε στη βεβαίωση, στο ίδιο εισαγωγικό δικόγραφο.
  29. Άρθρο 31 τ. Το Άρθρο 31 τ του ΦΕΚ 126 Α΄, όπως τροποποιείται από το Άρθρο 73, απαγορεύει τη διαφήμιση δικαστικών επιμελητών σε εφημερίδες, μέσα μαζικής ενημέρωσης, έντυπα και διαδίκτυο, επιτρέποντας μόνο την αναγραφή βασικών στοιχείων επικοινωνίας και επαγγελματικής έδρας στην ιστοσελίδα, στα επισκεπτήρια, στα επιστολόχαρτα, σε επαγγελματικούς οδηγούς, τηλεφωνικούς καταλόγους και πινακίδες, με την παράβαση να συνιστά πειθαρχικό αδίκημα σύμφωνα με το άρθρο 53.
  30. Άρθρο 32. Το Άρθρο 32 του ΦΕΚ αντικαθιστά το Άρθρο 268 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ορίζοντας ότι το τριμελές διοικητικό πρωτοδικείο είναι καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση διαφορών σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, ενώ κατά τόπον αρμόδιο είναι το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει το οικείο νομικό πρόσωπο.
  31. Άρθρο 33. Το Άρθρο 33 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας αντικαθιστά την παράγραφο 1 του άρθρου 269, ορίζοντας ότι για την επίλυση διαφορών του άρθρου 267 ασκείται ένσταση. Το Άρθρο 34 τροποποιεί την παράγραφο 2 του άρθρου 274, απαλλάσσοντας από τέλος δικαστικού ενσήμου για αγωγές ή κύριες παρεμβάσεις έως 6.000 ευρώ, εφόσον αφορούν απαιτήσεις ασφαλισμένων κατά οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης ή απαιτήσεις αποδοχών προσωπικού του Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, που ρυθμίζονται από κανονιστικές διατάξεις.
  32. Άρθρο 34 π. Το Άρθρο 34 π του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως τροποποιήθηκε από το ν. 3346/2005, ορίζει ότι το τέλος πολιτικής αγωγής ανέρχεται σε 10 ευρώ, καταβάλλεται εφάπαξ με παράβολο υπέρ του Δημοσίου και καλύπτει την παράσταση του πολιτικώς ενάγοντα μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, ενώ το ύψος του μπορεί να αναπροσαρμοστεί με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
  33. Άρθρο 35. Το Άρθρο 35 αναπροσαρμόζει τα ποσά των παραβόλων που ορίζονται στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, καθορίζοντας νέα ποσά για την περίπτωση που το παράβολο υπερβαίνει τα 3.000 ευρώ και ρυθμίζοντας την καταβολή του σε περίπτωση απόρριψης ή μερικής αποδοχής της έφεσης ή αντέφεσης. Επίσης, τροποποιεί την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, ορίζοντας ότι σε περίπτωση μη αποστολής σημειώματος από τη φορολογική αρχή, ο υπόχρεος καταβάλλει παράβολο 1% της διαφοράς φόρου, με τον καταλογισμό ή την επιστροφή του επιπλέον οφειλόμενου ή καταβληθέντος παραβόλου από το δικαστήριο.
  34. Άρθρο 37. Το Άρθρο 38 του ΦΕΚ ορίζει ότι οι διατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου 13 του ν. 2523/1997 εφαρμόζονται αναλόγως για την εκδίκαση προσφυγών που αναφέρονται στις περιπτώσεις γ΄, δ΄ και ε΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 1 του ν. 1406/1983.
  35. Άρθρο 39. Το Άρθρο 39 του ΦΕΚ αντικαθιστά το εδάφιο η΄ του άρθρου 29 του ν. 1756/1988, ορίζοντας ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ασκεί αίτηση αναιρέσεως ή έφεση υπέρ του νόμου στο Συμβούλιο της Επικρατείας.
  36. Άρθρο 40. Το Άρθρο 40 του ΦΕΚ ορίζει ότι σε δίκες ενώπιον του ΣτΕ, του Ελεγκτικού Συνεδρίου και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, όπου τίθενται ζητήματα ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ζητήσουν, εντός δύο μηνών από τη συζήτηση της υπόθεσης, να μην αναφέρονται τα στοιχεία ταυτότητάς τους στην ακροαματική διαδικασία και στη δημοσιευόμενη απόφαση, με τα στοιχεία αυτά να αντικαθίστανται από κωδικά ψηφία ή αριθμούς.
  37. Άρθρο 41. Το Άρθρο 41 ορίζει ότι η προθεσμία για την άσκηση ένδικου βοηθήματος ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου, μετά από απόρριψη, αρχίζει από την επίδοση ή την τελεσιδικία της απορριπτικής απόφασης, ή από τη δημοσίευση του νόμου αν η απόφαση προηγήθηκε, ενώ το καταβληθέν δικαστικό ένσημο συνυπολογίζεται.
  38. Άρθρο 42. Το Άρθρο 42 του ΦΕΚ επιτρέπει την ηλεκτρονική κατάθεση, επίδοση και διακίνηση δικαστικών εγγράφων, καθώς και την ηλεκτρονική καταβολή παραβόλων, δικαστικών ενσήμων και τελών υπέρ του Δημοσίου ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Επίσης, επιτρέπει την εξέταση μαρτύρων, πραγματογνωμόνων και διαδίκων από το δικαστήριο με ταυτόχρονη μετάδοση εικόνας και ήχου, χωρίς την φυσική τους παρουσία στην αίθουσα συνεδριάσεως, ενώ η τήρηση των δικαστικών βιβλίων μπορεί να γίνεται ηλεκτρονικά. Το Άρθρο 43 αυξάνει τις οργανικές θέσεις των δικαστικών λειτουργών του ΣτΕ, των Πολιτικών και Ποινικών Δικαστηρίων, του Ελεγκτικού Συνεδρίου και των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων από 1.3.2008, αυξάνοντας τις θέσεις των Παρέδρων του ΣτΕ κατά δύο (2) σε συνολικά πενήντα έξι (56).
  39. Άρθρο 43. Το Άρθρο 43 του ΦΕΚ αυξάνει τον αριθμό των θέσεων δικαστικών λειτουργών ως εξής: αυξάνει κατά 2 τις θέσεις Αρεοπαγιτών σε 56, κατά 4 τις θέσεις Αρεοπαγιτών σε 61, κατά 1 τις θέσεις Αντεισαγγελέων Αρείου Πάγου σε 18, κατά 10 τις θέσεις Εφετών σε 404, κατά 20 τις θέσεις Πρωτοδικών και Παρέδρων Πρωτοδικείου σε 857, κατά 7 τις θέσεις Αντεισαγγελέων Πρωτοδικών και Παρέδρων Εισαγγελίας σε 258, κατά 2 τις θέσεις Συμβούλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου σε 30, κατά 7 τις θέσεις Εφετών των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων σε 205, κατά 2 τις θέσεις Προέδρων Πρωτοδικών των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων σε 98, και κατά 15 τις θέσεις Πρωτοδικών και Παρέδρων τακτικών διοικητικών δικαστηρίων σε 427.
  40. Άρθρο 44. Το Άρθρο 44 τροποποιεί την παράγραφο 2 του άρθρου 23 του ν. 1756/1988, ορίζοντας ότι η απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου λαμβάνεται με την παρουσία τουλάχιστον δεκαπέντε (15) μελών για την τακτική Ολομέλεια και είκοσι εννέα (29) μελών για την πλήρη Ολομέλεια, εφόσον τα ελλείποντα μέλη έχουν αποβιώσει, αποχωρήσει ή έχουν σοβαρό κώλυμα.
  41. Άρθρο 45. Το Άρθρο 45 καταργεί την παράγραφο 7 του άρθρου 80 και την παράγραφο 7 του Κεφαλαίου Γ΄ του άρθρου 82 του ν. 1756/1988, όπως αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 1 και 3 του ν. 3514/2006, και απαλείφει τις λέξεις "επίκουρος επιθεωρητής" από τον ν. 3514/2006, με ισχύ από 16 Σεπτεμβρίου 2008, ενώ επίσης καταργεί το τρίτο και τέταρτο εδάφιο του άρθρου 51 του ν. 1756/1988, όπως προστέθηκαν από τον ν. 3038/2002 και τον ν. 3206/2003.
  42. Άρθρο 46. Το Άρθρο 46 αντικαθιστά την παράγραφο 6 του άρθρου 16 του ν. 2664/1998, ορίζοντας ότι με απόφαση του δικαστή ή του τριμελούς συμβουλίου του Πρωτοδικείου, ορίζεται ένας πρωτοδίκης ως κτηματολογικός δικαστής και ο αναπληρωτής του, με θητεία που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη, ενώ ο Υπουργός Δικαιοσύνης μπορεί να αυξήσει τον αριθμό τους.
  43. Άρθρο 47. Το Άρθρο 47 ρυθμίζει την κάλυψη κενών θέσεων ειρηνοδικών από τον πίνακα επιτυχόντων του διαγωνισμού της 22ας Σεπτεμβρίου 1997/25ης Οκτωβρίου 1997 (ΦΕΚ τ. Παράρτημα 33/9.7.1998), με δυνατότητα εκπαίδευσης έως τριών μηνών στην Εθνική Σχολή Δικαστών πριν από το διορισμό τους, σύμφωνα με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης.
  44. Άρθρο 48. Το Άρθρο 48 ορίζει ότι ο Άρειος Πάγος θα καταβάλλει ετήσια εισφορά για τη συμμετοχή του στην Ένωση «Δίκτυο των Προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης», με το ύψος της εισφοράς να καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης, η οποία θα δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, και η οποία θα ισχύει από 1.1.2007.
  45. Άρθρο 49. Το Άρθρο 49 του ν. 702/1977 (ΦΕΚ 268 Α΄) τροποποιεί την παράγραφο 1 του άρθρου 1, αντικαθιστώντας τις περιπτώσεις γ΄, ε΄ και η΄, και προσθέτοντας την περίπτωση ι΄. Συγκεκριμένα, η τροποποίηση αφορά την πρόσληψη και κατάσταση προσωπικού του Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, την ίδρυση και λειτουργία ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων και φροντιστηρίων, τον χαρακτηρισμό αυθαιρέτων κτισμάτων και την έκδοση αδειών υπαίθριων διαφημίσεων.
  46. Άρθρο 51. Το Άρθρο 51 τροποποιεί τον ν. 1406/1983, τον ν. 2523/1997 και τον Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα (ν. 2960/2001), διευκρινίζοντας την εκδίκαση προσφυγών και την αναστολή εκτέλεσης πράξεων, ενώ το Άρθρο 50 τροποποιεί τον ν. 702/1977, εφαρμόζοντας αναλόγως τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας για τη δικαστική δαπάνη.
  47. Άρθρο 52. Το Άρθρο 52 του ΦΕΚ τροποποιεί το άρθρο 17 του ν. 1756/1988, ορίζοντας ότι τα δικαστήρια, οι εισαγγελίες, οι Γενικές Επιτροπείες του Ελεγκτικού Συνεδρίου και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων καταρτίζουν κανονισμούς εσωτερικής υπηρεσίας. Αυτοί οι κανονισμοί, που συντάσσονται από τους αρμόδιους δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς ή τα μέλη των Γενικών Επιτροπειών, καθορίζουν τη συγκρότηση τμημάτων, τον αριθμό δικαστών και υποθέσεων, την κατανομή υποθέσεων, τη θητεία δικαστών στα τμήματα και άλλα θέματα εσωτερικής οργάνωσης και εύρυθμης διεξαγωγής των εργασιών.
  48. Άρθρο 53. Το Άρθρο 53 του ν. 1756/1988 αντικαθιστά την περίπτωση ζ' του άρθρου 29, ορίζοντας ότι ο Γενικός Επίτροπος Επικρατείας ή ο Υπουργός Δικαιοσύνης μπορεί να διατάξει διοικητική εξέταση για πειθαρχικά αδικήματα δικαστικών λειτουργών της Γενικής Επιτροπείας ή υπαλλήλων των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και της Γενικής Επιτροπείας, εφόσον υποβληθούν επώνυμες αναφορές ή περιέλθουν σχετικά στοιχεία.
  49. Άρθρο 53 π. Το Άρθρο 53 π του ΦΕΚ ορίζει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ενεργώντας υπέρ του νόμου στο Συμβούλιο της Επικρατείας, δικαιούται να ζητά πληροφορίες και στοιχεία από κάθε αρχή και δικαστήριο, ενώ η διαδικασία της αίτησης αναιρέσεως ή εφέσεως υπέρ του νόμου απαλλάσσεται από τέλη, εισφορές ή παράβολα.
  50. Άρθρο 54. Το Άρθρο 54 του ν. 1756/1988 τροποποιεί το άρθρο 50, ορίζοντας ότι οι διοικητικοί δικαστές δεν μπορούν να μετατεθούν πριν συμπληρώσουν δύο (2) έτη στον τόπο διορισμού τους, εκτός εάν συντρέχουν σοβαροί υπηρεσιακοί ή προσωπικοί λόγοι ή υποβληθούν αιτήσεις αμοιβαίας μετάθεσης. Η διετία υπολογίζεται από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου.
  51. Άρθρο 55. Το Άρθρο 55 τροποποιεί το άρθρο 38 του ν. 2721/1999 (ΦΕΚ 112 Α΄) σχετικά με τους Επιτρόπους του Ελεγκτικού Συνεδρίου, προβλέποντας την αναπλήρωση του Γενικού Συντονιστή Επιτρόπων, την τοποθέτηση Επιτρόπων εκτός Αττικής και Θεσσαλονίκης για ένα έτος, τη συνεκτίμηση υπηρεσίας σε παραμεθόριες/νησιωτικές περιοχές για μετάθεση, και την απαλλαγή από καθήκοντα για σοβαρό λόγο ή λόγους υγείας με μετάταξη σε θέση προϊσταμένου Τμήματος.
  52. Άρθρο 56. Το Άρθρο 56 του ν. 1756/1988, όπως τροποποιείται, ορίζει ότι οι κενές θέσεις Αντεπιτρόπου της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου πληρούνται με διορισμό Συμβούλων και Παρέδρων του Ελεγκτικού Συνεδρίου που έχουν πενταετή υπηρεσία στον βαθμό τους, κατόπιν απόφασης του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
  53. Άρθρο 57. Το Άρθρο 57 του ΦΕΚ τροποποιεί διατάξεις του ν. 3060/2002 και του π.δ. 774/1980 σχετικά με το Ελεγκτικό Συνέδριο, ορίζοντας ότι Εισηγητής με διετή τουλάχιστον υπηρεσία μπορεί να αναπληρώνει Πάρεδρο, ότι οι αιτήσεις αναιρέσεως από ιδιώτες πρέπει να υπογράφονται από δικηγόρο (ή να παρίσταται δικηγόρος κατά τη συζήτηση), και αναδιαρθρώνοντας το άρθρο 56 για τα παράβολα, καθορίζοντας συγκεκριμένα ποσά (20€, 50€) και ποσοστά (1% με ελάχιστο 30€) για διάφορα ένδικα βοηθήματα και μέσα, με δυνατότητα αναπροσαρμογής τους με κοινή υπουργική απόφαση.
  54. Άρθρο 58 π. Το Άρθρο 58 π του ΦΕΚ ορίζει ότι η αίτηση αναίρεσης ή έφεσης υπέρ του νόμου δεν επιβαρύνεται με τέλη, εισφορές ή παράβολα. Επιπλέον, προστίθεται εδάφιο θ' στο Άρθρο 29, το οποίο επιτρέπει την κατά προτίμηση προσδιορισμό δικασίμου για εκκρεμείς υποθέσεις σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό, εφόσον ανακύπτει νέο νομικό ζήτημα μείζονος σπουδαιότητας ή αφορά μεγάλο αριθμό υποθέσεων, με δικάσιμο εντός 2 μηνών και απόφαση εντός 2 μηνών από τη συζήτηση.
  55. Άρθρο 61. Το Άρθρο 61 του ΦΕΚ παρατείνει τις προθεσμίες που είχαν ήδη παραταθεί με το άρθρο 25 του ν. 3500/2006 (ΦΕΚ 232 Α΄) μέχρι τις 12.9.2008, με δυνατότητα περαιτέρω παράτασης έως δύο (2) έτη με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
  56. Άρθρο 62. Το Άρθρο 62 ορίζει ότι οι προθεσμίες που αναφέρονται σε προηγούμενα άρθρα μπορούν να παραταθούν έως και δύο (2) επιπλέον έτη με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης. Επιπλέον, η μετάταξη προσωπικού από καταστήματα κράτησης και ιατροδικαστικές υπηρεσίες απαιτεί αιτιολογημένη βεβαίωση του προϊσταμένου της υπηρεσίας και γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου, ώστε να μην υπάρξουν δυσμενείς συνέπειες στη λειτουργία τους.
  57. Άρθρο 63 π. Το Άρθρο 63 π του ΦΕΚ ορίζει ότι η άσκηση προσφυγής κατά πράξης που αποτελεί τίτλο για βεβαίωση, καθιστά αυτομάτως εμπρόθεσμη και την ανακοπή, με την αρμοδιότητα να καθορίζεται βάσει των διατάξεων που διέπουν την προσφυγή.
  58. Άρθρο 64. Το Άρθρο 64, παράγραφος 1, ορίζει ότι με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης μπορεί να αυξάνεται το ποσό μετατροπής σε χρηματική της στερητικής της ελευθερίας ποινής του άρθρου 82 του Ποινικού Κώδικα, με τα έσοδα να αποδίδονται στο ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. για μία εικοσαετία, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για την ανέγερση, επισκευή και συντήρηση δικαστικών μεγάρων και καταστημάτων κράτησης. Η παράγραφος 2 αναθέτει στο ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. την υποχρέωση καταβολής του συμβατικού ανταλλάγματος για Συμβάσεις Δημόσιου Ιδιωτικού Τομέα που αφορούν την κατασκευή και συντήρηση δικαστικών κτηρίων, σύμφωνα με τον ν. 3389/2005.
  59. Άρθρο 66. Το Άρθρο 66 του ΦΕΚ αντικαθιστά τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 4 του ν.δ. 1017/1971, ορίζοντας ότι το Ταμείο διοικείται από εννεαμελές διοικητικό συμβούλιο με Πρόεδρο τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Αντιπρόεδρο τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ενώ τα υπόλοιπα μέλη προέρχονται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, το Υπουργείο Δικαιοσύνης, το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, και δικηγόρους παρ' Αρείω Πάγω, με τριετή θητεία που ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης.
  60. Άρθρο 67. Το Άρθρο 67 του ν.δ. 1017/1971 τροποποιεί το άρθρο 6, επιτρέποντας στον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου να εξουσιοδοτεί μέλη του ΔΣ ή τον Διευθυντή του Ταμείου να υπογράφουν αποφάσεις και έγγραφα, καθώς και να μεταβιβάζει στον Διευθυντή την αρμοδιότητα υπογραφής χρηματικών ενταλμάτων μέχρι ενός καθορισμένου ποσού.

Πρόσφατες αναφορές

Σχετικοί νόμοι

Νομοθεσία του 2008

Επιστροφή στη λίστα νόμων