Νόμος 3588/2007 — Χρονολόγιο τροποποιήσεων

Ο Νόμος 3588/2007 καθορίζει το πλαίσιο της πτώχευσης, με σκοπό τη συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών μέσω ρευστοποίησης περιουσίας ή σχεδίου αναδιοργάνωσης, δίνοντας έμφαση στη διατήρηση της επιχείρησης. Πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι και οι ενώσεις προσώπων, ενώ εξαιρούνται νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ΟΤΑ και δημόσιοι οργανισμοί. Αρμόδιο δικαστήριο είναι το πολυμελές πρωτοδικείο της περιφέρειας του κέντρου κύριων συμφερόντων του οφειλέτη. Η πτώχευση κηρύσσεται με αίτηση πιστωτή ή εισαγγελέα, όταν ο οφειλέτης αδυνατεί γενικά και μόνιμα να εκπληρώσει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές υποχρεώσεις του. Με την απόφαση κήρυξης πτώχευσης, ορίζονται εισηγητής δικαστής και σύνδικος, διατάσσεται η σφράγιση της περιουσίας και καθορίζεται η συνέλευση των πιστωτών. Οι αποφάσεις πτώχευσης καταχωρούνται στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.Μ.Η.) και σε ειδικά Μητρώα Πτωχεύσεων. Ο οφειλέτης στερείται της διοίκησης της περιουσίας του, την οποία ασκεί ο σύνδικος, και οι ατομικές καταδιώξεις των πιστωτών αναστέλλονται.

Άρθρα

  1. Άρθρο 1. Το Άρθρο 1 ορίζει ότι η πτώχευση αποσκοπεί στη συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών μέσω της ρευστοποίησης της περιουσίας του οφειλέτη ή μέσω σχεδίου αναδιοργάνωσης, με έμφαση στη διατήρηση της επιχείρησης.
  2. Άρθρο 2. Το Άρθρο 2 του ΦΕΚ ορίζει ότι πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι και οι ενώσεις προσώπων με οικονομικό σκοπό, ενώ εξαιρούνται τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι ΟΤΑ και οι δημόσιοι οργανισμοί. Επίσης, η παύση εμπορίας, οικονομικής δραστηριότητας ή ο θάνατος δεν κωλύουν την πτώχευση αν συνέβησαν μετά την παύση πληρωμών, με την αίτηση πτώχευσης σε περίπτωση θανάτου να υποβάλλεται εντός έτους από αυτόν.
  3. Άρθρο 2 π. Το Άρθρο 2 π ορίζει τη διαδικασία έναρξης συνδιαλλαγής, απαιτώντας από τον οφειλέτη να περιγράψει την οικονομική του κατάσταση, την κοινωνική σημασία της επιχείρησής του, τα προτεινόμενα μέτρα χρηματοδότησης και αντιμετώπισης, και να καταθέσει γραμμάτιο 5.000 ευρώ για την αμοιβή του εμπειρογνώμονα και του μεσολαβητή. Το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί να ορίσει εμπειρογνώμονα για την εκτίμηση της οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη, ο οποίος έχει προθεσμία 20 ημερών για την έκθεσή του, και μπορεί να ζητήσει πληροφορίες από πιστωτικά ιδρύματα. Σύμφωνα με το Άρθρο 100, το δικαστήριο, εφόσον κρίνει βάσιμη την αίτηση και σκοπιμότητα της συνδιαλλαγής, την κηρύσσει, ορίζοντας μεσολαβητή για 2 μήνες, με δυνατότητα παράτασης για 1 μήνα.
  4. Άρθρο 3. Το Άρθρο 3 ορίζει ότι πτώχευση κηρύσσεται όταν ο οφειλέτης αδυνατεί γενικά και μόνιμα να εκπληρώσει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές υποχρεώσεις του (παύση πληρωμών), ενώ η επαπειλούμενη αδυναμία εκπλήρωσης αποτελεί λόγο κήρυξης πτώχευσης μόνο αν την ζητήσει ο οφειλέτης. Το Άρθρο 4 ορίζει ως αρμόδιο πτωχευτικό δικαστήριο για την κήρυξη της πτώχευσης το πολυμελές πρωτοδικείο της περιφέρειας όπου ο οφειλέτης έχει το κέντρο των κύριων συμφερόντων του.
  5. Άρθρο 4. Το Άρθρο 4 του ΦΕΚ ορίζει ότι αρμόδιο πτωχευτικό δικαστήριο είναι το πολυμελές πρωτοδικείο της περιφέρειας όπου ο οφειλέτης έχει το κέντρο των κύριων συμφερόντων του, το οποίο τεκμαίρεται για τα νομικά πρόσωπα ότι είναι ο τόπος της καταστατικής έδρας, και η υπόθεση εκδικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Το Άρθρο 5 αναφέρει ότι η πτώχευση κηρύσσεται μετά από αίτηση πιστωτή ή του εισαγγελέα πρωτοδικών για λόγους δημόσιου συμφέροντος.
  6. Άρθρο 4 δ. Το Άρθρο 4 δ ορίζει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, μπορεί να διατάξει μέτρα για την προστασία της περιουσίας του οφειλέτη από επιζήμιες μεταβολές ή μείωση αξίας, μέχρι την έκδοση απόφασης για την κήρυξη της πτώχευσης, ενώ τα μέτρα αυτά παύουν αυτοδικαίως με την έκδοση της απόφασης.
  7. Άρθρο 5. Το Άρθρο 5 ορίζει ότι η πτώχευση κηρύσσεται κατόπιν αίτησης πιστωτή ή εισαγγελέα, ενώ ο οφειλέτης υποχρεούται να υποβάλει αίτηση εντός 15 ημερών, αναφέροντας τα πλήρη στοιχεία του (όνομα, επώνυμο, πατρώνυμο, επωνυμία, διεύθυνση, κέντρο κύριων συμφερόντων, δευτερεύουσες εγκαταστάσεις, αριθμός Εμπορικού Μητρώου) και, σε περίπτωση εταιρίας, τα στοιχεία όλων των ομόρρυθμων εταίρων.
  8. Άρθρο 5 π. Το Άρθρο 5 π του ΦΕΚ αφορά την παύση πληρωμών και την ευθύνη των μελών του διοικητικού συμβουλίου σε περίπτωση πτώχευσης εταιρίας. Συγκεκριμένα, ορίζει ότι η ημέρα παύσης πληρωμών λογίζεται η ημέρα δημοσίευσης της απόφασης κήρυξης πτώχευσης, ενώ το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί να μεταβάλει αυτή την ημερομηνία κατόπιν αίτησης. Επίσης, καθορίζει την ευθύνη των μελών του διοικητικού συμβουλίου για δόλο ή βαριά αμέλεια που οδήγησε στην πτώχευση, καθώς και την ευθύνη όσων άσκησαν επιρροή σε αυτές τις πράξεις ή παραλείψεις, με την ευθύνη να είναι εις ολόκληρον και να ασκείται από τον σύνδικο. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και στις εταιρίες περιορισμένης ευθύνης.
  9. Άρθρο 6. Το Άρθρο 6 του ΦΕΚ ορίζει ότι το πτωχευτικό δικαστήριο απορρίπτει την αίτηση πτώχευσης εάν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις, εάν η περιουσία του οφειλέτη δεν επαρκεί για τα έξοδα της διαδικασίας (με καταχώρηση στο ΓΕΜΗ και Μητρώα Πτωχεύσεων για τρία έτη), ή εάν η αίτηση ασκείται καταχρηστικά (π.χ. για ατομική ικανοποίηση ή δόλια αποφυγή χρεών), οπότε μπορεί να επιδικαστεί αποζημίωση.
  10. Άρθρο 6 π. Το Άρθρο 172 ορίζει την ποινική ευθύνη για την ευνοϊκή μεταχείριση πιστωτή κατά την παύση πληρωμών ή την επαπειλούμενη αδυναμία εκπλήρωσης υποχρεώσεων, με ποινή φυλάκισης έως δύο (2) ετών και χρηματική ποινή, ενώ το Άρθρο 174 αφορά την ποινική ευθύνη συζύγων και συγγενών για παράνομη ιδιοποίηση, υπεξαγωγή ή απόκρυψη πτωχευτικών πραγμάτων.
  11. Άρθρο 7. Το Άρθρο 7 του ΦΕΚ ορίζει ότι με την απόφαση κήρυξης πτώχευσης, το πτωχευτικό δικαστήριο διορίζει εισηγητή δικαστή και σύνδικο, διατάσσει τη σφράγιση της περιουσίας, και καθορίζει ημέρα, ώρα, τόπο και τρόπο δημοσιότητας για τη συνέλευση των πιστωτών, όπου θα συνταχθεί πίνακας εικαζόμενων πιστωτών και θα εκλεγεί η επιτροπή πιστωτών.
  12. Άρθρο 7 δ. Το Άρθρο 85 ορίζει τη σύσταση τριμελούς επιτροπής πιστωτών, με τρία αναπληρωματικά μέλη, η οποία εκλέγεται από τη συνέλευση των πιστωτών που κηρύσσει την πτώχευση κατά το άρθρο 7. Η επιτροπή αποτελείται από ένα μέλος από τους εμπραγμάτως ασφαλισμένους, ένα από τους γενικούς προνομιούχους και ένα από τους ανέγγυους πιστωτές, με ειδικές διατάξεις για την περίπτωση απουσίας πιστωτών από κάποια κατηγορία.
  13. Άρθρο 8. Το Άρθρο 8 του ΦΕΚ ορίζει ότι οι αποφάσεις που αφορούν πτώχευση, διαδικασία συνδιαλλαγής, επικύρωση ή απόρριψη σχεδίου αναδιοργάνωσης, καθώς και άλλες σχετικές πράξεις, σημειώνονται στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.Μ.Η.). Επιπλέον, προβλέπεται η τήρηση Μητρώου Πτωχεύσεων σε κάθε πρωτοδικείο, στο οποίο καταχωρούνται τα στοιχεία των πτωχών και των διαδικασιών συνδιαλλαγής, με το Πρωτοδικείο Αθηνών να τηρεί Γενικό Μητρώο για όλη τη χώρα, ενώ οι λεπτομέρειες τήρησης των μητρώων καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης.
  14. Άρθρο 9. Το Άρθρο 9 του ΦΕΚ ορίζει ότι η διαγραφή καταχώρησης μπορεί να διαταχθεί κατόπιν αίτησης, και οι διατάξεις του εφαρμόζονται αναλόγως σε μητρώα πλοίων, αεροσκαφών και άλλα δημόσια βιβλία περιουσιακών στοιχείων. Το Άρθρο 10, στο πλαίσιο των εξασφαλιστικών μέτρων, αναφέρει ότι μετά την αίτηση για κήρυξη οφειλέτη σε πτώχευση, ο πρόεδρος του αρμόδιου δικαστηρίου, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 682 επ. Κ.Πολ.Δ.), μπορεί να λάβει αποφάσεις.
  15. Άρθρο 11. Το Άρθρο 11 ορίζει ότι ο γραμματέας των πτωχεύσεων γνωστοποιεί αμέσως στον αρμόδιο ειρηνοδίκη τη διάταξη για τη σφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας, η οποία πρέπει να εκτελεστεί εντός 24 ωρών, εκτός αν ο εισηγητής επιτρέψει την παράλειψή της εφόσον η απογραφή ολοκληρωθεί εντός μίας ημέρας. Ο ειρηνοδίκης σφραγίζει τις εισόδους των ακινήτων και τα κινητά εκτός κλειστού χώρου, αλλά εξαιρείται η κατοικία του οφειλέτη και της οικογένειάς του.
  16. Άρθρο 12. Το Άρθρο 12 του ΦΕΚ ορίζει ότι ο πτωχευμένος οφειλέτης και η επιτροπή πιστωτών πρέπει να ορίσουν αντίκλητο στην έδρα του πτωχευτικού δικαστηρίου, προς τον οποίο θα γίνονται όλες οι επιδόσεις, κοινοποιήσεις, γνωστοποιήσεις ή ειδοποιήσεις εγγράφως, ενώ σε περίπτωση μη ορισμού, αυτές γίνονται με κάθε πρόσφορο μέσο, συμπεριλαμβανομένου του τηλεφώνου, από τον γραμματέα των πτωχεύσεων.
  17. Άρθρο 13. Το Άρθρο 13 ορίζει ότι στις πτωχευτικές δίκες τα έξοδα επιβάλλονται στην πτωχευτική περιουσία εάν έγιναν προς όφελός της. Το Άρθρο 14 καθορίζει ότι οι κοινοποιήσεις, επιδόσεις και ειδοποιήσεις γίνονται τρεις (3) ημέρες πριν, ενώ στις προθεσμίες σε ημέρες δεν υπολογίζονται οι αργίες, συμπεριλαμβανομένων των Σαββάτων.
  18. Άρθρο 14. Το Άρθρο 14 του ΦΕΚ ορίζει ότι οι προθεσμίες που λήγουν σε αργία, συμπεριλαμβανομένων των Σαββάτων, παρατείνονται, εκτός από τις προθεσμίες των ενδίκων μέσων και βοηθημάτων. Το άρθρο αυτό ανήκει στο ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ, το οποίο αφορά τις συνέπειες της πτώχευσης ως προς τον οφειλέτη, εστιάζοντας στις στερήσεις που επιβάλλονται σε αυτόν.
  19. Άρθρο 15. Το Άρθρο 15 του ΦΕΚ ορίζει ότι ο οφειλέτης φυσικό πρόσωπο, από την κήρυξη της πτώχευσης, στερείται μόνο των προσωπικής φύσεως δικαιωμάτων που προβλέπονται από ειδικές διατάξεις νόμων. Το Άρθρο 16 ορίζει ότι η πτωχευτική περιουσία περιλαμβάνει το σύνολο της περιουσίας του οφειλέτη κατά την κήρυξη της πτώχευσης, ανεξαρτήτως της τοποθεσίας της.
  20. Άρθρο 15 τ. Το άρθρο 169, παράγραφοι 2, 3 και 4, ορίζει ότι η αποκατάσταση του οφειλέτη φυσικού προσώπου παύει τις στερήσεις δικαιωμάτων που προέκυψαν από την πτώχευση σύμφωνα με το άρθρο 15, ενώ η αποκατάσταση νομικού προσώπου οδηγεί στην αναβίωσή του. Η αποκατάσταση βάσει του άρθρου 168 παράγραφος 1 περίπτωση β' ολοκληρώνει την πτώχευση.
  21. Άρθρο 16. Το Άρθρο 16 του ΦΕΚ ορίζει ότι η πτωχευτική περιουσία περιλαμβάνει όλη την περιουσία του οφειλέτη κατά την κήρυξη της πτώχευσης, εξαιρουμένων των ακατάσχετων περιουσιακών στοιχείων, ενώ δεν περιλαμβάνει περιουσία που αποκτάται μετά την πτώχευση, με εξαίρεση τόκων και παρεπόμενων παροχών από προϋπάρχουσες οφειλές. Το Άρθρο 17 ορίζει ότι ο οφειλέτης στερείται αυτοδικαίως της διοίκησης της περιουσίας του μετά την κήρυξη της πτώχευσης, την οποία ασκεί ο σύνδικος, και πράξεις διαχείρισης ή διάθεσης χωρίς τη σύμπραξή του είναι ανενεργείς.
  22. Άρθρο 16 π. Το Άρθρο 16 π, αναφερόμενο στο άρθρο 27 παράγραφος 1 του ν. 2145/1993 όπως τροποποιήθηκε, ορίζει τον σκοπό της πτώχευσης ως τη συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών μέσω της ρευστοποίησης της περιουσίας του οφειλέτη ή μέσω σχεδίου αναδιοργάνωσης, με έμφαση στη διατήρηση της επιχείρησης.
  23. Άρθρο 17. Το Άρθρο 17 του ΦΕΚ ορίζει ότι ο οφειλέτης δεν μπορεί να διαθέσει περιουσιακά στοιχεία χωρίς την έγκριση του συνδίκου, ότι η διάθεση περιουσιακών στοιχείων την ημέρα κήρυξης της πτώχευσης τεκμαίρεται ότι έγινε μετά, ότι η πτωχευτική απαλλοτρίωση αίρεται όπως προβλέπεται στον κώδικα, και ότι ο οφειλέτης δεν νομιμοποιείται σε δίκες που αφορούν την πτωχευτική περιουσία, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις κατεπείγοντος και αδράνειας του συνδίκου, ενώ έχει δικαίωμα παρέμβασης στις δίκες που διεξάγει ο σύνδικος.
  24. Άρθρο 18. Το Άρθρο 18 του ΦΕΚ ορίζει ότι ο οφειλέτης, όταν η πτώχευση κηρύσσεται με δική του αίτηση, μπορεί να του ανατεθεί η διοίκηση της πτωχευτικής περιουσίας με τη σύμπραξη του συνδίκου, εφόσον αυτό είναι προς το συμφέρον των πιστωτών και συναινεί η επιτροπή πιστωτών. Το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί να αφαιρέσει αυτή τη διοίκηση από τον οφειλέτη αν το επιβάλλει το συμφέρον των πιστωτών, οπότε η διοίκηση περιέρχεται στον σύνδικο.
  25. Άρθρο 19. Το Άρθρο 19 του ΦΕΚ, αφορά την εκποίηση της επιχείρησης του οφειλέτη ως σύνολο, σε εξαιρετικές περιστάσεις όπως κίνδυνος μείωσης της αξίας της επιχείρησης ή ύπαρξη ευνοϊκής προσφοράς, κατόπιν απόφασης του πτωχευτικού δικαστηρίου, μετά από έκθεση του εισηγητή και ακρόαση του συνδίκου και της επιτροπής πιστωτών.
  26. Άρθρο 20. Το Άρθρο 20 του ΦΕΚ ορίζει την υποχρέωση του οφειλέτη και των πληρεξουσίων του (εκτός δικηγόρων χωρίς συναίνεση) να ενημερώνουν και να συνεργάζονται με τον σύνδικο, καθώς και να του θέτουν στη διάθεση τα εμπορικά του βιβλία και στοιχεία. Το Άρθρο 21 ορίζει τους πτωχευτικούς πιστωτές ως εκείνους με γεννημένη και δικαστικώς επιδιώξιμη χρηματική απαίτηση κατά του οφειλέτη κατά την κήρυξη της πτώχευσης, διακρίνοντάς τους σε ανέγγυους, γενικούς προνομιούχους και ενέγγυους πιστωτές.
  27. Άρθρο 21. Το Άρθρο 21 του ΦΕΚ ορίζει ότι οι ενέγγυοι πιστωτές ικανοποιούνται από την πτωχευτική περιουσία μετά τους ανέγγυους πιστωτές, και οι πτωχευτικοί πιστωτές μπορούν να επιδιώξουν την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους μόνο μέσω της πτωχευτικής διαδικασίας, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά. Το Άρθρο 22 αναφέρει ότι οι απαιτήσεις υπό διαλυτική αίρεση θεωρούνται ως μη τελούσες υπό αίρεση, εφόσον η αίρεση δεν έχει πληρωθεί.
  28. Άρθρο 22. Το Άρθρο 22 του ΦΕΚ αφορά τις απαιτήσεις υπό αίρεση σε πτωχευτική διαδικασία. Συγκεκριμένα, οι απαιτήσεις υπό διαλυτική αίρεση θεωρούνται μη τελούσες υπό αίρεση μέχρι να πληρωθεί η αίρεση, ενώ σε περίπτωση πλήρωσής της, ο πιστωτής υποχρεούται να επιστρέψει τυχόν καταβληθέντα ποσά. Οι απαιτήσεις υπό αναβλητική αίρεση κατατάσσονται στον κατάλογο των πιστωτών.
  29. Άρθρο 23. Το Άρθρο 23 του ΦΕΚ ορίζει ότι οι μη ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις κατά του οφειλέτη, εκτός από αυτές των ενέγγυων πιστωτών, θεωρούνται ληξιπρόθεσμες κατά την κήρυξη της πτώχευσης, ενώ οι μη ληξιπρόθεσμες άτοκες απαιτήσεις μειώνονται κατά το ποσό του νόμιμου τόκου μέχρι την πραγματική λήξη τους. Οι απαιτήσεις των ενέγγυων πιστωτών καθίστανται απαιτητές κατά την πραγματική λήξη τους.
  30. Άρθρο 24. Το Άρθρο 24 του ΦΕΚ ορίζει ότι η παύση της τοκογονίας δεν ισχύει για συνοφειλέτες και εγγυητές, ενώ ένα σχέδιο αναδιοργάνωσης μπορεί να περιλαμβάνει την καταβολή των τόκων που έπαυσαν να παράγονται λόγω πτώχευσης. Το Άρθρο 25 αναφέρει ότι από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλες οι ατομικές καταδιώξεις των πιστωτών κατά του οφειλέτη για πτωχευτικές απαιτήσεις.
  31. Άρθρο 25. Το Άρθρο 25 του ΦΕΚ ορίζει ότι απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση αναγκαστικής εκτέλεσης, αγωγών, δικών, ένδικων μέσων, καθώς και η έκδοση ή εκτέλεση πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσεως σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας, με τις πράξεις που παραβιάζουν αυτή την αναστολή να είναι άκυρες. Το Άρθρο 26 προβλέπει ότι οι ενέγγυοι πιστωτές ικανοποιούνται αποκλειστικά από τη ρευστοποίηση του αντικειμένου που εξασφαλίζει την απαίτησή τους, εκτός αν ο κώδικας ορίζει διαφορετικά.
  32. Άρθρο 26. Το Άρθρο 26, παράγραφοι 2 και 3, ορίζει ότι η αναστολή των ατομικών διώξεων δεν ισχύει για τους ενέγγυους πιστωτές σχετικά με τα υπέγγυα στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας, εκτός αν ο κώδικας προβλέπει διαφορετικά, και αναστέλλει τα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης επί περιουσιακών στοιχείων που συνδέονται άμεσα με την επιχειρηματική δραστηριότητα του οφειλέτη μέχρι την έγκριση σχεδίου αναδιοργάνωσης. Το Άρθρο 147, παράγραφοι 1 και 2, καθορίζει ότι αν οι ενέγγυοι πιστωτές δεν κινήσουν τη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης επί υπέγγυου ακινήτου πριν την ένωση των πιστωτών, την εκποίηση και κατάταξη ενεργεί ο σύνδικος, ενώ το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί να δώσει άδεια στον σύνδικο να εκποιήσει το ακίνητο αν η εκτέλεση καθυστερεί σε βλάβη των πιστωτών.
  33. Άρθρο 27. Το Άρθρο 27 του ΦΕΚ ορίζει ότι σε περίπτωση οφειλής εις ολόκληρον, ο πιστωτής μπορεί να απαιτήσει την πλήρη ικανοποίηση της απαίτησής του από κάθε συνοφειλέτη εάν κηρυχθεί τουλάχιστον ένας από αυτούς σε πτώχευση, ενώ ο συνοφειλέτης ή ο εγγυητής δεν μπορούν να συμμετάσχουν στην πτώχευση με βάση μελλοντική απαίτηση από ικανοποίηση του πιστωτή, εκτός αν ο πιστωτής δεν έχει αναγγείλει την απαίτησή του.
  34. Άρθρο 29. Το Άρθρο 29 του ΦΕΚ αφορά το δικαίωμα επιλογής του συνδίκου σχετικά με την εκπλήρωση εκκρεμών συμβάσεων, επιτρέποντάς του να υποκαταστήσει τους πιστωτές στη θέση του οφειλέτη εντός 10 ημερών από την υποβολή της έκθεσής του, αλλιώς ο αντισυμβαλλόμενος μπορεί να υπαναχωρήσει και να ζητήσει αποζημίωση.
  35. Άρθρο 29 δ. Το Άρθρο 29 δ του ΦΕΚ ορίζει ότι ο πωλητής έχει δικαίωμα αποχωρισμού του πράγματος από την πτωχευτική περιουσία εάν ο σύνδικος αρνηθεί την εκπλήρωση, μετά την υποβολή της έκθεσης του άρθρου 70. Το Άρθρο 36 αναφέρει ότι η κήρυξη πτώχευσης δεν επηρεάζει το δικαίωμα του πιστωτή να προτείνει συμψηφισμό ανταπαίτησής του με απαίτηση του οφειλέτη, εφόσον οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού υπήρχαν πριν την κήρυξη της πτώχευσης.
  36. Άρθρο 29 τ. Το Άρθρο 29 τ του ΦΕΚ αναφέρεται στην κατάργηση διατάξεων που αντιβαίνουν στον παρόντα κώδικα, συμπεριλαμβανομένων του άρθρου 115 του Εισ. Νόμου Αστικού Κώδικα (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 29 του ν. 1329/1983), του άρθρου 44 Εισ. Ν. Κ. Πολ. Δικονομίας, και των εδαφίων 2 και 3 της περίπτωσης β' της παραγράφου 2 του άρθρου 11 του ν. 1667/1986.
  37. Άρθρο 30. Το Άρθρο 30 του ΦΕΚ ορίζει ότι οι απαιτήσεις από συμβάσεις που συνάπτονται από τον σύνδικο ικανοποιούνται ως ομαδικές, ενώ το Άρθρο 31-1 διευκρινίζει ότι οι συμβάσεις διαρκούς χαρακτήρα διατηρούν την ισχύ τους, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο ή τη σύμβαση.
  38. Άρθρο 31. Το Άρθρο 31 ορίζει ότι οι συμβάσεις διαρκούς χαρακτήρα παραμένουν σε ισχύ εκτός αν ορίζεται διαφορετικά, ενώ η πτώχευση λύνει συμβάσεις προσωπικού χαρακτήρα ή αυτές που λύνονται βάσει ειδικής διάταξης νόμου. Το Άρθρο 32 διευκρινίζει ότι τα παραπάνω δεν επηρεάζουν το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης ή τα δικαιώματα του αντισυμβαλλόμενου μέρους για λύση της σύμβασης σε περίπτωση πτώχευσης ή συλλογικής εκτέλεσης.
  39. Άρθρο 31 δ. Το Άρθρο 31 δ, παράγραφος 2, διευκρινίζει ότι δεν θίγονται τα δικαιώματα του αντισυμβαλλόμενου μέρους για λύση της σύμβασης σε περίπτωση πτώχευσης ή υπαγωγής του οφειλέτη σε διαδικασία συλλογικής εκτέλεσης. Το Άρθρο 33, παράγραφος 1, ορίζει ότι ο σύνδικος έχει το δικαίωμα να μεταβιβάσει τη συμβατική σχέση του οφειλέτη σε τρίτο.
  40. Άρθρο 33. Το Άρθρο 33 του ΦΕΚ επιτρέπει στον σύνδικο να μεταβιβάσει σε τρίτο τη συμβατική σχέση του οφειλέτη, εφόσον αυτό είναι συμφέρον για τους πιστωτές και συναινεί ο αντισυμβαλλόμενος, ενώ σε περίπτωση άρνησης, το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί να εγκρίνει τη μεταβίβαση υπό συγκεκριμένους όρους.
  41. Άρθρο 34. Το Άρθρο 34 του ΦΕΚ ορίζει ότι η κήρυξη πτώχευσης δεν λύνει τη σύμβαση εργασίας, αλλά επιτρέπει στον σύνδικο να λύσει συμβάσεις αορίστου χρόνου χωρίς αποζημίωση, ενώ η πτώχευση αποτελεί σπουδαίο λόγο καταγγελίας για συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή έργου. Επιπλέον, εάν η έκθεση του συνδίκου προβλέπει βιωσιμότητα, ο σύνδικος, ο οφειλέτης και η επιτροπή πιστωτών μπορούν να ζητήσουν τη διατήρηση θέσεων εργασίας μέχρι την έγκριση σχεδίου αναδιοργάνωσης.
  42. Άρθρο 35. Το Άρθρο 35 του ΦΕΚ ορίζει ότι σε περίπτωση πτώχευσης, ο πωλητής κινητού πράγματος που έχει παραδοθεί στον οφειλέτη με επιφύλαξη κυριότητας, διατηρεί τα δικαιώματά του και μπορεί να ζητήσει από τον σύνδικο την εκπλήρωση της σύμβασης ή, σε περίπτωση άρνησης, να αποχωρίσει το πράγμα από την πτωχευτική περιουσία.
  43. Άρθρο 36. Το Άρθρο 36 του ΦΕΚ ορίζει ότι ο συμψηφισμός απαιτήσεων, συμπεριλαμβανομένων αυτών από εξωχρηματιστηριακά παράγωγα και εντολές μεταβίβασης σε συστήματα διακανονισμού, διέπεται από την κείμενη νομοθεσία και ειδικές ρυθμίσεις, ενώ το Άρθρο 37 χορηγεί το δικαίωμα αποχωρισμού από την πτωχευτική περιουσία σε όποιον επικαλείται εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα σε αντικείμενο που δεν ανήκει στον οφειλέτη.
  44. Άρθρο 37. Το Άρθρο 37 του ΦΕΚ ρυθμίζει το δικαίωμα όποιου επικαλείται εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα σε αντικείμενο που δεν ανήκει στον οφειλέτη να ζητήσει τον αποχωρισμό του από την πτωχευτική περιουσία και την παράδοσή του, με αίτηση προς τον σύνδικο και άδεια του εισηγητή. Εάν το αντικείμενο έχει εκποιηθεί, ο δικαιούχος μπορεί να απαιτήσει την εκχώρηση της απαίτησης κατά του τρίτου ή τον αποχωρισμό της αντιπαροχής, ενώ σε περίπτωση αδυναμίας αποχωρισμού, συμμετέχει στην πτωχευτική διαδικασία ως πιστωτής.
  45. Άρθρο 38. Το Άρθρο 38, παράγραφος 4, ορίζει ότι σε περίπτωση καταπιστευτικής μεταβίβασης κυριότητας κινητού με διατήρηση της νομής από τον οφειλέτη, ο πιστωτής, ως κύριος, δικαιούται σε αποχωρισμό του πράγματος. Το Άρθρο 38, παράγραφοι 1-3, αφορά την πτωχευτική διεκδίκηση εμπορευμάτων που παραδόθηκαν στον οφειλέτη για πώληση ή αξιογράφων που στάλθηκαν για είσπραξη, εφόσον αυτά βρίσκονται αναλλοίωτα στην πτωχευτική περιουσία κατά την κήρυξη της πτώχευσης. Το Άρθρο 39, παράγραφος 1, χορηγεί δικαίωμα διεκδίκησης στον πωλητή εμπορευμάτων που δεν έχουν περιέλθει στην κατοχή του οφειλέτη ή τρίτου κατά την κήρυξη της πτώχευσης, εφόσον το τίμημα οφείλεται εν όλω ή εν μέρει.
  46. Άρθρο 39. Το Άρθρο 39 του ΦΕΚ αναφέρεται στο δικαίωμα επίσχεσης του πωλητή επί του πράγματος, εφόσον το τίμημα οφείλεται εν όλω ή εν μέρει. Το Άρθρο 40 ορίζει ότι επί της αίτησης διεκδίκησης αποφαίνεται ο σύνδικος με σύμφωνη γνώμη του εισηγητή, ενώ σε περίπτωση αντίρρησης, αποφαίνεται το πτωχευτικό δικαστήριο.
  47. Άρθρο 40. Το Άρθρο 41 του ΦΕΚ ορίζει ότι πράξεις του οφειλέτη που έγιναν κατά την ύποπτη περίοδο (από την παύση πληρωμών έως την κήρυξη πτώχευσης) και είναι επιζήμιες για τους πιστωτές, ανακαλούνται ή μπορούν να ανακληθούν από τον σύνδικο.
  48. Άρθρο 42. Το Άρθρο 42 του ΦΕΚ ορίζει ότι πράξεις υποχρεωτικής ανάκλησης περιλαμβάνουν δωρεές και χαριστικές δικαιοπραξίες με δυσανάλογη αντιπαροχή (εξαιρουμένων των συνήθων δωρεών και παροχών προς τέκνα υπό προϋποθέσεις), πληρωμές μη ληξιπρόθεσμων χρεών, πληρωμές ληξιπρόθεσμων χρεών με μη μετρητά ή μη συμφωνηθείσα παροχή, και σύσταση εμπράγματης ή ενοχικής ασφάλειας για προϋπάρχουσες ή αντικατασταθείσες υποχρεώσεις.
  49. Άρθρο 43. Το Άρθρο 43 του ΦΕΚ αφορά την ανάκληση αμφοτεροβαρών πράξεων ή πληρωμών ληξιπρόθεσμων χρεών από οφειλέτη μετά την παύση πληρωμών και πριν την κήρυξη πτώχευσης, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος γνώριζε την παύση πληρωμών και η πράξη ήταν επιζήμια για τους πιστωτές, με τεκμήριο γνώσης για συγγενείς ή συμβιούντες του οφειλέτη.
  50. Άρθρο 44. Το Άρθρο 45 του ΦΕΚ ορίζει ότι δεν ανακαλούνται οι συνήθεις πράξεις της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του οφειλέτη που διενεργήθηκαν κάτω από κανονικές συνθήκες και εντός των ορίων των συνήθων συναλλαγών του, καθώς και πράξεις που ο νόμος ρητά εξαιρεί από τις ρυθμίσεις περί ανάκλησης, ακυρότητας ή ακυρωσίας εντός της ύποπτης περιόδου.
  51. Άρθρο 44 Ε. Το Άρθρο 44 Ε του παρόντος κώδικα, το οποίο αναφέρεται σε μεταβατικό δίκαιο, ορίζει ότι ο κώδικας εφαρμόζεται σε διαδικασίες που ξεκινούν μετά την έναρξη ισχύος του, ενώ οι προηγούμενες διατάξεις παραμένουν σε ισχύ για εκκρεμείς διαδικασίες.
  52. Άρθρο 45. Το Άρθρο 45 του ΦΕΚ ορίζει εξαιρέσεις από την ανάκληση, ακυρότητα ή ακύρωση πράξεων του οφειλέτη εντός της ύποπτης περιόδου, συμπεριλαμβανομένων πράξεων κατά την εκπλήρωση σχεδίου αναδιοργάνωσης ή παροχών με άμεση ισοδύναμη αντιπαροχή σε μετρητά, καθώς και ειδικές ρυθμίσεις για χρηματοοικονομικές συναλλαγές.
  53. Άρθρο 46. Το Άρθρο 46 του ΦΕΚ ορίζει ότι το κύρος ή το ανακλητό των εκκαθαρίσεων, παροχών εξασφάλισης, συμφωνιών χρηματοοικονομικής ασφάλειας, συμψηφισμών, πληρωμών ή συναλλαγών που λαμβάνουν χώρα σε χρηματιστηριακή αγορά παραγώγων, σύστημα πληρωμών ή διακανονισμού, ή σε χρηματαγορά, διέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις για τις σχετικές αγορές και συναλλαγές.
  54. Άρθρο 46 κ. Το Άρθρο 46 κ, παράγραφος 5, επιτρέπει τη δημιουργία μιας ειδικής ομάδας πιστωτών χωρίς εξασφαλίσεις για απαιτήσεις μικρού ύψους, ενώ η παράγραφος 6 αποκλείει από το σχέδιο απαιτήσεις που σχετίζονται με το Άρθρο 46, συστήματα πληρωμών κοινοτικού δικαίου και τις σχετικές ασφάλειες. Το Άρθρο 112, παράγραφος 1, ορίζει ότι τα δικαιώματα των ενέγγυων πιστωτών (υποθήκες, προσημειώσεις, ενέχυρα, προνόμια) δεν θίγονται από το σχέδιο, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά.
  55. Άρθρο 47. Το Άρθρο 47 αναφέρεται σε διαταγή και επιταγή που έχει παύσει τις πληρωμές του, ενώ το Άρθρο 48 ορίζει ότι οι πράξεις που έγιναν στην ύποπτη περίοδο ανακαλούνται με απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου, με την ανακλητική αξίωση να ασκείται από τον σύνδικο ή, υπό προϋποθέσεις, από πιστωτή.
  56. Άρθρο 48. Το Άρθρο 48, παράγραφος 2, ορίζει ότι η ανάκληση δεν εμποδίζεται από την έκδοση εκτελεστού τίτλου ή την απόκτηση δικαιώματος μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης για την υπό ανάκληση πράξη, ενώ το Άρθρο 49, παράγραφος 1, ορίζει ότι όποιος απέκτησε περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη με ανακαλούμενη πράξη, υποχρεούται να το επαναμεταβιβάσει στην πτωχευτική περιουσία.
  57. Άρθρο 49. Το Άρθρο 49 ορίζει ότι όποιος απέκτησε περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη με ανακαλούμενη πράξη υποχρεούται να το επαναμεταβιβάσει στην πτωχευτική περιουσία, ενώ ο λήπτης δωρεάς επιστρέφει μόνο τον πλουτισμό εκτός αν γνώριζε τη ζημία των πιστωτών. Εάν το πτωχευτικό δικαστήριο κρίνει κακοπιστία, μπορεί να επιβάλει αποκατάσταση ζημίας.
  58. Άρθρο 50. Το Άρθρο 50 του ΦΕΚ 153 ορίζει ότι σε περίπτωση ανάκλησης παροχής που είχε εξοφλήσει απαίτηση, η απαίτηση επανέρχεται σε ισχύ, ενώ σε περίπτωση ανάκλησης αμφοτεροβαρούς πράξης, ο αντισυμβαλλόμενος έχει αξίωση στην αντιπαροχή ως ομαδικός πιστωτής, εφόσον αυτή διατηρεί την ταυτότητά της στην πτωχευτική περιουσία ή η τελευταία αυξήθηκε κατά την αξία της, αλλιώς ικανοποιείται ως πτωχευτικός πιστωτής.
  59. Άρθρο 52. Το Άρθρο 52 του Κεφαλαίου Τρίτου, με τίτλο "ΟΡΓΑΝΑ ΤΗΣ ΠΤΩΧΕΥΣΗΣ", ορίζει ότι τα όργανα της πτώχευσης είναι το πτωχευτικό δικαστήριο, ο εισηγητής, ο σύνδικος, η συνέλευση των πιστωτών και η επιτροπή πιστωτών.
  60. Άρθρο 53. Το Άρθρο 53 ορίζει ότι το πτωχευτικό δικαστήριο είναι το πολυμελές πρωτοδικείο που κήρυξε την πτώχευση, ασκώντας την ανώτατη εποπτεία στις εργασίες της πτώχευσης.

Πρόσφατες αναφορές

Σχετικοί νόμοι

Νομοθεσία του 2007

Επιστροφή στη λίστα νόμων