Νόμος 3160/2003 — Χρονολόγιο τροποποιήσεων

Ο Νόμος 3160/2003 του Ελληνικού Κοινοβουλίου τροποποιεί και συμπληρώνει τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Κ.Π.Δ.) σε πολλά άρθρα του. Οι κυριότερες αλλαγές αφορούν την αρμοδιότητα και τη διαδικασία της προκαταρκτικής εξέτασης και της προανάκρισης, τις προθεσμίες για την παροχή εξηγήσεων και τη διάρκεια των εξετάσεων, καθώς και τη δυνατότητα διενέργειας αυτών από δημόσιους υπαλλήλους υπό την εποπτεία του εισαγγελέα. Επίσης, ο νόμος ρυθμίζει θέματα σχετικά με την άσκηση ποινικής δίωξης, την απόρριψη εγκλήσεων, την ανώτατη διεύθυνση στην ανάκριση, την αρμοδιότητα δικαστηρίων για διάφορα εγκλήματα, την άμεση δίκη για εξύβριση ή δυσφήμηση δικαστικών λειτουργών, την απαλλαγή από την ποινή λόγω αποκατάστασης ζημίας, την παράταση προθεσμιών μεταγωγής κρατουμένων, καθώς και τη διαδικασία της προανάκρισης, της έφεσης, της αναίρεσης και της αναβολής δικών. Τέλος, ο νόμος περιλαμβάνει διατάξεις που αφορούν τη σύνθεση δικαστικών συμβουλίων, την επιστροφή εγγύησης, την απομάκρυνση διαταρασσόντων την τάξη κατηγορουμένων, την αποχή δικηγόρων και την εκπροσώπηση κατηγορουμένων από συνηγόρους.

Άρθρα

  1. Άρθρο 1. Το Άρθρο 1 αντικαθιστά τις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 30 του Κ.Π.Δ., ορίζοντας ότι ο Υπουργός Δικαιοσύνης έχει την αρμοδιότητα να αναθέτει στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης για οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη.
  2. Άρθρο 2. Το Άρθρο 2 του ΦΕΚ 2851 της 30ης Ιουνίου 2003 τροποποιεί το άρθρο 31 του Κ.Π.Δ., ορίζοντας ότι κατά την προκαταρκτική εξέταση, αν αποδίδεται σε πρόσωπο η τέλεση αξιόποινης πράξης, καλείται εντός 48 ωρών για εξηγήσεις, με δικαίωμα παράστασης συνηγόρου, άρνησης παροχής εξηγήσεων και λήψης προθεσμίας έως 48 ωρών για την παροχή τους, ενώ η προκαταρκτική εξέταση δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες, με δυνατότητα παράτασης έως τέσσερις επιπλέον μήνες υπό εξαιρετικές συνθήκες και με έγκριση του εισαγγελέα εφετών.
  3. Άρθρο 3. Το Άρθρο 3 του ΦΕΚ αντικαθιστά το Άρθρο 34 του Κ.Π.Δ., ορίζοντας ότι η προκαταρκτική εξέταση και η προανάκριση ορισμένων εγκλημάτων μπορούν να διενεργούνται και από δημόσιους υπαλλήλους, εφόσον προβλέπεται σε ειδικούς νόμους, πάντοτε υπό τη διεύθυνση και την εποπτεία του εισαγγελέα πλημμελειοδικών.
  4. Άρθρο 4. Το Άρθρο 4 αντικαθιστά το άρθρο 35 του Κ.Π.Δ., όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 6 παρ. 2 του Ν. 2854/2000, ορίζοντας ότι η ανώτατη διεύθυνση στην ανάκριση ανήκει στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος έχει επίσης το δικαίωμα να διενεργεί προκαταρκτική εξέταση προσωπικά ή μέσω αντεισαγγελέα.
  5. Άρθρο 5. Το Άρθρο 5 του ΦΕΚ αντικαθιστά το Άρθρο 43 του Κ.Π.Δ., ορίζοντας ότι ο εισαγγελέας, μετά τη λήψη μήνυσης ή αναφοράς, κινεί την ποινική δίωξη παραγγέλλοντας προανάκριση, ανάκριση ή εισάγοντας την υπόθεση με απευθείας κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, όπου προβλέπεται.
  6. Άρθρο 6. Το Άρθρο 6 του ΦΕΚ αντικαθιστά το Άρθρο 47 του Κ.Π.Δ., ορίζοντας ότι ο εισαγγελέας μπορεί να απορρίψει μια έγκληση με αιτιολογημένη διάταξη, εάν κρίνει ότι δεν στηρίζεται στο νόμο, είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης ή είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία της, και η διάταξη αυτή επιδίδεται στον εγκαλούντα.
  7. Άρθρο 6 π. Το Άρθρο 6 π, παράγραφος 3, ορίζει ότι ο Υπουργός Δικαιοσύνης μπορεί να ζητήσει από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την κατ' απόλυτη προτεραιότητα διενέργεια ανάκρισης και εισαγωγή στο ακροατήριο υποθέσεων εξαιρετικής φύσης. Το Άρθρο 2, παράγραφος 2, αντικαθιστά την παράγραφο 2 του άρθρου 31 του Κ.Π.Δ., ορίζοντας ότι η προκαταρκτική εξέταση ενεργείται σύμφωνα με τα άρθρα 240 και 241, και διευκρινίζει τη διαδικασία όταν αυτή γίνεται ύστερα από μήνυση ή έγκληση κατά ορισμένου προσώπου ή κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής.
  8. Άρθρο 8. Το Άρθρο 8 του ΦΕΚ αντικαθιστά τις παραγράφους Α΄ και Β΄ του άρθρου 114 του Κ.Π.Δ., ορίζοντας ποια πλημμελήματα, δασικά, αγροτικά, αγορανομικά και εγκλήματα συγκεκριμένων νόμων (όπως οι Ν. 5960/1933, 86/1967, 1337/1983, 2910/2001, 1882/1990, 2696/1999, 248/1914, Ν.Δ. 1244/1972) υπάγονται ή εξαιρούνται από συγκεκριμένες αρμοδιότητες δικαστηρίων, με εξαίρεση τις υποθέσεις για τις οποίες είχε επιδοθεί κλήση ή κλητήριο θέσπισμα μέχρι τη δημοσίευση του νόμου.
  9. Άρθρο 9. Το Άρθρο 9 του ΦΕΚ τροποποιεί την παράγραφο 1 του άρθρου 117 του Κ.Π.Δ., ορίζοντας ότι η εξύβριση ή δυσφήμηση μέλους του δικαστηρίου (άρθρα 361, 362, 363 Π.Κ.) που τελείται στο ακροατήριο κατά τη διάρκεια συνεδρίασης, δικάζεται αμέσως από το ίδιο δικαστήριο με άλλους δικαστές, ακόμη και αν ο υπαίτιος υπάγεται σε ιδιάζουσα ή εξαιρετική δωσιδικία.
  10. Άρθρο 10. Το Άρθρο 10 του Κ.Π.Δ. τροποποιεί το άρθρο 136, προσθέτοντας εδάφιο που ορίζει ότι δεν διατάσσεται παραπομπή για αυτόφωρα εγκλήματα κατά δικαστικών λειτουργών που στρέφονται κατά της τιμής και της σωματικής τους ακεραιότητας. Το Άρθρο 11 αντικαθιστά την παράγραφο 2 του άρθρου 243 του Κ.Π.Δ., υποχρεώνοντας τους ανακριτικούς υπαλλήλους να διενεργούν προανακριτικές πράξεις για αυτόφωρα κακουργήματα ή πλημμελήματα, ακόμη και χωρίς παραγγελία εισαγγελέα, ενώ η παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου τροποποιείται ώστε οι ανακριτικοί υπάλληλοι να καλούν μάρτυρες και κατηγορούμενους για εξέταση και απολογία αντίστοιχα.
  11. Άρθρο 11. Το Άρθρο 11 του ΦΕΚ τροποποιεί το άρθρο 243 του Κ.Π.Δ., προσθέτοντας παράγραφο 4 που ορίζει ότι η διάρκεια της προανάκρισης δεν μπορεί να υπερβεί τους έξι μήνες, με δυνατότητα παράτασης για τέσσερις μήνες με έγκριση του εισαγγελέα εφετών, εφόσον συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι.
  12. Άρθρο 11 τ. Το άρθρο 11 τ τροποποιεί το άρθρο 11 του Ν. 2993/2002, ορίζοντας τη σύνθεση των ομάδων βαθμολόγησης στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης για γραπτές δοκιμασίες σε ξένες γλώσσες, καθώς και την προσαύξηση της συνολικής βαθμολογίας των υποψηφίων συμβολαιογράφων με βάση τους βαθμούς τους στις ξένες γλώσσες (συντελεστής 0,10). Επίσης, τροποποιεί τον Κώδικα Συμβολαιογράφων (Ν. 2830/2000) σχετικά με τους ελέγχους συμμόρφωσης των συμβολαιογράφων από τα διοικητικά συμβούλια των Συμβολαιογραφικών Συλλόγων και την ίδρυση νέων Συμβολαιογραφικών Συλλόγων.
  13. Άρθρο 12. Το Άρθρο 12 του ΦΕΚ τροποποιεί το Άρθρο 245 του Κ.Π.Δ. σχετικά με τη διαδικασία της προανάκρισης, ορίζοντας ότι αυτή είναι συνοπτική και περαιώνεται με απευθείας κλήση του κατηγορουμένου, πρόταση του εισαγγελέα στο δικαστικό συμβούλιο για πλημμελήματα αρμοδιότητας τριμελούς πλημμελειοδικείου, ή με παραγγελία του εισαγγελέα στον ανακριτή για κακουργήματα. Επίσης, προβλέπεται η δυνατότητα διακοπής της προανάκρισης και η εισαγωγή υποθέσεων στο δικαστικό συμβούλιο μόνο για ορισμένους κατηγορούμενους, καθώς και ειδικές διατάξεις για πλημμελήματα αρμοδιότητας μονομελούς πλημμελειοδικείου.
  14. Άρθρο 13. Το Άρθρο 13 του ΦΕΚ αντικαθιστά τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 246 του Κ.Π.Δ., ορίζοντας ότι ο εισαγγελέας μπορεί να δώσει παραγγελία στον ανακριτή σε οποιοδήποτε στάδιο της προανάκρισης και αμέσως μετά την άσκηση ποινικής δίωξης, ειδικότερα σε κακουργήματα και σε πλημμελήματα όπου κρίνεται σκόπιμη η επιβολή περιοριστικών όρων στον κατηγορούμενο.
  15. Άρθρο 14 π. Το Άρθρο 14 π του ΦΕΚ τροποποιεί το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2721/1999, ορίζοντας ότι ο υπαίτιος συγκεκριμένων αδικημάτων απαλλάσσεται από την ποινή αν αποκαταστήσει πλήρως τη ζημία μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επίσης, παρατείνει προθεσμίες μεταγωγής κρατουμένων από την Ελληνική Αστυνομία μέχρι 31.12.2003, με δυνατότητα περαιτέρω παράτασης έως 30.06.2004, με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης. Τέλος, προσθέτει εδάφιο στο άρθρο 5 του Ν. 2408/1996, σχετικά με την υποβολή γνωμοδότησης καταλληλότητας και πρότασης από εταιρεία στο ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. για την απόκτηση γηπέδων.
  16. Άρθρο 15. Το Άρθρο 15 του ΦΕΚ τροποποιεί το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 279 του Κ.Π.Δ., ορίζοντας ότι σε περίπτωση κακουργήματος ή σύλληψης με ένταλμα ανακριτή, ο εισαγγελέας παραπέμπει τον συλληφθέντα στον ανακριτή, ενώ για πλημμέλημα ακολουθούνται οι διαδικασίες των άρθρων 43, 47, 246 παρ. 3 και 417 κ.ε..
  17. Άρθρο 16. Το Άρθρο 16 του Κ.Π.Δ. καταργεί τα τελευταία εδάφια των παραγράφων 2 περ. β' και 5 του άρθρου 287. Το Άρθρο 17 τροποποιεί το άρθρο 291 του Κ.Π.Δ., ορίζοντας ότι το δικαστήριο που αποφασίζει αναβολή κρίνει και για την παράταση ή μη της προσωρινής κράτησης, εάν εντός τριάντα ημερών από την αναβολή συμπληρώνεται το ανώτατο όριο κράτησης και ο κατηγορούμενος είναι παρών.
  18. Άρθρο 17. Το Άρθρο 17 του ΦΕΚ τροποποιεί την παράγραφο 2 του άρθρου 291 του Κ.Π.Δ., ορίζοντας ότι αρμόδιο συμβούλιο για την απόφαση σχετικά με την προσωρινή κράτηση είναι το συμβούλιο εφετών, ακόμη και αν έχει ήδη αποφανθεί το συμβούλιο πλημμελειοδικών, εκτός εάν η υπόθεση εκκρεμεί στο πλημμελειοδικείο.
  19. Άρθρο 18. Το Άρθρο 18 αντικαθιστά την παράγραφο 1 του άρθρου 303 του Κ.Π.Δ., ορίζοντας ότι η εγγύηση επιστρέφεται σε περίπτωση αθώωσης ή παύσης της ποινικής δίωξης, με την απόδοση να διατάσσεται από το δικαστήριο ή το συμβούλιο πλημμελειοδικών.
  20. Άρθρο 19. Το Άρθρο 19 του ΦΕΚ αντικαθιστά την περίπτωση ε΄ του άρθρου 307 του Κ.Π.Δ., ορίζοντας ότι η προσφυγή του κατηγορουμένου κατά του εντάλματος προσωρινής κράτησης ή η προσφυγή του κατηγορουμένου ή του εισαγγελέα κατά της διάταξης του ανακριτή για αντικατάσταση της προσωρινής κράτησης με περιοριστικούς όρους, εμπίπτει πλέον σε συγκεκριμένη κατηγορία.
  21. Άρθρο 20. Το Άρθρο 20 του Κ.Π.Δ. τροποποιεί το Άρθρο 308, ορίζοντας ότι το τέλος της κύριας ανάκρισης κηρύσσεται από το συμβούλιο πλημμελειοδικών, καθορίζει προθεσμία δέκα ημερών για την εισαγωγή της δικογραφίας στο συμβούλιο, καταργεί τις παραγράφους 3, 4 και 5 του Άρθρου 308, και αναριθμεί τις παραγράφους 6 και 7 σε 3 και 4 αντίστοιχα, με νέες διατάξεις σχετικά με τη γνωστοποίηση ολοκλήρωσης της ανάκρισης στους διαδίκους και την εφαρμογή διατάξεων του Άρθρου 245 σε περιπτώσεις μη ταυτοποίησης δράστη.
  22. Άρθρο 20 τ. Το Άρθρο 20 τ του ΦΕΚ ορίζει ότι τα κακουργήματα του άρθρου 1 του Ν. 1960/1991 (ΦΕΚ 123 Α΄) δικάζονται από τα τριμελή εφετεία κακουργημάτων, και οι εκκρεμείς υποθέσεις που δεν έχουν εκδοθεί σε πρώτο βαθμό κατά τη δημοσίευση του νόμου, αποσύρονται από τον αρμόδιο εισαγγελέα και εισάγονται στο τριμελές εφετείο κακουργημάτων.
  23. Άρθρο 21. Το Άρθρο 21 του Κ.Π.Δ. τροποποιεί την παράγραφο 2 του άρθρου 310, επιτρέποντας έφεση κατά της διάταξης βουλεύματος για απόδοση ή δήμευση, ενώ το Άρθρο 22 αντικαθιστά το άρθρο 316 του Κ.Π.Δ., ορίζοντας ότι στη σύνθεση του συμβουλίου εφετών συμμετέχει εφέτης ανηλίκων όταν ο κατηγορούμενος είναι ανήλικος και εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 306, 309 κ.ε. για το συμβούλιο πλημμελειοδικών.
  24. Άρθρο 21 π. Το Άρθρο 21 π, παράγραφος 22, τροποποιεί το άρθρο 44 του Κ.Ν. 1756/1988, επεκτείνοντας την ισχύ των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του Ν. 1483/1984, όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 25 του Ν. 2639/1998, και στους δικαστικούς λειτουργούς.
  25. Άρθρο 23. Το Άρθρο 23 αντικαθιστά την παράγραφο 1 του άρθρου 317 του Κ.Π.Δ., ορίζοντας ότι το συμβούλιο εφετών αποφασίζει για εφέσεις κατά βουλευμάτων του συμβουλίου πλημμελειοδικών (σύμφωνα με το άρθρο 481) και για προτάσεις του εισαγγελέα εφετών περί αναθεώρησης κατηγορίας (σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 23 και την παράγραφο 3 του άρθρου 322).
  26. Άρθρο 24. Το Άρθρο 24 του ΦΕΚ 165 αντικαθιστά τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 340 του Κ.Π.Δ., επιτρέποντας την εκπροσώπηση του κατηγορουμένου από συνήγορο σε πταίσματα και πλημμελήματα, και ορίζοντας ότι ο κατηγορούμενος δικάζεται σαν να ήταν παρών αν δεν εμφανιστεί ή δεν εκπροσωπείται νομίμως, εφόσον έχει κλητευθεί.
  27. Άρθρο 26. Το Άρθρο 26 του Κ.Π.Δ. τροποποιεί την παράγραφο 1 του άρθρου 344, επιτρέποντας στον συνήγορο του κατηγορουμένου να παραστεί αντί αυτού, ενώ το δικαστήριο μπορεί να διατάξει αναβολή ή διακοπή της δίκης για οκτώ ημέρες, και καταργεί το άρθρο 345 του Κ.Π.Δ.
  28. Άρθρο 27. Το Άρθρο 27 αντικαθιστά την παράγραφο 1 του άρθρου 347 του Κ.Π.Δ., επιτρέποντας στο δικαστήριο να διατάξει την προσωρινή ή οριστική απομάκρυνση κατηγορουμένου που διαταράσσει την τάξη, ενώ ο συνήγορός του μπορεί να παραστεί για εκείνον, και μπορεί να διαταχθεί και η κράτηση του κατηγορουμένου.
  29. Άρθρο 29. Το Άρθρο 29 αντικαθιστά την παράγραφο 1 του άρθρου 349 του Κ.Π.Δ., ορίζοντας ότι το δικαστήριο μπορεί να διατάξει αναβολή ή διακοπή δίκης για σημαντικά αίτια, με συγκεκριμένους περιορισμούς στον αριθμό και τη διάρκεια των αναβολών, ενώ η παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου αντικαθίσταται, καθορίζοντας την αποχή των δικηγόρων ως σημαντικό αίτιο για αναβολή ποινικών δικών.
  30. Άρθρο 30. Το Άρθρο 30 του ΦΕΚ τροποποιεί την παράγραφο 2 του άρθρου 352 του Κ.Π.Δ., ορίζοντας ότι σε περίπτωση μη εμφάνισης μαρτύρων ή πραγματογνωμόνων, το δικαστήριο μπορεί να αναβάλει τη συζήτηση για εξήντα ημέρες, συντέμνοντας τις προθεσμίες εμφάνισης στο μισό, ενώ καταργεί τις παραγράφους 3 και 5 του ίδιου άρθρου και αναριθμεί την παράγραφο 4 σε 3. Το Άρθρο 31 αντικαθιστά την παράγραφο 4 του άρθρου 353 του Κ.Π.Δ., επιτρέποντας τη διακοπή της συνεδρίασης για έως δεκαπέντε ημέρες για την εμφάνιση ή προσαγωγή μαρτύρων.
  31. Άρθρο 30 τ. Το άρθρο 30 τ αναφέρεται σε τροποποιήσεις του Ν. 4507/1966, του Κώδικα Συμβολαιογράφων (Ν. 2830/2000), του Ν. 2993/2002, και του Κώδικα Δικαστικών Επιμελητών (Ν. 2318/1995), ρυθμίζοντας θέματα όπως η κατάργηση παραγράφων, η αντικατάσταση στοιχείων, η παραμονή υπεράριθμων συμβολαιογράφων, η συμμετοχή υπαλλήλων σε υπηρεσιακά συμβούλια, και οι προϋποθέσεις συμμετοχής και απόσπασης δικαστικών επιμελητών.
  32. Άρθρο 31 γ. Το Άρθρο 31 γ του ΦΕΚ ορίζει ότι ο εισαγγελέας εφετών μπορεί να διενεργήσει προκαταρκτική εξέταση για κάθε έγκλημα στην περιφέρειά του, εφόσον δεν έχει ήδη διαταχθεί από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, και στη συνέχεια είτε αρχειοθετεί την υπόθεση είτε παραγγέλλει την άσκηση ποινικής δίωξης. Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου έχει παρόμοιο δικαίωμα, με τη δυνατότητα να διατάσσει την ανάκριση και την εισαγωγή υποθέσεων εξαιρετικής φύσης στο ακροατήριο κατά απόλυτη προτεραιότητα.
  33. Άρθρο 32. Το Άρθρο 32 του ΦΕΚ αντικαθιστά την παράγραφο 2 του άρθρου 375 του Κ.Π.Δ., επιτρέποντας στο εφετείο, κατά τη δίκη πλημμελημάτων, να διατάξει διακοπή συνεδρίασης έως δεκαπέντε ημέρες, εντός τριάντα ημερών, για ανυπέρβλητο κώλυμα δικαστών ή διαδίκων, ή για την προσαγωγή μαρτύρων με τη βία.
  34. Άρθρο 33. Το Άρθρο 33 τροποποιεί το άρθρο 273 του Κ.Π.Δ. σχετικά με τη δήλωση διεύθυνσης κατοικίας ή διαμονής του κατηγορουμένου, ορίζοντας ότι σε περίπτωση ανύπαρκτης, ελλιπούς δήλωσης ή άρνησης δήλωσης, οι επιδόσεις γίνονται στον γραμματέα της εισαγγελίας ή στον εισαγγελέα του δικαστηρίου όπου εκκρεμεί η υπόθεση, εκτός αν έχει οριστεί αντίκλητος. Επίσης, αναφέρεται η υποχρέωση των ανακριτικών υπαλλήλων και αστυνομικών οργάνων, καθώς και το δικαίωμα των πολιτών, να συλλάβουν δράστες αυτόφωρων κακουργημάτων και πλημμελημάτων και να τους προσάγουν στον εισαγγελέα.
  35. Άρθρο 35. Το Άρθρο 35 του Κ.Π.Δ. αντικαθιστά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 430, επιτρέποντας στον κατηγορούμενο που δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο να ζητήσει ακύρωση καταδικαστικής απόφασης εάν κατά την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος δεν πληρούνταν οι όροι του άρθρου 428, εφόσον δεν έχει ασκήσει ένδικο μέσο και δηλώνει τον τόπο διαμονής του κατά τον χρόνο επίδοσης.
  36. Άρθρο 36. Το Άρθρο 36 του Κ.Π.Δ. τροποποιεί τον τίτλο και την παράγραφο 1 του άρθρου 435, ορίζοντας ότι αν αρθεί η προσωρινή κράτηση κατηγορουμένου για κακούργημα και αυτός δεν εμφανιστεί στο δικαστήριο, ανακαλείται η άρση/αντικατάσταση και αναστέλλεται η διαδικασία, ενώ καταργείται η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου. Το Άρθρο 37 αντικαθιστά την παράγραφο 2 του άρθρου 471 του Κ.Π.Δ., ορίζοντας ότι η αναίρεση δεν αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης, εκτός αν το δικαστήριο διατάξει αναστολή λόγω υπέρμετρης βλάβης για τον κατηγορούμενο, με περιορισμούς για δεύτερη αίτηση αναστολής.
  37. Άρθρο 37. Το Άρθρο 37 τροποποιεί το άρθρο 473 του Κ.Π.Δ., ορίζοντας ότι για τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών η προθεσμία άσκησης ενδίκων μέσων κατά βουλευμάτων αρχίζει από την πραγματική κοινοποίησή τους. Το Άρθρο 38 αντικαθιστά την παράγραφο 2 του άρθρου 476 του Κ.Π.Δ., επιτρέποντας μόνο αναίρεση κατά της απόφασης που απορρίπτει ένδικο μέσο ως απαράδεκτο.
  38. Άρθρο 39. Το Άρθρο 39 του Κ.Π.Δ. αντικαθιστά το άρθρο 478, ορίζοντας ότι η έφεση επιτρέπεται στον κατηγορούμενο μόνο κατά του βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών που τον παραπέμπει για κακούργημα, και επεκτείνεται σε συναφή εγκλήματα, ενώ είναι απαράδεκτη αν ο κατηγορούμενος δεν προσκομίσει βεβαίωση κράτησης από τον διευθυντή της φυλακής.
  39. Άρθρο 40. Το Άρθρο 40 του Κ.Π.Δ. τροποποιεί την παράγραφο 1 του άρθρου 479, ορίζοντας ότι ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών μπορεί να προσβάλει με έφεση βουλεύματα του συμβουλίου πλημμελειοδικών σε περιπτώσεις κακουργημάτων, ενώ το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 αντικαθίσταται, επιτρέποντας στον εισαγγελέα εφετών να προσβάλει οποιοδήποτε βούλευμα του συμβουλίου πλημμελειοδικών εντός μηνός από την έκδοσή του.
  40. Άρθρο 41. Το Άρθρο 41 τροποποιεί την παράγραφο 3 του άρθρου 483 του Κ.Π.Δ., ορίζοντας ότι ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, ενώ μετά την προθεσμία αυτή μπορεί να ασκήσει αναίρεση υπέρ του νόμου για παραβάσεις της προδικασίας, χωρίς να θίγονται τα δικαιώματα των διαδίκων.
  41. Άρθρο 42. Το Άρθρο 42 του ΦΕΚ καταργεί την περίπτωση δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 484 του Κ.Π.Δ. και την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, ενώ αναριθμεί την παράγραφο 3 σε παράγραφο 2, ορίζοντας ότι ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τους λόγους αναίρεσης εφόσον η αίτηση είναι εμπρόθεσμη και νομότυπη.
  42. Άρθρο 43. Το Άρθρο 43 του ΦΕΚ ορίζει ότι ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών κινεί ποινική δίωξη για κακουργήματα ή πλημμελήματα αρμοδιότητας του τριμελούς πλημμελειοδικείου μόνο εφόσον υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις μετά από προκαταρκτική εξέταση, προανακριτικές πράξεις (άρθρο 243 παρ. 2) ή ένορκη διοικητική εξέταση, ενώ αρχειοθετεί τη μήνυση ή αναφορά αν είναι αβάσιμη ή ανεπίδεκτη εκτίμησης, επιβάλλοντας δικαστικά έξοδα στον μηνυτή/εγκαλούντα αν η μήνυση/έγκληση ήταν ψευδής και από δόλο, με το ποσό των εξόδων να ισούται με αυτό που επιβάλλεται στον καταδικασθέντα από μονομελές πλημμελειοδικείο.
  43. Άρθρο 44. Το Άρθρο 44 αντικαθιστά το άρθρο 488 του Κ.Π.Δ., επιτρέποντας στον πολιτικώς ενάγοντα να ασκήσει έφεση κατά καταδικαστικής απόφασης, εφόσον η αγωγή του απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή η χρηματική ικανοποίηση/αποζημίωση που του επιδικάστηκε είναι χαμηλότερη από τα όρια των 100€ (πταισματοδικείο), 250€ (μονομελές πλημμελειοδικείο/δικαστήριο ανηλίκων) ή 500€ (τριμελές πλημμελειοδικείο/δικαστήριο ανηλίκων).
  44. Άρθρο 44 τ. Το Άρθρο 44 τ αυξάνει τον αριθμό των οργανικών θέσεων δικαστικών λειτουργών στα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια, στο Συμβούλιο της Επικρατείας, στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και στο Ελεγκτικό Συνέδριο από την 1η Ιουλίου 2003, με συγκεκριμένες αυξήσεις και νέα σύνολα θέσεων για κάθε βαθμίδα δικαστικής λειτουργίας. Επίσης, ρυθμίζει την προσωρινή ανάθεση καθηκόντων αντεπιτρόπου στο Ελεγκτικό Συνέδριο και την υποχρεωτική χρήση τήβεννου στις δημόσιες συνεδριάσεις του, ενώ αντικαθιστά την παράγραφο 2 του άρθρου 51 του Οργανισμού του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με την εκπρόθεσμη κατάθεση αποδεικτικού κοινοποίησης.
  45. Άρθρο 45. Το Άρθρο 45 αντικαθιστά την παράγραφο 1 του άρθρου 489 του Κ.Π.Δ., ορίζοντας ότι τόσο ο καταδικασθείς όσο και ο εισαγγελέας ή δημόσιος κατήγορος μπορούν να ασκήσουν έφεση κατά αποφάσεων πταισματοδικείου και ειρηνοδικείου εάν η καταδίκη αφορά κράτηση άνω των οκτώ ημερών, πρόστιμο άνω των 400 ευρώ, ή αποζημίωση/χρηματική ικανοποίηση προς πολιτικώς ενάγοντα άνω των 100 ευρώ συνολικά.
  46. Άρθρο 46. Το Άρθρο 46 του ΦΕΚ καταργεί τα άρθρα 494, 495 και 496 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Κ.Π.Δ.). Το Άρθρο 47 τροποποιεί την παράγραφο 7 του άρθρου 497 του Κ.Π.Δ., ορίζοντας ότι νέα αίτηση δεν μπορεί να υποβληθεί πριν περάσει ένας μήνας από την απόρριψη προηγούμενης.
  47. Άρθρο 47. Το Άρθρο 47 του ΦΕΚ τροποποιεί το άρθρο 586 του Κ.Π.Δ., ορίζοντας ότι η πράξη αρχειοθέτησης που επιβάλλει έξοδα, μαζί με την επικύρωσή της από τον εισαγγελέα εφετών, επιδίδεται στον μηνυτή ή εγκαλούντα, ο οποίος έχει προθεσμία πέντε ημερών από την επίδοση για να προσφύγει στο συμβούλιο πλημμελειοδικών.
  48. Άρθρο 48. Το Άρθρο 48 του ΦΕΚ τροποποιεί το άρθρο 501 του Κ.Π.Δ. σχετικά με την απόρριψη εφέσεων λόγω μη εμφάνισης του εκκαλούντος ή του συνηγόρου του, καταργώντας την παράγραφο 3 και αναριθμώντας την παράγραφο 4 σε 3.
  49. Άρθρο 49. Το Άρθρο 49 του ΦΕΚ τροποποιεί το άρθρο 502 του Κ.Π.Δ., ορίζοντας ότι η συζήτηση της έφεσης ξεκινά με την εμφάνιση του εκκαλούντος ή του συνηγόρου του, και αναπτύσσει συνοπτικά την έφεση ο εισαγγελέας, ενώ κατά τα λοιπά εφαρμόζονται συγκεκριμένα άρθρα του Κ.Π.Δ. (329-338, 340, 344, 347, 348, 349, 352, 357-363, 366-373).
  50. Άρθρο 50. Το Άρθρο 50 τροποποιεί το άρθρο 504 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. ορίζοντας ότι η αναίρεση κατά αποφάσεων πταισματοδικείου επιτρέπεται μόνο για τους λόγους των στοιχείων Α΄, Γ΄, Ε΄, ΣΤ΄ και Η΄ της παρ. 1 του άρθρου 510 του Κ.Π.Δ., και αντικαθιστά την παράγραφο 3 του άρθρου 505 του Κ.Π.Δ. σχετικά με την υποβολή εγγράφων στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά την αίτηση αναίρεσης.
  51. Άρθρο 52. Το Άρθρο 52 του Κ.Π.Δ. τροποποιεί το Άρθρο 555, απαλείφοντας τις παραγράφους 1 και 3, και θέτοντας την παράγραφο 2 ως το μοναδικό κείμενο του άρθρου, το οποίο προβλέπει αναβολή εκτέλεσης στερητικής της ελευθερίας ποινής και εγκλεισμό σε δημόσιο ψυχιατρείο αν ο καταδικασμένος προσβληθεί από ψυχοπάθεια μετά την καταδίκη του. Επίσης, αντικαθίσταται η περίπτωση β' του Άρθρου 559 και το πρώτο εδάφιο του Άρθρου 561 του Κ.Π.Δ.
  52. Άρθρο 53. Το Άρθρο 53 αντικαθιστά την παράγραφο 3 του άρθρου 572 του Κ.Π.Δ., ορίζοντας ότι στις φυλακές Πειραιώς (Κορυδαλλού), Θεσσαλονίκης (Διαβατών), Πατρών (Αγίου Στεφάνου) και Λάρισας, αρμοδιότητες ασκεί αντεισαγγελέας εφετών, επικουρούμενος από εισαγγελέα πλημμελειοδικών, οι οποίοι ορίζονται ετησίως από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο με δυνατότητα παράτασης της θητείας τους για ένα ακόμη έτος.
  53. Άρθρο 54. Το Άρθρο 54 καταργεί την παράγραφο 3 του άρθρου 575 του Κ.Π.Δ. (που προστέθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 2408/1996, ΦΕΚ 104 Α΄) και προσθέτει εδάφιο στο άρθρο 595 του Κ.Π.Δ., ορίζοντας ότι ειδικοί νόμοι που ρυθμίζουν διαφορετικά την περάτωση της ανάκρισης, την παραπομπή στο ακροατήριο ή τα ένδικα μέσα, δεν θίγονται.
  54. Άρθρο 55. Το Άρθρο 55 αντικαθιστά το άρθρο 583 του Κ.Π.Δ., ορίζοντας ότι σε περίπτωση απόρριψης εξ ολοκλήρου της έφεσης, αίτησης αναίρεσης, επανάληψης διαδικασίας ή ακύρωσης απόφασης/διαδικασίας, τα έξοδα επιβάλλονται σε καθέναν από τους ασκήσαντες το ένδικο μέσο ή την αίτηση.
  55. Άρθρο 57. Το Άρθρο 57 τροποποιεί το Άρθρο 21 του Ν. 1729/1987, προσθέτοντας διάταξη που επιτρέπει σε περίπτωση πλημμεληματικού χαρακτήρα πράξεων, την αιτιολογημένη απόφαση και παραγγελία προς τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών για εισαγωγή της υπόθεσης στο συμβούλιο πλημμελειοδικών.
  56. Άρθρο 58. Το Άρθρο 58 αντικαθιστά το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 26 του Κ.Ν. 1756/1988, ορίζοντας ότι στα πρωτοδικεία Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιώς, οι ανακριτές πρέπει να είναι πρωτοδίκες με τουλάχιστον πενταετή υπηρεσία, συμπεριλαμβανομένης της υπηρεσίας ως πάρεδροι πρωτοδίκες, και σε περίπτωση ανεπάρκειας, ορίζονται οι αρχαιότεροι κατά το διορισμό.
  57. Άρθρο 59. Το Άρθρο 59 τροποποιεί τον Κώδικα Συμβολαιογράφων (Ν. 2830/2000), επιτρέποντας σε τρίτους με έννομο συμφέρον να λαμβάνουν έγγραφα κατόπιν παραγγελίας εισαγγελέα πρωτοδικών (παρ. 1), και αναφέρεται σε αντικατάσταση του πρώτου εδαφίου του στοιχείου γ' της παραγράφου 4 του άρθρου 25 (παρ. 2).
  58. Άρθρο 60. Το Άρθρο 60 αυξάνει το ειδικό επίδομα Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας σε 800 ευρώ και την πάγια μηνιαία αποζημίωση σε 500 ευρώ για τους ιατροδικαστές, ενώ χορηγεί επίδομα ειδικών συνθηκών 240 ευρώ μηνιαίως στους υπαλλήλους ΠΕ Παθολογοανατόμων και ΥΕ Νεκροτόμων. Επίσης, συστήνει δύο θέσεις στο Πρωτοδικείο Αθηνών και παρατείνει την προθεσμία διάθεσης βαθμοφόρων της Ελληνικής Αστυνομίας για την ενίσχυση της Υπηρεσίας Εξωτερικής Φρούρησης Καταστημάτων Κράτησης μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2003, με δυνατότητα περαιτέρω παράτασης έως 30 Ιουνίου 2004.
  59. Άρθρο 61. Το Άρθρο 61 του νόμου ορίζει ότι η ισχύς του νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, με ημερομηνία έκδοσης την 24η Ιουνίου 2003, υπογεγραμμένο από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο και τους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών Κων. Σκανδαλίδη, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης Ν. Χριστοδουλάκη, Δημόσιας Τάξης Μ. Χρυσοχοΐδη και Δικαιοσύνης Φ. Πετσαλνίκου.
  60. Άρθρο 97 τ. Το άρθρο 97 τ του ΦΕΚ, που αντικαθιστά το άρθρο 100 του Ν. 2830/2000, ορίζει ότι οι πόροι κάθε Συμβολαιογραφικού Συλλόγου περιλαμβάνουν την ετήσια συνδρομή των μελών του, η οποία καθορίζεται από το διοικητικό συμβούλιο.

Πρόσφατες αναφορές

Σχετικοί νόμοι

Νομοθεσία του 2003

Επιστροφή στη λίστα νόμων