Νόμος 3025/2002 — Χρονολόγιο τροποποιήσεων
Ο Νόμος 3025/2002 κυρώνει τη Σύμβαση για το Καταστατικό των Ευρωπαϊκών Σχολείων, η οποία θεσπίζει το πλαίσιο λειτουργίας τους, την αποστολή τους για την κοινή εκπαίδευση παιδιών του προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθώς και τη διαδικασία δημιουργίας νέων σχολείων. Ρυθμίζει τη διδασκαλία, την εκπαιδευτική οργάνωση, την αναγνώριση τίτλων σπουδών, τη σύνθεση και τις αρμοδιότητες των οργάνων διοίκησης όπως το Ανώτατο Συμβούλιο και το Διοικητικό Συμβούλιο, καθώς και τη χρηματοδότηση των σχολείων. Η Σύμβαση αφορά τα κράτη μέλη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το προσωπικό των σχολείων, τους γονείς και τους μαθητές, και καθορίζει τη διαδικασία καταγγελίας και προσχώρησης σε αυτήν, ενώ αντικαθιστά προηγούμενα καταστατικά.
Άρθρα
- Άρθρο 1. Το Άρθρο 1 της Σύμβασης καθορίζει το Καταστατικό των Ευρωπαϊκών Σχολείων, αποστολή των οποίων είναι η κοινή εκπαίδευση των παιδιών του προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με δυνατότητα φοίτησης και άλλων παιδιών υπό όρους που θέτει το Ανώτατο Συμβούλιο. Το Άρθρο 2 αναφέρει ότι η δημιουργία νέων Σχολείων αποφασίζεται με ομοφωνία από το Ανώτατο Συμβούλιο, και τα Σχολεία απολαμβάνουν αυτονομίας στη διαχείριση πιστώσεων και μπορούν να παρίστανται ενώπιον δικαστηρίου.
- Άρθρο 2. Το Άρθρο 2 του εγγράφου καθορίζει τη διαδικασία δημιουργίας νέων Σχολείων, η οποία απαιτεί ομοφωνία του Ανώτατου Συμβουλίου και συμφωνία με το κράτος μέλος υποδοχής για τη δωρεάν διάθεση και συντήρηση εγκαταστάσεων. Επιπλέον, αναφέρεται η δυνατότητα συμμετοχής οργανισμών δημοσίου δικαίου στο Ανώτατο Συμβούλιο και στο Διοικητικό Συμβούλιο, εφόσον η οικονομική τους συμμετοχή καλύπτει τον κύριο όγκο του προϋπολογισμού του Σχολείου.
- Άρθρο 3. Το Άρθρο 3 ορίζει ότι η διδασκαλία στα Σχολεία καλύπτει τη φοίτηση μέχρι την ολοκλήρωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, περιλαμβάνοντας δυνατότητα για νηπιαγωγείο, πενταετή πρωτοβάθμια και επταετή δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ενώ οι ανάγκες τεχνικής εκπαίδευσης καλύπτονται σε συνεργασία με τη χώρα υποδοχής. Επιπλέον, αναφέρει ότι η διδασκαλία παρέχεται από εκπαιδευτικούς που αποσπώνται ή τοποθετούνται από τα κράτη μέλη, βάσει αποφάσεων του Ανώτατου Συμβουλίου.
- Άρθρο 4. Το Άρθρο 4 του εγγράφου καθορίζει τις αρχές της εκπαιδευτικής οργάνωσης του Σχολείου, οι οποίες περιλαμβάνουν τη διδασκαλία σε καθορισμένες γλώσσες (Παράρτημα II), τη δυνατότητα κοινής διδασκαλίας μαθημάτων για την ενότητα και την αμοιβαία κατανόηση, την έμφαση στην εκμάθηση σύγχρονων γλωσσών, την προβολή της ευρωπαϊκής διάστασης στα προγράμματα σπουδών, και τον σεβασμό της συνείδησης και των πεποιθήσεων. Το Ανώτατο Συμβούλιο έχει την αρμοδιότητα να προσαρμόζει το Παράρτημα II και να αποφασίζει για τη διδασκαλία κοινών μαθημάτων σε οποιαδήποτε κοινοτική γλώσσα.
- Άρθρο 5. Το Άρθρο 5 ορίζει ότι τα έτη σπουδών, τα ενδεικτικά και τα πιστοποιητικά του Σχολείου αναγνωρίζονται στα κράτη μέλη βάσει πίνακα ισοτιμιών που καταρτίζεται από το Ανώτατο Συμβούλιο, το οποίο επίσης καθορίζει το είδος, τους κανόνες και τις εξεταστικές επιτροπές για τις εξετάσεις που επισφραγίζουν τις σπουδές.
- Άρθρο 7. Το Άρθρο 8 ορίζει τη σύνθεση του Ανώτατου Συμβουλίου, το οποίο αποτελείται από υπουργικούς αντιπροσώπους των κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (με μία ψήφο ανά κράτος), ένα μέλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και έναν αντιπρόσωπο της Επιτροπής Προσωπικού. Επιπλέον, το Άρθρο 7, στο οποίο γίνεται αναφορά, περιγράφει τη σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου, το οποίο περιλαμβάνει οκτώ μέλη: τον Γενικό Γραμματέα (Πρόεδρο), τον Διευθυντή του Σχολείου, έναν αντιπρόσωπο της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, δύο μέλη εκπαιδευτικού προσωπικού (έναν για τη δευτεροβάθμια και έναν για την πρωτοβάθμια εκπαίδευση και νηπιαγωγείο), και δύο μέλη που αντιπροσωπεύουν τον Σύλλογο Γονέων.
- Άρθρο 8. Το Άρθρο 8 ορίζει ότι η διδασκαλία στα Σχολεία καλύπτει τη φοίτηση μέχρι την ολοκλήρωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, περιλαμβάνοντας νηπιαγωγείο, πενταετή πρωτοβάθμια και επταετή δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ενώ οι ανάγκες τεχνικής εκπαίδευσης καλύπτονται σε συνεργασία με το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας υποδοχής. Η διδασκαλία παρέχεται από εκπαιδευτικούς που αποσπώνται ή τοποθετούνται από τα κράτη μέλη, κατόπιν αποφάσεων του Ανώτατου Συμβουλίου.
- Άρθρο 8 π. Το Άρθρο 8 π ορίζει ότι η ψήφος του αντιπροσώπου των γονέων μαθητών, σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 1 σημείο δ), περιορίζεται σε εκπαιδευτικά θέματα βάσει του άρθρου 11, εξαιρουμένων αποφάσεων για αναπροσαρμογές της συμφωνίας του Ευρωπαϊκού Απολυτηρίου και αποφάσεων με οικονομικές/δημοσιονομικές επιπτώσεις. Το Άρθρο 10 αναθέτει στο Ανώτατο Συμβούλιο την εποπτεία της εφαρμογής της Σύμβασης, με εξουσίες λήψης αποφάσεων σε εκπαιδευτικά, διοικητικά και προϋπολογιστικά θέματα, καθώς και τη διαπραγμάτευση συμφωνιών.
- Άρθρο 8π. Το Άρθρο 8π, παράγραφος 1, σημείο α), του Άρθρου 10, ορίζει ότι το Ανώτατο Συμβούλιο έχει την εποπτεία της εφαρμογής της Σύμβασης, με εξουσίες λήψης αποφάσεων σε εκπαιδευτικά, διοικητικά και προϋπολογιστικά θέματα, καθώς και διαπραγμάτευσης συμφωνιών των άρθρων 28-30, και μπορεί να συστήσει επιτροπές για την προετοιμασία των αποφάσεών του.
- Άρθρο 9. Το Άρθρο 9 ορίζει ότι οι αποφάσεις του Ανώτατου Συμβουλίου λαμβάνονται με πλειοψηφία δύο τρίτων, εκτός από περιπτώσεις που απαιτείται ομοφωνία ή ευνοϊκή ψήφος του αντιπροσώπου κράτους μέλους για θέματα που επηρεάζουν τα ειδικά του συμφέροντα (π.χ. επέκταση εγκαταστάσεων ή κλείσιμο Σχολείου), ή ευνοϊκή ψήφος μέλους της Επιτροπής για το κλείσιμο Σχολείου. Επίσης, προβλέπει τη διαδικασία τροποποίησης της Σύμβασης, η οποία περιλαμβάνει την κοινοποίηση αίτησης στην κυβέρνηση του Λουξεμβούργου και τη σύγκληση διακυβερνητικής διάσκεψης.
- Άρθρο 10. Το Άρθρο 10 του εγγράφου ορίζει ότι το Ανώτατο Συμβούλιο θεσπίζει τον γενικό κανονισμό των Σχολείων και καταρτίζει ετήσια έκθεση για τη λειτουργία τους, την οποία διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, με βάση σχέδιο του Γενικού Γραμματέα. Επιπλέον, το Άρθρο 21 αναφέρει ότι ο Διευθυντής του Σχολείου ασκεί τα καθήκοντά του σύμφωνα με τον γενικό κανονισμό του Άρθρου 10 και διοικεί το προσωπικό του Σχολείου βάσει των διαδικασιών που ορίζονται στο ίδιο άρθρο.
- Άρθρο 11. Το Άρθρο 11 του ΦΕΚ ορίζει ότι το Ανώτατο Συμβούλιο, μετά από γνώμη του Συμβουλίου Επιθεωρητών, καθορίζει τις γενικές κατευθύνσεις και την οργάνωση των σπουδών, συμπεριλαμβανομένων των προγραμμάτων, των ωραρίων, των μεθόδων διδασκαλίας, του ελέγχου της διδασκαλίας, της ηλικίας εισαγωγής, των κανόνων προβιβασμού και της επανένταξης των μαθητών στα εθνικά σχολεία.
- Άρθρο 11 κ. Το Άρθρο 11 κ ορίζει ότι ο πλήρης κύκλος σπουδών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης πιστοποιείται από το Ευρωπαϊκό Απολυτήριο, σύμφωνα με τη συμφωνία της 11ης Απριλίου 1984, και οι κάτοχοί του απολαμβάνουν τα ίδια δικαιώματα με τους υπηκόους κάθε κράτους μέλους για εισαγωγή σε πανεπιστήμια. Το Άρθρο 6 αναφέρει ότι κάθε Σχολείο έχει νομική προσωπικότητα και αυτονομία στη διαχείριση των πιστώσεών του, υπό τους όρους του δημοσιονομικού κανονισμού.
- Άρθρο 12. Το Άρθρο 12 του ΦΕΚ ορίζει τις διοικητικές αρμοδιότητες του Ανώτατου Συμβουλίου, συμπεριλαμβανομένου του καθορισμού κανόνων υπηρεσιακής κατάστασης για το προσωπικό, του ορισμού Γενικού Γραμματέα και αναπληρωτή, του διορισμού Διευθυντών Σχολείων, του προσδιορισμού ετήσιων αναγκών σε εκπαιδευτικό και διοικητικό προσωπικό, και της οργάνωσης της λειτουργίας του και κατάρτισης εσωτερικού κανονισμού.
- Άρθρο 12 π. Το Άρθρο 12 παράγραφος 1 ορίζει ότι η Επιτροπή Προσωπικού ορίζει ετησίως ένα τακτικό και ένα αναπληρωματικό μέλος από το διδακτικό προσωπικό για να εκπροσωπούν το προσωπικό στο Ανώτατο Συμβούλιο. Το Άρθρο 14 αναφέρει ότι ο Γενικός Γραμματέας εκπροσωπεί το Ανώτατο Συμβούλιο και διευθύνει τη Γραμματεία, σύμφωνα με τις διατάξεις της υπηρεσιακής του κατάστασης που προβλέπονται στο Άρθρο 12 παράγραφος 1. Τέλος, το Άρθρο 23 αναφέρει ότι το Ανώτατο Συμβούλιο αναγνωρίζει για κάθε Σχολείο έναν Σύλλογο Γονέων που εκπροσωπεί τους γονείς των μαθητών του.
- Άρθρο 12 σ. Το Άρθρο 12, σημείο 4, στοιχεία α) και β) ορίζει ότι οποιαδήποτε τροποποίηση της βασικής διάρθρωσης ενός Σχολείου ή του νομικού καθεστώτος του διδακτικού προσωπικού απαιτεί ομοφωνία των αντιπροσώπων των κρατών μελών στο Ανώτατο Συμβούλιο, ενώ ο Διευθυντής, ο οποίος πρέπει να διαθέτει τα απαιτούμενα προσόντα για τη διεύθυνση εκπαιδευτικού ιδρύματος, είναι υπεύθυνος έναντι του Ανωτάτου Συμβουλίου.
- Άρθρο 13. Το Άρθρο 13, παράγραφος 1, ορίζει ότι το Σχολείο μπορεί να παρίσταται ενώπιον δικαστηρίου και να αποκτά ή διαθέτει περιουσία, αντιμετωπιζόμενο σε κάθε κράτος μέλος ως σχολικό ίδρυμα δημοσίου δικαίου. Επιπλέον, το Άρθρο 13, παράγραφοι 1-3, αναθέτει στο Ανώτατο Συμβούλιο την αρμοδιότητα θέσπισης δημοσιονομικού κανονισμού, κατάρτισης και έγκρισης του προϋπολογισμού των Σχολείων, καθώς και τη διαβίβαση προβλέψεων εσόδων και δαπανών στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και σε άλλους οργανισμούς για τον καθορισμό των συνεισφορών τους, με προθεσμία την 30η Απριλίου κάθε έτους.
- Άρθρο 14. Το Άρθρο 14 ορίζει ότι ο Γενικός Γραμματέας εκπροσωπεί το Ανώτατο Συμβούλιο, διευθύνει τη Γραμματεία σύμφωνα με το άρθρο 12 σημείο 1, και αντιπροσωπεύει το Σχολεία σε νομικές διαφορές, όντας υπεύθυνος έναντι του Ανώτατου Συμβουλίου.
- Άρθρο 16. Το Άρθρο 16 ορίζει ότι κάθε συμβαλλόμενο κράτος μέλος ορίζει έναν επιθεωρητή στο Συμβούλιο Επιθεωρητών, ο οποίος προτείνεται από το ενδιαφερόμενο μέρος και ορίζεται από το Ανώτατο Συμβούλιο. Η Προεδρία των Συμβουλίων Επιθεωρητών ασκείται από τον αντιπρόσωπο του κράτους μέλους που προεδρεύει του Ανωτάτου Συμβουλίου.
- Άρθρο 17. Το Άρθρο 17 ορίζει ότι τα Συμβούλια Επιθεωρητών είναι υπεύθυνα για την ποιότητα της διδασκαλίας στα Σχολεία μέσω επιθεωρήσεων και υποβάλλουν γνώμες και προτάσεις στο Ανώτατο Συμβούλιο, συμπεριλαμβανομένων προτάσεων για προγράμματα σπουδών και οργάνωση σπουδών.
- Άρθρο 18. Το Άρθρο 18 περιγράφει τα καθήκοντα των επιθεωρητών, τα οποία περιλαμβάνουν την εκπαιδευτική εποπτεία διδασκόντων, την αξιολόγηση του επιπέδου σπουδών και των μεθόδων διδασκαλίας, και την κοινοποίηση των αποτελεσμάτων των επιθεωρήσεων. Επίσης, αναφέρεται ότι κάθε κράτος μέλος, λαμβάνοντας υπόψη την αξιολόγηση αναγκών από το Ανώτατο Συμβούλιο, παρέχει στους επιθεωρητές τις απαραίτητες διευκολύνσεις για την εκπλήρωση της αποστολής τους στα Σχολεία.
- Άρθρο 20. Το Άρθρο 20 ορίζει τις αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβουλίου, οι οποίες περιλαμβάνουν την κατάρτιση του προϋπολογισμού, τον έλεγχο της εκτέλεσής του, τη διασφάλιση κατάλληλων φυσικών συνθηκών και κλίματος για τη λειτουργία του Σχολείου, καθώς και την εκπλήρωση άλλων διοικητικών καθηκόντων που ανατίθενται από το Ανώτατο Συμβούλιο.
- Άρθρο 22. Το Άρθρο 22 προβλέπει τη σύσταση Επιτροπής Προσωπικού, η οποία αποτελείται από εκλεγμένους εκπροσώπους του εκπαιδευτικού, διοικητικού και βοηθητικού προσωπικού κάθε Σχολείου, με σκοπό τη συνεργασία για την καλή λειτουργία των Σχολείων και την έκφραση της γνώμης του προσωπικού. Ο τρόπος εκλογής και λειτουργίας της επιτροπής καθορίζεται στους κανόνες υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού.
- Άρθρο 23. Το Άρθρο 23 του εγγράφου καθορίζει τη σύνθεση και τη λειτουργία του Ανωτάτου Συμβουλίου και του Διοικητικού Συμβουλίου, συμπεριλαμβανομένης της εκπροσώπησης των μαθητών, του προσωπικού και των συλλόγων γονέων, καθώς και τη διαδοχική προεδρία των κρατών μελών (Βέλγιο, Δανία, Γερμανία, Ελλάδα, Ισπανία, Γαλλία, Ιρλανδία, Ιταλία, Λουξεμβούργο, Κάτω Χώρες, Πορτογαλία, Ηνωμένο Βασίλειο) για ένα έτος.
- Άρθρο 24. Το Άρθρο 24 ορίζει ότι το οικονομικό έτος των Σχολείων συμπίπτει με το ημερολογιακό έτος. Το Άρθρο 25 περιγράφει τις πηγές χρηματοδότησης του προϋπολογισμού των Σχολείων, οι οποίες περιλαμβάνουν συνεισφορές κρατών μελών (μισθοί καθηγητών, πιθανή χρηματοδοτική συμμετοχή κατόπιν ομοφωνίας του Ανώτατου Συμβουλίου), συνεισφορά των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για κάλυψη διαφορών δαπανών, συνεισφορές μη κοινοτικών οργανισμών, ίδια έσοδα (δίδακτρα κατόπιν απόφασης του Ανώτατου Συμβουλίου) και διάφορα άλλα έσοδα.
- Άρθρο 25. Το Άρθρο 25 αναφέρεται στη διάθεση διαφόρων εσόδων, συμπεριλαμβανομένης της κοινοτικής συνεισφοράς των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία θα ρυθμιστεί με ειδική συμφωνία μεταξύ του Ανωτάτου Συμβουλίου και της Επιτροπής. Το Άρθρο 26 ορίζει ότι το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είναι το αρμόδιο όργανο για την επίλυση διαφορών σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή της σύμβασης, εφόσον δεν επιλυθούν από το Ανώτατο Συμβούλιο.
- Άρθρο 27. Το Άρθρο 27 συνιστά ένα Όργανο Εκδίκασης Προσφυγών με αποκλειστική αρμοδιότητα σε πρώτο και τελευταίο βαθμό για διαφορές σχετικά με την εφαρμογή της σύμβασης, εκτός του διοικητικού και βοηθητικού προσωπικού, που προέρχονται από το Ανώτατο Συμβούλιο ή το Διοικητικό Συμβούλιο σχολείου. Το Όργανο συγκροτείται από άτομα με νομικές γνώσεις, που περιλαμβάνονται σε κατάλογο του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και το καταστατικό του, που θεσπίζεται με ομοφωνία από το Ανώτατο Συμβούλιο, ορίζει τη συγκρότηση, τη λειτουργία και τις απολαβές των μελών του.
- Άρθρο 28. Το Άρθρο 28, παράγραφος 1 του Συντάγματος αναφέρεται στη Σύμβαση για το Καταστατικό των Ευρωπαϊκών Σχολείων, η οποία υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 21 Ιουνίου 1994, και κωδικοποιεί το καταστατικό που θεσπίστηκε το 1957, λαμβάνοντας υπόψη την εξέλιξη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και την πρακτική εμπειρία, ενώ παράλληλα τροποποιεί τη λήψη αποφάσεων και δημιουργεί όργανο εκδίκασης προσφυγών για το διδακτικό προσωπικό.
- Άρθρο 28 σ. Το Άρθρο 28 σ ορίζει ότι ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής Προσωπικού και ο αντιπρόσωπος των γονέων των μαθητών συμμετέχουν στην ψηφοφορία για εκπαιδευτικά θέματα, εξαιρουμένων των αποφάσεων που αφορούν αναπροσαρμογές της συμφωνίας του Ευρωπαϊκού Απολυτηρίου και αποφάσεις με οικονομικές επιπτώσεις.
- Άρθρο 29. Το Άρθρο 29, παράγραφος 4, ορίζει ότι το Ανώτατο Συμβούλιο εγκρίνει οριστικά τον προϋπολογισμό των Σχολείων πριν από την έναρξη του οικονομικού έτους, προσαρμόζοντάς τον στις συνεισφορές των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άλλων οργανισμών που χρηματοδοτούν τον κύριο όγκο του προϋπολογισμού τους. Επίσης, αναφέρεται το δικαίωμα ψήφου του αντιπροσώπου της Επιτροπής Προσωπικού.
- Άρθρο 31. Το Άρθρο 31 της Σύμβασης ορίζει ότι κάθε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να καταγγείλει τη Σύμβαση με έγγραφη κοινοποίηση προς την κυβέρνηση του Λουξεμβούργου, η οποία πρέπει να γίνει πριν την 1η Σεπτεμβρίου για να ισχύσει την 1η Σεπτεμβρίου του επόμενου έτους, και σε περίπτωση καταγγελίας, το συμβαλλόμενο μέρος παραιτείται από κάθε μερίδιο στα στοιχεία ενεργητικού των Σχολείων, ενώ το Ανώτατο Συμβούλιο αποφασίζει για τα οργανωτικά μέτρα.
- Άρθρο 32. Το Άρθρο 32 του εγγράφου ΦΕΚ ορίζει ότι η αίτηση προσχώρησης στην Σύμβαση από ένα κράτος μέλος της Κοινότητας υποβάλλεται εγγράφως στην κυβέρνηση του Λουξεμβούργου, με την προσχώρηση να τίθεται σε ισχύ την 1η Σεπτεμβρίου που ακολουθεί την κατάθεση των εγγράφων, τροποποιώντας αναλόγως τη σύνθεση των οργάνων των Σχολείων.
- Άρθρο 33. Το Άρθρο 33 της Σύμβασης ορίζει τη διαδικασία επικύρωσης και έναρξης ισχύος της, με τα έγγραφα να κατατίθενται στην κυβέρνηση του Λουξεμβούργου, η οποία είναι θεματοφύλακας του Καταστατικού των Ευρωπαϊκών Σχολείων, και η Σύμβαση να τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα μετά την κατάθεση όλων των εγγράφων επικύρωσης από τα κράτη μέλη και των πράξεων κοινοποίησης σύναψης από τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες.
- Άρθρο 34. Το Άρθρο 34 ακυρώνει και αντικαθιστά το Καταστατικό της 12ης Απριλίου 1957 και το Πρωτόκολλό του της 13ης Απριλίου 1962, ενώ το πρόσθετο Πρωτόκολλο για το Σχολείο του Μονάχου, που υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 15 Δεκεμβρίου 1975, παραμένει σε ισχύ.
- Άρθρο 81. Το Άρθρο 81 ορίζει τη διαδικασία καταγγελίας της Σύμβασης, η οποία απαιτεί έγγραφη κοινοποίηση προς την κυβέρνηση του Λουξεμβούργου πριν την 1η Σεπτεμβρίου για να τεθεί σε ισχύ την 1η Σεπτεμβρίου του επόμενου έτους, και προβλέπει ότι το συμβαλλόμενο μέρος που καταγγέλλει παραιτείται από κάθε μερίδιο στα στοιχεία ενεργητικού των Σχολείων, ενώ το Ανώτατο Συμβούλιο αποφασίζει για τα οργανωτικά μέτρα.
- Άρθρο 83. Το Άρθρο 83 ορίζει ότι η Σύμβαση επικυρώνεται από τα κράτη μέλη και συνάπτεται από τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, με τα έγγραφα επικύρωσης και κοινοποίησης να κατατίθενται στην κυβέρνηση του Λουξεμβούργου, η οποία είναι θεματοφύλακας του Καταστατικού των Ευρωπαϊκών Σχολείων. Η Σύμβαση τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα μετά την κατάθεση όλων των εγγράφων επικύρωσης και κοινοποίησης, και συντάσσεται σε ένα μόνο αντίτυπο σε εννέα γλώσσες, με όλα τα κείμενα να είναι εξίσου αυθεντικά.
- Άρθρο 84. Το Άρθρο 84 της Σύμβασης, που υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 21 Ιουνίου 1994, ακυρώνει και αντικαθιστά το Καταστατικό της 2ας Απριλίου 1957 και το Πρωτόκολλό του της 2ας Απριλίου 1962, ενώ το Πρόσθετο Πρωτόκολλο για το Σχολείο του Μονάχου της 15ης Δεκεμβρίου 1975 παραμένει αμετάβλητο.
- Άρθρο 852. Το Άρθρο 852 ορίζει ότι η αίτηση προσχώρησης στην Σύμβαση από νέα κράτη μέλη υποβάλλεται εγγράφως στην κυβέρνηση του Λουξεμβούργου, με την προσχώρηση να τίθεται σε ισχύ την 1η Σεπτεμβρίου μετά την κατάθεση των εγγράφων, τροποποιώντας αναλόγως τη σύνθεση των οργάνων των Σχολείων. Το Άρθρο 83 αναφέρει ότι η Σύμβαση επικυρώνεται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τους συνταγματικούς τους κανόνες.
- Άρθρο preamble. Το Άρθρο πρώτο του Νόμου υπ' αριθ. 3025, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Τεύχος Πρώτο, Αρ. Φύλλου 148 στις 25 Ιουνίου 2002, κυρώνει τη Σύμβαση για το καταστατικό των Ευρωπαϊκών Σχολείων, η οποία υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 21 Ιουνίου 1994.
Πρόσφατες αναφορές
- Αρχική δημοσίευση: Νόμος 3025 — ΦΕΚ Α' 148/2002
Ο Νόμος 3025/2002 κυρώνει τη Σύμβαση για το Καταστατικό των Ευρωπαϊκών Σχολείων, η οποία θεσπίζει το πλαίσιο λειτουργίας τους, την αποστολή τους για την κοινή εκπαίδευση παιδιών του προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθώς και τη διαδικασία δημιουργίας νέων σχολείων. Ρυθμίζει τη διδασκαλία, την εκπαιδευτική οργάνωση, την αναγνώριση τίτλων σπουδών, τη σύνθεση και τις αρμοδιότητες των οργάνων διοίκησης όπως το Ανώτατο Συμβούλιο και το Διοικητικό Συμβούλιο, καθώς και τη χρηματοδότηση των σχολείων. Η Σύμβαση αφορά τα κράτη μέλη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το προσωπικό των σχολείων, τους γονείς και τους μαθητές, και καθορίζει τη διαδικασία καταγγελίας και προσχώρησης σε αυτήν, ενώ αντικαθιστά προηγούμενα καταστατικά.
Σχετικοί νόμοι
Νομοθεσία του 2002
Επιστροφή στη λίστα νόμων