Νόμος 3875/2010 — Χρονολόγιο τροποποιήσεων
Ο Νόμος 3875/2010 κυρώνει το Πρωτόκολλο κατά της παράνομης κατασκευής και διακίνησης πυροβόλων όπλων, μερών και πυρομαχικών τους, συμπληρωματικό της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος. Το Πρωτόκολλο αυτό ορίζει και ποινικοποιεί σοβαρά εγκλήματα όπως η συμμετοχή σε οργανωμένη εγκληματική ομάδα, η νομιμοποίηση προϊόντων εγκλήματος και η διαφθορά, ενώ θεσπίζει μέτρα για την πρόληψη, διερεύνηση και δίωξη αυτών των αδικημάτων. Αφορά τα Κράτη Μέρη της Σύμβασης και καθορίζει κανόνες για την έκδοση, την αμοιβαία δικαστική συνδρομή, την κατάσχεση και δήμευση προϊόντων εγκλήματος, καθώς και την προστασία των θυμάτων. Ειδικότερα, ορίζει ως "σοβαρό έγκλημα" αυτό με ποινή τουλάχιστον 4 ετών φυλάκισης και καθορίζει τους όρους "δομημένη ομάδα", "περιουσία", "προϊόν εγκλήματος", "δέσμευση/κατάσχεση" και "δήμευση". Επίσης, ποινικοποιεί τη διακίνηση προσώπων, τη λαθραία διακίνηση μεταναστών και την παράνομη χρήση ψευδών ταξιδιωτικών εγγράφων. Το Πρωτόκολλο τέθηκε σε ισχύ την ενενηκοστή ημέρα μετά την κατάθεση του τεσσαρακοστού εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης.
Άρθρα
- Άρθρο 1. Το Άρθρο 1 ορίζει ότι το αντικείμενο της Σύμβασης είναι η προαγωγή της συνεργασίας για την αποτελεσματική πρόληψη και καταπολέμηση του διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος, ενώ ταυτόχρονα διευκρινίζει τη σχέση του Πρωτοκόλλου με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος, ορίζοντας ότι το Πρωτόκολλο συμπληρώνει τη Σύμβαση και ερμηνεύεται μαζί της.
- Άρθρο 2. Το Άρθρο 2 του εγγράφου ορίζει τους όρους "σοβαρό έγκλημα" (ποινή φυλάκισης τουλάχιστον 4 ετών), "δομημένη ομάδα" (μη τυχαία ομάδα για τέλεση αδικήματος), "περιουσία" (περιουσιακά στοιχεία κάθε είδους), "προϊόν εγκλήματος" (περιουσία από έγκλημα), "δέσμευση/κατάσχεση" (προσωρινή απαγόρευση διάθεσης περιουσίας) και "δήμευση" (μόνιμη στέρηση περιουσίας). Επίσης, ορίζει το "βασικό έγκλημα" ως έγκλημα από το οποίο προέρχονται προϊόντα που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εγκλήματος, ειδικά όταν είναι διεθνικής φύσης και αφορά οργανωμένη εγκληματική ομάδα, ενώ καθορίζει πότε ένα έγκλημα θεωρείται διεθνικής φύσης (τελείται σε περισσότερα κράτη, ή έχει προπαρασκευή/έλεγχο/σημαντικές επιπτώσεις σε άλλο κράτος).
- Άρθρο 3. Το Άρθρο 3 ορίζει τους όρους "Διακίνηση προσώπων" (που περιλαμβάνει στρατολόγηση, μεταφορά, υποδοχή με απειλή βίας ή εξαπάτηση για εκμετάλλευση, όπως πορνεία, αναγκαστική εργασία, δουλεία, αφαίρεση οργάνων), "Παιδί" (κάτω των 18 ετών), "Λαθραία διακίνηση μεταναστών" (παράνομη είσοδος για οικονομικό όφελος), "Παράνομη είσοδος", "Ψευδές ταξιδιωτικό έγγραφο" και "Πλοίο", καθώς και τους όρους "Πυροβόλο όπλο" και "Τμήματα και συστατικά" αυτών.
- Άρθρο 3 π. Το Άρθρο 3 π ορίζει ότι τα αδικήματα που καλύπτονται από αυτό θεωρούνται επιτρεπόμενα για έκδοση σε κάθε συμφωνία έκδοσης μεταξύ των Κρατών Μερών, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη Σύμβαση ως νομική βάση για έκδοση ελλείψει συμφωνίας, ενώ τα Κράτη Μέρη που εξαρτούν την έκδοση από συμφωνία πρέπει να ενημερώσουν τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών για τη χρήση της Σύμβασης ως νομικής βάσης ή να συνάψουν συμφωνίες.
- Άρθρο 3 τ. Το Άρθρο 3 τ θεσπίζει τη συμμετοχή, την οργάνωση ή καθοδήγηση άλλων προσώπων για τη διάπραξη αδικήματος, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου, και αφορά την προστασία θυμάτων διακίνησης προσώπων.
- Άρθρο 4. Το Άρθρο 4, σε διάφορες εκδοχές του, ορίζει ότι τα Κράτη Μέρη εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους συμβατά με την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα, και ότι το Πρωτόκολλο εφαρμόζεται στην πρόληψη, διερεύνηση και δίωξη διεθνικών αδικημάτων που εμπλέκουν οργανωμένες εγκληματικές ομάδες, καθώς και στην προστασία των θυμάτων ή των δικαιωμάτων τους, ειδικότερα όσον αφορά την παράνομη κατασκευή και διακίνηση πυροβόλων όπλων, τμημάτων, συστατικών και πυρομαχικών.
- Άρθρο 5. Το Άρθρο 5 ορίζει ότι κάθε Κράτος Μέρος πρέπει να ποινικοποιήσει τη συμμετοχή σε οργανωμένη εγκληματική ομάδα, συμπεριλαμβανομένης της συμφωνίας για τέλεση σοβαρού εγκλήματος με σκοπό την απόκτηση οικονομικού ή υλικού οφέλους, καθώς και την ενεργό συμμετοχή σε εγκληματικές ή άλλες δραστηριότητες της ομάδας, γνωρίζοντας ότι αυτή η συμμετοχή θα συμβάλει στην επίτευξη του εγκληματικού σκοπού. Επίσης, ποινικοποιεί την οργάνωση, διεύθυνση, συνδρομή, υποκίνηση, διευκόλυνση ή παροχή συμβουλών για την τέλεση σοβαρού εγκλήματος από οργανωμένη εγκληματική ομάδα. Η γνώση, η πρόθεση, οι επιδιώξεις, ο σκοπός ή η συμφωνία μπορούν να συναχθούν από αντικειμενικές πραγματικές περιστάσεις. Τα Κράτη Μέρη που απαιτούν εμπλοκή οργανωμένης εγκληματικής ομάδας για τα εν λόγω αδικήματα, ή πράξη για την προαγωγ…
- Άρθρο 5 π. Το άρθρο 5 παράγραφος 1 της Σύμβασης ορίζει ότι ένα έγκλημα θεωρείται ότι διαπράχθηκε εντός της επικράτειας ενός κράτους εάν τελέστηκε εκτός αυτής με σκοπό τη διάπραξη σοβαρού εγκλήματος ή αδικήματος εντός της επικράτειάς του, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 6 παράγραφος 1 (β) (ιι) της Σύμβασης.
- Άρθρο 5 τ. Το Άρθρο 5 τ του Πρωτοκόλλου, με αναφορά στο Άρθρο 5 του ίδιου Πρωτοκόλλου, επιβάλλει στους εμπορικούς μεταφορείς την υποχρέωση να επαληθεύουν ότι οι επιβάτες διαθέτουν τα απαιτούμενα ταξιδιωτικά έγγραφα για την είσοδο στη χώρα υποδοχής, ενώ παράλληλα προβλέπει κυρώσεις για παραβάσεις και τη δυνατότητα άρνησης εισόδου ή ανάκλησης θεωρήσεων για άτομα που εμπλέκονται σε αδικήματα που θεσπίζονται από το Πρωτόκολλο. Το Άρθρο 12, με τίτλο "Ασφάλεια και έλεγχος εγγράφων", απαιτεί από τα Κράτη Μέρη να λαμβάνουν μέτρα για τη διασφάλιση της ποιότητας, της ακεραιότητας και της ασφάλειας των ταξιδιωτικών εγγράφων και δελτίων ταυτότητας, ώστε να αποτρέπεται η παράνομη χρήση, πλαστογράφηση ή έκδοσή τους.
- Άρθρο 6. Το Άρθρο 6 ορίζει την ποινικοποίηση της νομιμοποίησης προϊόντων εγκλήματος, καθιστώντας εγκλήματα τη μετατροπή, μεταβίβαση, απόκρυψη, συγκάλυψη, κτήση, κατοχή ή χρήση περιουσίας που προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα, καθώς και τη συμμετοχή σε τέτοιες πράξεις. Επίσης, το Άρθρο 6 (με διαφορετική αρίθμηση) αφορά την αρωγή και προστασία των θυμάτων διακίνησης προσώπων, διασφαλίζοντας την προστασία της ιδιωτικής τους ζωής και την παροχή πληροφοριών και αρωγής κατά τις δικαστικές διαδικασίες.
- Άρθρο 6 κ. Το Άρθρο 6 κ του Πρωτοκόλλου προβλέπει ότι τα Κράτη Μέρη με σχετική εμπειρία θα εξετάζουν τη δυνατότητα παροχής τεχνικής βοήθειας σε χώρες προέλευσης ή διαμετακόμισης για πρόσωπα που υπήρξαν θύματα της συμπεριφοράς που αναφέρεται στο Άρθρο 6 του Πρωτοκόλλου.
- Άρθρο 6 π. Το Άρθρο 6 π του εγγράφου, με αναφορά στο άρθρο 6 παράγραφος 1 (α) του Πρωτοκόλλου, επιβάλλει στους εμπορικούς μεταφορείς την υποχρέωση να επαληθεύουν ότι οι επιβάτες διαθέτουν τα απαιτούμενα ταξιδιωτικά έγγραφα για την είσοδο στη χώρα υποδοχής, ενώ παράλληλα προβλέπει κυρώσεις για παραβάσεις και τη δυνατότητα άρνησης εισόδου ή ανάκλησης θεωρήσεων για άτομα που εμπλέκονται σε αδικήματα που θεσπίζονται από το Πρωτόκολλο. Το Άρθρο 12, με τίτλο "Ασφάλεια και έλεγχος εγγράφων", ζητά από τα Κράτη Μέρη να διασφαλίσουν την ποιότητα και την ασφάλεια των ταξιδιωτικών εγγράφων και δελτίων ταυτότητας που εκδίδουν, ώστε να αποτρέπεται η παράνομη χρήση, πλαστογράφηση ή έκδοσή τους.
- Άρθρο 6 τ. Το Άρθρο 6 τ της Σύμβασης ορίζει την "Ελεγχόμενη παράδοση" ως τεχνική διερεύνησης εγκλημάτων με τη γνώση των αρχών, ενώ το Άρθρο 3 καθορίζει το πεδίο εφαρμογής της Σύμβασης, συμπεριλαμβανομένων εγκλημάτων που θεσπίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 5, 6, 8, και 23, καθώς και σοβαρών εγκλημάτων που ορίζονται στο άρθρο 6 του Πρωτοκόλλου, εστιάζοντας στην ταυτότητα οργανωμένων ομάδων, τη γνησιότητα ταξιδιωτικών εγγράφων, τα μέσα απόκρυψης και μεταφοράς προσώπων, νομοθετικές εμπειρίες και επιστημονικές πληροφορίες. Το Άρθρο 11 αφορά τα συνοριακά μέτρα για την πρόληψη και τον εντοπισμό λαθραίας διακίνησης μεταναστών, καθώς και τη συνεργασία μεταξύ Κρατών Μερών και διεθνών οργανισμών για την εκπαίδευση προσωπικού.
- Άρθρο 7. Το Άρθρο 7 του εγγράφου ΦΕΚ αφορά τη νομιμοποίηση προϊόντων εγκλήματος, απαιτώντας από τα Κράτη Μέρη να θεσπίσουν μέτρα για τον εντοπισμό και την αποτροπή τέτοιων πράξεων, τη συνεργασία μεταξύ αρχών και την εξέταση της δημιουργίας μονάδων χρηματοοικονομικών πληροφοριών, ενώ παράλληλα προβλέπει τη δυνατότητα παραμονής θυμάτων διακίνησης προσώπων στα κράτη υποδοχής.
- Άρθρο 7 τ. Το Άρθρο 7 τ του ΦΕΚ ορίζει ότι κάθε Κράτος Μέρος ορίζει αρχή για την υποδοχή και ανταπόκριση σε αιτήσεις συνδρομής και επιβεβαίωσης νηολογίου, ενώ το Άρθρο 9 αναφέρεται σε ρήτρες προστασίας, και το Άρθρο 16 προβλέπει την επίλυση διαφορών μέσω διαπραγματεύσεων ή διαιτησίας.
- Άρθρο 8. Το Άρθρο 8 ορίζει την ποινικοποίηση της διαφθοράς, καθιστώντας αδικήματα την υπόσχεση, προσφορά, απαίτηση ή αποδοχή μη οφειλόμενου ωφελήματος από δημόσιο λειτουργό για πράξη ή παράλειψη στα υπηρεσιακά του καθήκοντα, καθώς και τη συμμετοχή σε αυτά τα εγκλήματα, επεκτείνοντας την εφαρμογή και σε αλλοδαπούς δημοσίους υπαλλήλους και υπαλλήλους διεθνών οργανισμών.
- Άρθρο 8 τ. Το Άρθρο 8 τ του Πρωτοκόλλου ορίζει ότι τα Κράτη Μέρη ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με τη λαθραία διακίνηση μεταναστών, συμπεριλαμβανομένων των σημείων επιβίβασης, προορισμού, διαδρομών, μεταφορέων και μέσων, καθώς και λεπτομέρειες για διεθνείς συναλλαγές πυροβόλων όπλων, τμημάτων, συστατικών και πυρομαχικών, όπως ημερομηνίες αδειών, χώρες εξαγωγής/εισαγωγής και τελικούς αποδέκτες.
- Άρθρο 9. Το Άρθρο 9, με τίτλο "Μέτρα κατά της διαφθοράς", ορίζει ότι κάθε Κράτος Μέρος πρέπει να υιοθετεί νομοθετικά, διοικητικά και άλλα μέτρα για την ενίσχυση της υπηρεσιακής ακεραιότητας και την πρόληψη, εντοπισμό και τιμωρία της διαφθοράς των δημόσιων λειτουργών, διασφαλίζοντας την ανεξαρτησία των αρμόδιων αρχών.
- Άρθρο 10. Το Άρθρο 10 του εγγράφου, με τίτλο "Ευθύνη νομικών προσώπων", ορίζει ότι κάθε Κράτος Μέρος πρέπει να θεσπίσει την ευθύνη νομικών προσώπων για συμμετοχή σε σοβαρά εγκλήματα, συμπεριλαμβανομένων αυτών που σχετίζονται με οργανωμένη εγκληματική ομάδα και τα εγκλήματα που αναφέρονται στα άρθρα 5, 6, 8 και 23 της Σύμβασης, με δυνατότητα ποινικής, αστικής ή διοικητικής ευθύνης, η οποία δεν επηρεάζει την ποινική ευθύνη των φυσικών προσώπων και πρέπει να επιφέρει αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις.
- Άρθρο 10 τ. Το Άρθρο 10 τ της Σύμβασης καθορίζει τους σκοπούς της αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής μεταξύ των Κρατών Μερών, συμπεριλαμβανομένης της συλλογής αποδείξεων, της επίδοσης εγγράφων, των ερευνών, της εξέτασης αντικειμένων και τόπων, της παροχής πληροφοριών και εκτιμήσεων, της χορήγησης αντιγράφων αρχείων, του προσδιορισμού προϊόντων εγκλήματος, της διευκόλυνσης εμφάνισης προσώπων και οποιασδήποτε άλλης συνδρομής που δεν αντιβαίνει στο εσωτερικό δίκαιο. Επιπλέον, επιτρέπει την αυτεπάγγελτη διαβίβαση πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών, με την προϋπόθεση της εμπιστευτικότητας και της τήρησης περιορισμών στη χρήση τους, εκτός εάν οι πληροφορίες οδηγούν στην απαλλαγή κατηγορουμένου.
- Άρθρο 11. Το Άρθρο 11 της Σύμβασης ορίζει ότι τα Κράτη Μέλη πρέπει να επιβάλλουν κυρώσεις για αδικήματα που θεσπίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 5, 6, 8 και 23, λαμβάνοντας υπόψη τη βαρύτητα του αδικήματος, και να διασφαλίζουν ότι οι δίωξεις και οι αποφάσεις λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη παρουσίας του κατηγορουμένου και την αποτροπή τέτοιων αδικημάτων. Επιπλέον, το ίδιο άρθρο αναφέρεται σε προληπτικά μέτρα για την ασφάλεια και την πρόληψη της κλοπής, απώλειας, μετατροπής, παράνομης κατασκευής και διακίνησης πυροβόλων όπλων, τμημάτων, συστατικών και πυρομαχικών, απαιτώντας την ασφάλειά τους κατά την κατασκευή, εισαγωγή, εξαγωγή και διαμετακόμιση, καθώς και την αύξηση της αποτελεσματικότητας των ελέγχων.
- Άρθρο 12. Το Άρθρο 12 της Σύμβασης αφορά την κατάσχεση και δήμευση προϊόντων εγκλήματος, περιουσίας ή μέσων που χρησιμοποιούνται σε εγκλήματα που εμπίπτουν στη Σύμβαση, καθώς και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των Κρατών Μερών σχετικά με παράνομη διακίνηση πυροβόλων όπλων, τμημάτων, συστατικών και πυρομαχικών.
- Άρθρο 12 π. Το Άρθρο 12π της Σύμβασης αφορά τη δήμευση προϊόντων εγκλήματος, περιουσίας, εξοπλισμού ή άλλων μέσων που βρίσκονται στην επικράτεια ενός Κράτους Μέρους, κατόπιν αίτησης άλλου Κράτους Μέρους που έχει δικαιοδοσία για το σχετικό αδίκημα. Οι αιτήσεις πρέπει να περιλαμβάνουν συγκεκριμένες πληροφορίες ανάλογα με το αν αφορούν δήμευση, εκτέλεση απόφασης δήμευσης ή άλλες ενέργειες, και οι αποφάσεις λαμβάνονται σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο του Κράτους Μέρους που είναι αποδέκτης της αίτησης.
- Άρθρο 13. Το Άρθρο 13 του εγγράφου αφορά τη διεθνή συνεργασία για τη δήμευση προϊόντων εγκλήματος, την επαλήθευση της νομιμότητας και εγκυρότητας εγγράφων, και την υποστήριξη συνεργασίας μεταξύ κρατών και εμπορικών φορέων για την πρόληψη παράνομων δραστηριοτήτων που σχετίζονται με πυροβόλα όπλα.
- Άρθρο 13 τ. Το Άρθρο 13 τ προβλέπει τη δυνατότητα σύναψης συμφωνιών μεταξύ Κρατών Μερών για τη συνεισφορά της αξίας προϊόντων εγκλήματος ή περιουσίας σε λογαριασμούς που δημιουργούνται κατά την παράγραφο 2(γ) του άρθρου 30 της Σύμβασης, καθώς και για τη διανομή τέτοιων προϊόντων ή περιουσιών με άλλα Κράτη Μέρη.
- Άρθρο 14. Το Άρθρο 14 της Σύμβασης αφορά τη διάθεση προϊόντων εγκλήματος ή περιουσίας που δημεύθηκαν, ορίζοντας ότι τα Κράτη Μέρη τα διαθέτουν σύμφωνα με το εσωτερικό τους δίκαιο, ενώ δίνουν προτεραιότητα στην επιστροφή τους στο αιτούν Κράτος Μέρος για αποζημίωση παθόντων ή επιστροφή σε νόμιμους ιδιοκτήτες. Επίσης, το Άρθρο 14 του Πρωτοκόλλου αναφέρεται στην ερμηνεία και εφαρμογή μέτρων χωρίς διακρίσεις κατά θυμάτων διακίνησης προσώπων, σύμφωνα με διεθνώς αναγνωρισμένες αρχές μη διάκρισης. Τέλος, το Άρθρο 14 της Σύμβασης για την εκπαίδευση και τεχνική συνδρομή προβλέπει συνεργασία μεταξύ Κρατών Μερών και διεθνών οργανώσεων για την ενίσχυση της ικανότητας καταπολέμησης παράνομης κατασκευής και διακίνησης πυροβόλων όπλων, τμημάτων, συστατικών και πυρομαχικών, συμπεριλαμβανομένης τεχνικής, οικονομικ…
- Άρθρο 15. Το Άρθρο 15 του εγγράφου, με τίτλο "Δικαιοδοσία", ορίζει ότι κάθε Κράτος Μέρος πρέπει να θεσπίσει δικαιοδοσία για αδικήματα που προβλέπονται στα άρθρα 5, 6, 8 και 23 της Σύμβασης, όταν αυτά τελούνται στην επικράτειά του ή σε πλοίο/αεροσκάφος που φέρει τη σημαία του. Επιπλέον, ένα Κράτος Μέρος μπορεί να ιδρύσει δικαιοδοσία εάν το αδίκημα τελείται κατά υπηκόου του, από υπήκοο του ή απάτριδα με συνήθη διαμονή στην επικράτειά του.
- Άρθρο 16. Το Άρθρο 16 του Πρωτοκόλλου, το οποίο είναι ανοιχτό για υπογραφή από 12 έως 15 Δεκεμβρίου 2000 στο Παλέρμο της Ιταλίας και αργότερα στη Νέα Υόρκη έως 12 Δεκεμβρίου 2002, ρυθμίζει την έκδοση για αδικήματα που καλύπτονται από τη Σύμβαση, καθώς και την υπογραφή, επικύρωση, αποδοχή, έγκριση και προσχώρηση στο Πρωτόκολλο από Κράτη και περιφερειακούς οργανισμούς οικονομικής ενοποίησης, με τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών ως θεματοφύλακα. Επίσης, το Άρθρο 16 αναφέρεται σε μέτρα προστασίας και συνδρομής για τα δικαιώματα των προσώπων που υπήρξαν αντικείμενο συμπεριφοράς που αναφέρεται στο Πρωτόκολλο, και σε διαδικασίες επίλυσης διαφορών μέσω διαιτησίας ή παραπομπής στο Διεθνές Δικαστήριο.
- Άρθρο 17. Το Άρθρο 17 του εγγράφου αφορά την υπογραφή, επικύρωση, αποδοχή, έγκριση και προσχώρηση στο Πρωτόκολλο, το οποίο είναι ανοικτό για υπογραφή στα Ηνωμένα Έθνη από την τριακοστή ημέρα μετά την υιοθέτησή του από τη Γενική Συνέλευση έως τις 12 Δεκεμβρίου 2002, και επιπλέον ρυθμίζει τη θέση σε ισχύ του Πρωτοκόλλου, η οποία επέρχεται την ενενηκοστή ημέρα μετά την κατάθεση του τεσσαρακοστού εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, υπό την προϋπόθεση ότι η Σύμβαση έχει ήδη τεθεί σε ισχύ.
- Άρθρο 18. Το Άρθρο 18 του εγγράφου, με τίτλο "Αμοιβαία δικαστική συνδρομή", ορίζει ότι τα Κράτη Μέρη παρέχουν αμοιβαίως τον μέγιστο βαθμό δικαστικής συνδρομής για έρευνες, διώξεις και δικαστικές διαδικασίες σχετικά με τα αδικήματα που αναφέρονται στη Σύμβαση. Το ίδιο Άρθρο 18, με τίτλο "Τροποποίηση", καθορίζει τη διαδικασία για την πρόταση, εξέταση, υιοθέτηση (με συναίνεση ή πλειοψηφία δύο τρίτων) και επικύρωση τροποποιήσεων στο Πρωτόκολλο, πέντε χρόνια μετά την έναρξή του, με τη συμμετοχή των Κρατών Μερών και των περιφερειακών οργανισμών οικονομικής ενοποίησης.
- Άρθρο 19. Το Άρθρο 19 του Πρωτοκόλλου αφορά την καταγγελία και την τροποποίηση του Πρωτοκόλλου. Η καταγγελία γίνεται με γραπτή γνωστοποίηση στον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών και έχει ισχύ ένα έτος μετά τη λήψη της, ενώ οι περιφερειακοί οργανισμοί παύουν να είναι Μέρη όταν όλα τα κράτη μέλη τους το καταγγείλουν. Η τροποποίηση μπορεί να προταθεί από κάθε Κράτος Μέρος μετά από πέντε έτη από την έναρξη ισχύος του Πρωτοκόλλου, απαιτείται συναίνεση ή πλειοψηφία δύο τρίτων για την υιοθέτησή της, και τίθεται σε ισχύ ενενήντα ημέρες μετά την επικύρωση, αποδοχή ή έγκρισή της από τα Κράτη Μέρη.
- Άρθρο 20. Το Άρθρο 20 του εγγράφου, με τίτλο "Ειδικές ανακριτικές τεχνικές", επιτρέπει στα Κράτη Μέρη να χρησιμοποιούν ελεγχόμενη παράδοση και άλλες ειδικές ανακριτικές τεχνικές, όπως παρακολούθηση και μυστικές επιχειρήσεις, για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, ενθαρρύνοντας τη σύναψη διμερών ή πολυμερών συμφωνιών για διεθνή συνεργασία σε αυτόν τον τομέα. Το ίδιο Άρθρο 20, με τίτλο "Θεματοφύλακας και γλώσσες", ορίζει τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών ως θεματοφύλακα του Πρωτοκόλλου, του οποίου τα κείμενα σε έξι επίσημες γλώσσες είναι εξίσου αυθεντικά.
- Άρθρο 21. Το Άρθρο 21 του εγγράφου, με τίτλο "Υπογραφή, επικύρωση, αποδοχή, έγκριση και προσχώρηση", ορίζει ότι το Πρωτόκολλο είναι ανοικτό για υπογραφή από 12 έως 15 Δεκεμβρίου 2000 στο Παλέρμο Ιταλίας και στη συνέχεια στα Ηνωμένα Έθνη μέχρι 12 Δεκεμβρίου 2002, ενώ είναι επίσης ανοικτό για περιφερειακούς οργανισμούς οικονομικής ενοποίησης και υπόκειται σε επικύρωση, αποδοχή, έγκριση ή προσχώρηση, με τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών να ορίζεται θεματοφύλακας.
- Άρθρο 22. Το Άρθρο 22 επιτρέπει στα Κράτη Μέρη να λαμβάνουν νομοθετικά μέτρα για τη χρήση προηγούμενων καταδικών σε άλλο Κράτος κατά την ποινική διαδικασία για αδικήματα που καλύπτονται από τη Σύμβαση. Η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου ορίζει ότι για κάθε Κράτος ή περιφερειακό οργανισμό οικονομικής ενοποίησης που επικυρώνει, αποδέχεται, εγκρίνει ή προσχωρεί στο Πρωτόκολλο μετά την κατάθεση του τεσσαρακοστού εγγράφου, το Πρωτόκολλο τίθεται σε ισχύ την τριακοστή ημέρα μετά την κατάθεση του σχετικού εγγράφου ή κατά την ημερομηνία που το Πρωτόκολλο τίθεται σε ισχύ σύμφωνα με την παράγραφο 1, όποια είναι μεταγενέστερη.
- Άρθρο 23. Το Άρθρο 23 του εγγράφου ΦΕΚ ορίζει την ποινικοποίηση της παρακώλυσης της δικαιοσύνης, καθιστώντας αξιόποινη τη χρήση βίας, απειλών ή εκφοβισμού για την επηρεασμό ψευδομαρτυρίας, παρεμπόδιση μαρτύρων ή αποδείξεων, καθώς και την παρεμπόδιση δικαστών ή διωκτικών αρχών σε σχέση με αδικημάτων που καλύπτονται από τη Σύμβαση. Επιπλέον, το ίδιο άρθρο περιγράφει τη διαδικασία τροποποίησης του Πρωτοκόλλου, η οποία μπορεί να προταθεί μετά από πέντε έτη από την έναρξη ισχύος του, απαιτώντας συναίνεση ή πλειοψηφία δύο τρίτων των Κρατών Μερών για την υιοθέτησή της, με τους περιφερειακούς οργανισμούς οικονομικής ενοποίησης να ασκούν δικαίωμα ψήφου.
- Άρθρο 24. Το Άρθρο 24, παράγραφος 1, ορίζει ότι κάθε Κράτος Μέρος πρέπει να λαμβάνει μέτρα για την προστασία μαρτύρων και των συγγενών τους από αντίποινα ή εκφοβισμό σε ποινικές διαδικασίες που αφορούν αδικήματα της Σύμβασης, ενώ η παράγραφος 2 περιγράφει μέτρα όπως η αλλαγή διαμονής και η χρήση τεχνολογίας για την κατάθεση. Το Άρθρο 24, παράγραφος 1, αναφέρει επίσης ότι κάθε Κράτος Μέρος μπορεί να καταγγείλει το Πρωτόκολλο με γραπτή γνωστοποίηση στον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, με την καταγγελία να τίθεται σε ισχύ ένα έτος μετά τη λήψη της.
- Άρθρο 25. Το Άρθρο 25 του Πρωτοκόλλου, που συμπληρώνει τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνούς Οργανωμένου Εγκλήματος, ορίζει ότι ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών είναι ο θεματοφύλακας του Πρωτοκόλλου, του οποίου τα κείμενα σε έξι γλώσσες είναι εξίσου αυθεντικά.
- Άρθρο 26. Το Άρθρο 26 του ΦΕΚ αφορά τη βελτίωση της συνεργασίας των διωκτικών αρχών, ενθαρρύνοντας τα Κράτη Μέρη να λαμβάνουν μέτρα για την παροχή πληροφοριών από μέλη οργανωμένων εγκληματικών ομάδων σχετικά με τη δομή, τις δραστηριότητες και τα αδικήματα αυτών, καθώς και για τη στέρηση των πόρων τους, προβλέποντας τη δυνατότητα μετριασμού ποινής ή μη άσκησης δίωξης για ουσιαστική συνεργασία, σύμφωνα με το άρθρο 24 της Σύμβασης.
- Άρθρο 27. Το Άρθρο 27 της Σύμβασης ορίζει τη στενή συνεργασία μεταξύ των Κρατών Μερών για την ενίσχυση της έρευνας και καταστολής των αδικημάτων που καλύπτονται από τη Σύμβαση, μέσω της ανταλλαγής πληροφοριών, της διεξαγωγής ερευνών για ταυτοποίηση υπόπτων και προϊόντων εγκλήματος, της παροχής ουσιών για ανάλυση, του συντονισμού μεταξύ αρχών και της ανταλλαγής πληροφοριών για μεθόδους οργανωμένων εγκληματικών ομάδων.
- Άρθρο 28. Το Άρθρο 28, παρ. 1 του Συντάγματος, επικυρώνει τη Σύμβαση κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος, που υπογράφηκε στο Παλέρμο στις 12-15 Δεκεμβρίου 2000, μαζί με τρία πρωτόκολλα: για την καταπολέμηση της διακίνησης προσώπων (ιδίως γυναικών και παιδιών), για την καταπολέμηση της λαθραίας διακίνησης μεταναστών, και για την καταπολέμηση της παράνομης κατασκευής και διακίνησης πυροβόλων όπλων, που υπογράφηκε στη Νέα Υόρκη στις 2 Ιουλίου 2001.
- Άρθρο 29. Το Άρθρο 29 της Σύμβασης αφορά την επιμόρφωση και την τεχνική αρωγή για το προσωπικό επιβολής του νόμου, συμπεριλαμβανομένων εισαγγελέων, ανακριτών, τελωνειακών και άλλων υπαλλήλων, με σκοπό την πρόληψη, ανίχνευση και καταπολέμηση των αδικημάτων που καλύπτονται από τη Σύμβαση. Τα Κράτη Μέρη θα αναπτύξουν προγράμματα επιμόρφωσης που θα καλύπτουν μεθόδους καταπολέμησης εγκλημάτων, παρακολούθησης λαθρεμπορίου και προϊόντων εγκλήματος, τεχνικές ελέγχου, σύγχρονο εξοπλισμό, αντιμετώπιση εγκλημάτων μέσω υπολογιστών, καθώς και προστασία θυμάτων και μαρτύρων. Επίσης, τα Κράτη Μέρη θα αλληλοβοηθούνται στη σχεδίαση και εφαρμογή προγραμμάτων έρευνας και επιμόρφωσης, προωθώντας την έκδοση και τη δικαστική αρωγή μέσω γλωσσικής εκπαίδευσης και ανταλλαγών προσωπικού.
- Άρθρο 30. Το Άρθρο 30, με τίτλο "Άλλα μέτρα", περιγράφει πώς τα Κράτη Μέρη θα εφαρμόσουν τη Σύμβαση μέσω της οικονομικής ανάπτυξης και της τεχνικής αρωγής, ενισχύοντας τη συνεργασία με αναπτυσσόμενες χώρες και χώρες υπό μετάβαση, και ενθαρρύνοντας χρηματοδοτικούς μηχανισμούς των Ηνωμένων Εθνών, συμπεριλαμβανομένων εκούσιων εισφορών και ποσοστών από προϊόντα εγκλήματος.
- Άρθρο 31. Το Άρθρο 31, με τίτλο "Πρόληψη", ορίζει ότι τα Κράτη Μέρη πρέπει να αναπτύσσουν εθνικά προγράμματα και να προωθούν βέλτιστες πρακτικές για την πρόληψη του διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος, εστιάζοντας στη μείωση των ευκαιριών των εγκληματικών ομάδων να εισχωρήσουν σε νόμιμες αγορές με προϊόντα εγκλήματος, στην ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ αρχών και ιδιωτικών φορέων, στην πρόληψη της κατάχρησης νομικών προσώπων και στη συνεργασία με τα Ηνωμένα Έθνη.
- Άρθρο 32. Το Άρθρο 32 της Σύμβασης ιδρύει τη Διάσκεψη των Μερών για την ενίσχυση της καταπολέμησης του διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος, η οποία θα συγκαλεστεί από τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών εντός ενός έτους από την έναρξη ισχύος της Σύμβασης και θα υιοθετήσει διαδικαστικούς κανόνες, μηχανισμούς για την ανταλλαγή πληροφοριών, την εξέταση της εφαρμογής της Σύμβασης και την υποβολή προτάσεων βελτίωσης.
- Άρθρο 32 π. Το Άρθρο 32 π αναφέρεται στην εκπλήρωση υποχρεώσεων σύμφωνα με τη Σύμβαση, διασφαλίζοντας συντονισμό με διεθνείς και περιφερειακούς οργανισμούς, ενώ το Άρθρο 34 ορίζει ότι κάθε Κράτος Μέρος πρέπει να λαμβάνει τα αναγκαία νομοθετικά και διοικητικά μέτρα για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του βάσει της Σύμβασης.
- Άρθρο 33. Το Άρθρο 33 ορίζει ότι ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών παρέχει γραμματειακές υπηρεσίες στη Διάσκεψη των Μερών της Σύμβασης, βοηθώντας την στην εκπλήρωση των δραστηριοτήτων της και στην προετοιμασία των συνεδριάσεων, καθώς και στα Κράτη Μέρη στην παροχή πληροφοριών.
- Άρθρο 34. Το Άρθρο 34 ορίζει ότι τα αδικήματα που προβλέπονται στα άρθρα 5, 6, 8 και 23 της Σύμβασης πρέπει να ενσωματωθούν στο εσωτερικό δίκαιο κάθε Κράτους Μέρους, ανεξάρτητα από τη διεθνική τους φύση ή την εμπλοκή οργανωμένης εγκληματικής ομάδας.
- Άρθρο 35. Το Άρθρο 35 της Σύμβασης ορίζει τη διαδικασία επίλυσης διαφορών μεταξύ των Κρατών Μερών, αρχικά μέσω διαπραγματεύσεων και, εάν αυτές αποτύχουν εντός εύλογου χρόνου, μέσω διαιτησίας ή παραπομπής στο Διεθνές Δικαστήριο, με δυνατότητα εξαίρεσης από τη διαδικασία διαιτησίας κατά την υπογραφή ή επικύρωση της Σύμβασης.
- Άρθρο 36. Το Άρθρο 36 της Σύμβασης καθορίζει τις διαδικασίες υπογραφής, επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης και προσχώρησης, ορίζοντας ως ημερομηνίες υπογραφής την 12-15 Δεκεμβρίου 2000 στο Παλέρμο, Ιταλία, και έως 12 Δεκεμβρίου 2002 στην έδρα των Ηνωμένων Εθνών, ενώ επιτρέπει και σε περιφερειακούς οργανισμούς οικονομικής ενοποίησης να συμμετέχουν υπό προϋποθέσεις.
- Άρθρο 37. Το Άρθρο 37 της Σύμβασης ορίζει ότι αυτή μπορεί να συμπληρωθεί με πρωτόκολλα, τα οποία απαιτούν από τα συμβαλλόμενα κράτη να είναι επίσης μέρη της κύριας Σύμβασης, ενώ το Άρθρο 38 αναφέρει ότι η Σύμβαση τίθεται σε ισχύ την ενενηκοστή ημέρα μετά την κατάθεση του τεσσαρακοστού εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης.
- Άρθρο 38. Το Άρθρο 38 ορίζει ότι η Σύμβαση τίθεται σε ισχύ την ενενηκοστή ημέρα μετά την κατάθεση του τεσσαρακοστού εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, με τα έγγραφα περιφερειακών οργανισμών οικονομικής ενοποίησης να μην συνυπολογίζονται στα έγγραφα των κρατών μελών τους. Για όσους επικυρώνουν, αποδέχονται, εγκρίνουν ή προσχωρούν μετά το τεσσαρακοστό έγγραφο, η Σύμβαση τίθεται σε ισχύ την τριακοστή ημέρα μετά την κατάθεση του δικού τους εγγράφου.
- Άρθρο 39. Το Άρθρο 39 περιγράφει τη διαδικασία τροποποίησης της Σύμβασης, επιτρέποντας στα Κράτη Μέρη να προτείνουν τροποποιήσεις μετά από πέντε έτη από την έναρξη ισχύος της, με την υιοθέτηση να απαιτεί συναίνεση ή, ως έσχατο μέσο, πλειοψηφία δύο τρίτων των παρόντων και ψηφιζόντων Κρατών Μερών στη Διάσκεψη των Μερών. Περιφερειακοί οργανισμοί οικονομικής ενοποίησης ασκούν δικαίωμα ψήφου ισοδύναμο με τον αριθμό των κρατών μελών τους που είναι Μέρη της Σύμβασης, ενώ οι τροποποιήσεις τίθενται σε ισχύ ενενήντα ημέρες μετά την κατάθεση των εγγράφων επικύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης.
- Άρθρο 40. Το Άρθρο 40 ορίζει ότι κάθε Κράτος Μέρος μπορεί να καταγγείλει τη Σύμβαση με γραπτή γνωστοποίηση στον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, με την καταγγελία να τίθεται σε ισχύ ένα έτος μετά τη λήψη της, ενώ ένας περιφερειακός οργανισμός οικονομικής ενοποίησης παύει να είναι Μέρος όταν όλα τα κράτη μέλη του την καταγγείλουν. Η καταγγελία της Σύμβασης συνεπάγεται αυτόματα και την καταγγελία όλων των πρωτοκόλλων της.
- Άρθρο 41. Το Άρθρο 41 ορίζει τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών ως θεματοφύλακα της Σύμβασης, της οποίας τα κείμενα σε έξι γλώσσες είναι εξίσου αυθεντικά, και αναφέρεται στο Πρωτόκολλο για την Πρόληψη, Καταστολή και Τιμωρία της Διακίνησης Προσώπων, Ιδιαίτερα Γυναικών και Παιδιών, που συμπληρώνει τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος.
- Άρθρο preamble. Το Άρθρο πρώτο του Νόμου υπ' αριθ. 3875, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 158 στις 20 Σεπτεμβρίου 2010, κυρώνει και θέτει σε ισχύ τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος και τα τρία Πρωτόκολλά της.
Πρόσφατες αναφορές
- Αρχική δημοσίευση: Νόμος 3875 — ΦΕΚ Α' 158/2010
Ο Νόμος 3875/2010 κυρώνει το Πρωτόκολλο κατά της παράνομης κατασκευής και διακίνησης πυροβόλων όπλων, μερών και πυρομαχικών τους, συμπληρωματικό της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος. Το Πρωτόκολλο αυτό ορίζει και ποινικοποιεί σοβαρά εγκλήματα όπως η συμμετοχή σε οργανωμένη εγκληματική ομάδα, η νομιμοποίηση προϊόντων εγκλήματος και η διαφθορά, ενώ θεσπίζει μέτρα για την πρόληψη, διερεύνηση και δίωξη αυτών των αδικημάτων. Αφορά τα Κράτη Μέρη της Σύμβασης και καθορίζει κανόνες για την έκδοση, την αμοιβαία δικαστική συνδρομή, την κατάσχεση και δήμευση προϊόντων εγκλήματος, καθώς και την προστασία των θυμάτων. Ειδικότερα, ορίζει ως "σοβαρό έγκλημα" αυτό με ποινή τουλάχιστον 4 ετών φυλάκισης και καθορίζει τους όρους "δομημένη ομάδα", "περιουσία", "προϊόν εγκλήματος", "δέσμευση/κατάσχεση" και "δήμευση". Επίσης, ποινικοποιεί τη διακίνηση προσώπων, τη λαθραία διακίνηση μεταναστών και την παράνομη χρήση ψευδών ταξιδιωτικών εγγράφων. Το Πρωτόκολλο τέθηκε σε…
Σχετικοί νόμοι
Νομοθεσία του 2010
Επιστροφή στη λίστα νόμων