Νόμος 3821/2010 — Χρονολόγιο τροποποιήσεων
Ο Νόμος 3821/2010 κυρώνει τη Σύμβαση μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και του Βασιλείου της Σαουδικής Αραβίας για την αποφυγή διπλής φορολογίας και την αποτροπή φοροδιαφυγής σχετικά με φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου, η οποία υπεγράφη στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2008. Η Σύμβαση ορίζει τους όρους "κάτοικος" και "μόνιμη εγκατάσταση", καθώς και τη φορολόγηση διαφόρων ειδών εισοδήματος όπως ακίνητη περιουσία, κέρδη επιχειρήσεων, μερίσματα, τόκοι, δικαιώματα, μισθοί, και εισοδήματα καλλιτεχνών και αθλητών. Επίσης, καθορίζει τη διαδικασία αποφυγής διπλής φορολογίας, την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών, και τις εξαιρέσεις για κυβερνητικές οντότητες και διπλωματικές αποστολές. Η Σύμβαση τέθηκε σε ισχύ την πρώτη ημέρα του δεύτερου μήνα μετά την ολοκλήρωση των διαδικασιών από τα δύο κράτη και μπορεί να καταγγελθεί μετά από πέντε χρόνια.
Άρθρα
- Άρθρο 1 α. Το Άρθρο 1 α της Σύμβασης ορίζει ότι οι πληροφορίες που ανταλλάσσονται μεταξύ Συμβαλλόμενων Κρατών σχετικά με φόρους μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για τους σκοπούς της Σύμβασης, με δυνατότητα αποκάλυψης σε δικαστικές διαδικασίες, αλλά δεν επιβάλλουν στα Κράτη την υποχρέωση λήψης αντίθετων διοικητικών μέτρων, παροχής πληροφοριών που δεν είναι διαθέσιμες ή αποκάλυψης εμπορικών απορρήτων ή πληροφοριών αντίθετων με τη δημόσια τάξη.
- Άρθρο 2. Το Άρθρο 2 της Σύμβασης ορίζει ότι η Σύμβαση εφαρμόζεται στους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου που επιβάλλονται από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, συμπεριλαμβανομένων των φόρων επί του συνολικού εισοδήματος, του συνολικού κεφαλαίου, της εκποίησης περιουσίας και της ανατίμησης κεφαλαίου. Ειδικότερα, για την Ελληνική Δημοκρατία περιλαμβάνονται ο φόρος εισοδήματος και κεφαλαίου φυσικών και νομικών προσώπων ("Ελληνικός φόρος"), ενώ για το Βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας περιλαμβάνονται ο Zakat και ο φόρος εισοδήματος ("Σαουδικός φόρος"). Η Σύμβαση ισχύει επίσης για παρόμοιους φόρους που θα επιβληθούν μετά την ημερομηνία υπογραφής της.
- Άρθρο 3. Το Άρθρο 3 της Σύμβασης ορίζει γενικούς όρους, συμπεριλαμβανομένων των "Ελληνική Δημοκρατία" και "Βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας" που περιλαμβάνουν τα κυριαρχικά δικαιώματα επί των φυσικών πόρων, καθώς και τους όρους "Συμβαλλόμενο Κράτος", "πρόσωπο", "εταιρεία", "επιχείρηση", "διεθνείς μεταφορές", "υπήκοος" και "αρμόδια αρχή" (στην Ελλάδα ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών και στη Σαουδική Αραβία ο Υπουργός Οικονομικών).
- Άρθρο 4. Το Άρθρο 4 της Σύμβασης ορίζει τον όρο "κάτοικος" ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, διευκρινίζοντας ότι περιλαμβάνει πρόσωπα που φορολογούνται λόγω κατοικίας, διαμονής ή τόπου διοίκησης, καθώς και το ίδιο το Κράτος, τις πολιτικές υποδιαιρέσεις και τις τοπικές αρχές του, αλλά εξαιρεί όσους φορολογούνται μόνο για εισόδημα από πηγές ή κεφάλαιο εντός του Κράτους. Σε περίπτωση διπλής κατοικίας φυσικού προσώπου, η ιδιότητα καθορίζεται με βάση τη μόνιμη οικογενειακή εστία, το κέντρο ζωτικών συμφερόντων, τη συνήθη διαμονή, την υπηκοότητα, ή αμοιβαία συμφωνία των αρμόδιων αρχών, ενώ για μη φυσικά πρόσωπα, η κατοικία προσδιορίζεται από τον τόπο της αποτελεσματικής διοίκησης.
- Άρθρο 5. Το Άρθρο 5 ορίζει τον όρο "μόνιμη εγκατάσταση" ως έναν καθορισμένο τόπο επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, περιλαμβάνοντας μεταξύ άλλων έδρα διοίκησης, υποκατάστημα, εργοστάσιο, ή τόπο εξόρυξης φυσικών πόρων, με εξαιρέσεις για δραστηριότητες αποθήκευσης, έκθεσης, αγοράς, συλλογής πληροφοριών ή βοηθητικού χαρακτήρα, εφόσον δεν υπερβαίνουν συγκεκριμένα χρονικά όρια (π.χ. έξι μήνες για εργοτάξια ή παροχή υπηρεσιών). Επίσης, ορίζει ότι η επιχείρηση θεωρείται ότι έχει μόνιμη εγκατάσταση εάν ένα πρόσωπο ενεργεί για λογαριασμό της και έχει το δικαίωμα να συνάπτει συμβόλαια ή διατηρεί απόθεμα αγαθών και ασκεί σχετικές δραστηριότητες πωλήσεων.
- Άρθρο 6. Το Άρθρο 6 του ΦΕΚ ορίζει ότι το εισόδημα από ακίνητη περιουσία που βρίσκεται σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, το οποίο αποκτάται από κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, μπορεί να φορολογείται στο κράτος όπου βρίσκεται η περιουσία. Ο όρος "ακίνητη περιουσία" περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την άμεση χρήση, εκμίσθωση ή οποιαδήποτε άλλη μορφή χρήσης της, καθώς και την ακίνητη περιουσία μιας επιχείρησης ή που χρησιμοποιείται για ανεξάρτητες προσωπικές υπηρεσίες, αλλά εξαιρεί πλοία, πλοιάρια και αεροσκάφη.
- Άρθρο 6 α. Το Άρθρο 6α ορίζει ότι η ωφέλεια από την εκποίηση πλοίων ή αεροσκαφών που εκτελούν διεθνείς μεταφορές, ή κινητής περιουσίας που συνδέεται με αυτά, φορολογείται μόνο στο κράτος όπου φορολογούνται τα κέρδη από την εκμετάλλευσή τους σύμφωνα με το Άρθρο 8. Επίσης, η ωφέλεια από την εκποίηση μετοχών σε μη εισηγμένη εταιρεία μπορεί να φορολογείται στο κράτος κατοικίας της εταιρείας, ενώ κάθε άλλη περιουσία φορολογείται μόνο στο κράτος κατοικίας του εκποιούντος.
- Άρθρο 7. Το Άρθρο 7 του ΦΕΚ ορίζει ότι τα κέρδη μιας επιχείρησης φορολογούνται στο κράτος της έδρας της, εκτός αν δραστηριοποιείται σε άλλο κράτος μέσω μόνιμης εγκατάστασης, οπότε φορολογείται το κέρδος που αποδίδεται σε αυτήν. Επίσης, καθορίζει τον τρόπο προσδιορισμού των κερδών της μόνιμης εγκατάστασης, επιτρέποντας την έκπτωση δαπανών αλλά απαγορεύοντας την έκπτωση συγκεκριμένων πληρωμών προς την έδρα της επιχείρησης.
- Άρθρο 8. Το Άρθρο 8 του ΦΕΚ αφορά τη φορολόγηση κερδών από ναυτιλιακές και αεροπορικές μεταφορές σε διεθνείς μεταφορές, ορίζοντας ότι αυτά φορολογούνται μόνο στο κράτος νηολόγησης των πλοίων ή έδρας της επιχείρησης αεροσκάφους, ενώ παράλληλα διατηρεί τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των Συμβαλλόμενων Κρατών βάσει της Συμφωνίας μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και του Βασιλείου της Σαουδικής Αραβίας για την αποφυγή διπλής φορολογίας, η οποία υπογράφηκε στο Ριάντ στις 1-RABI' II-1427 (29 Απριλίου 2006).
- Άρθρο 9. Το Άρθρο 9 του ΦΕΚ, με τίτλο "ΣΥΝΔΕΟΜΕΝΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ", ορίζει ότι εάν δύο συνδεδεμένες επιχειρήσεις σε διαφορετικά Συμβαλλόμενα Κράτη έχουν εμπορικές ή οικονομικές σχέσεις με όρους διαφορετικούς από αυτούς μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων, τα κέρδη που δεν πραγματοποιήθηκαν λόγω αυτών των όρων μπορούν να φορολογηθούν στην επιχείρηση που τα δικαιούται. Επιπλέον, εάν ένα Κράτος φορολογήσει κέρδη μιας επιχείρησης που έχουν ήδη φορολογηθεί στο άλλο Κράτος, το άλλο Κράτος θα προσαρμόσει ανάλογα τον φόρο, συμβουλευόμενες οι αρμόδιες αρχές αν χρειαστεί.
- Άρθρο 10. Το Άρθρο 10 ορίζει τη φορολόγηση των μερισμάτων που καταβάλλονται μεταξύ Συμβαλλόμενων Κρατών, επιτρέποντας τη φορολόγηση στο κράτος κατοικίας του δικαιούχου ή στο κράτος κατοικίας της εταιρείας που καταβάλλει τα μερίσματα, με ανώτατο συντελεστή 5% για τον δικαιούχο. Επίσης, διευκρινίζει τον ορισμό των "μερισμάτων" και εξαιρεί περιπτώσεις όπου τα μερίσματα συνδέονται ουσιαστικά με μόνιμη εγκατάσταση ή καθορισμένη βάση στο άλλο κράτος.
- Άρθρο 11. Το Άρθρο 11 ορίζει τη φορολόγηση του εισοδήματος από απαιτήσεις χρέους μεταξύ Συμβαλλόμενων Κρατών, επιτρέποντας τη φορολόγηση στο κράτος κατοικίας του δικαιούχου, αλλά με ανώτατο συντελεστή 5% στο κράτος προέλευσης του εισοδήματος, εκτός αν υπάρχει μόνιμη εγκατάσταση ή καθορισμένη βάση που συνδέεται με την απαίτηση.
- Άρθρο 12. Το Άρθρο 12 του ΦΕΚ ορίζει τη φορολόγηση των δικαιωμάτων που προκύπτουν σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος και καταβάλλονται σε κάτοικο του άλλου, επιτρέποντας τη φορολόγησή τους στο κράτος του δικαιούχου ή στο κράτος προέλευσης με ανώτατο συντελεστή 10% επί του ακαθάριστου ποσού, εκτός αν τα δικαιώματα συνδέονται με μόνιμη εγκατάσταση ή καθορισμένη βάση στο κράτος προέλευσης. Ο όρος "δικαιώματα" περιλαμβάνει πληρωμές για χρήση ή δικαίωμα χρήσης πνευματικών δικαιωμάτων, ευρεσιτεχνιών, εμπορικών σημάτων, βιομηχανικού εξοπλισμού, ή για πληροφορίες βιομηχανικής, εμπορικής ή επιστημονικής εμπειρίας.
- Άρθρο 13. Το Άρθρο 13 της Σύμβασης ορίζει ότι η ωφέλεια από την εκποίηση ακίνητης περιουσίας που βρίσκεται σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί να φορολογείται σε αυτό το Κράτος, ενώ η ωφέλεια από την εκποίηση κινητής περιουσίας που συνδέεται με μόνιμη εγκατάσταση ή καθορισμένη βάση στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί επίσης να φορολογείται εκεί.
- Άρθρο 14. Το Άρθρο 14 ορίζει ότι το εισόδημα από ανεξάρτητες δραστηριότητες φορολογείται μόνο στο ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, εκτός εάν ο φορολογούμενος διατηρεί καθορισμένη βάση στο άλλο Κράτος, παραμένει εκεί για τουλάχιστον 183 ημέρες σε διάστημα 12 μηνών, ή η αμοιβή του από το άλλο Κράτος υπερβαίνει τις 140.000 ευρώ ετησίως, ενώ ορίζει επίσης ότι ο όρος "επαγγελματικές υπηρεσίες" περιλαμβάνει επιστημονικές, φιλολογικές, καλλιτεχνικές, εκπαιδευτικές, διδακτικές, καθώς και δραστηριότητες ιατρών, δικηγόρων, μηχανικών, αρχιτεκτόνων, οδοντιάτρων και λογιστών.
- Άρθρο 15. Το Άρθρο 15 της Σύμβασης ορίζει ότι οι αμοιβές από εξαρτημένη απασχόληση φορολογούνται στο κράτος κατοικίας του εργαζομένου, εκτός εάν η απασχόληση ασκείται στο άλλο συμβαλλόμενο κράτος, όπου τότε μπορεί να φορολογηθεί εκεί. Ωστόσο, η αμοιβή φορολογείται μόνο στο κράτος κατοικίας εάν ο εργαζόμενος παραμένει στο άλλο κράτος για λιγότερο από 183 ημέρες σε διάστημα 12 μηνών, ο εργοδότης δεν είναι κάτοικος του άλλου κράτους και η αμοιβή δεν επιβαρύνει μόνιμη εγκατάσταση του εργοδότη εκεί. Τέλος, αμοιβές από εξαρτημένη απασχόληση σε πλοία ή αεροσκάφη σε διεθνείς μεταφορές μπορούν να φορολογηθούν στο κράτος όπου φορολογούνται τα κέρδη από την εκμετάλλευση αυτών των μέσων.
- Άρθρο 16. Το Άρθρο 16 ορίζει ότι οι αμοιβές διευθυντικών στελεχών που είναι κάτοικοι ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, αλλά κατέχουν θέση στο διοικητικό συμβούλιο εταιρείας που εδρεύει στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, μπορούν να φορολογούνται σε αυτό το άλλο Κράτος.
- Άρθρο 17. Το Άρθρο 17 της Σύμβασης ορίζει ότι το εισόδημα καλλιτεχνών και αθλητών που αποκτάται από προσωπικές δραστηριότητες σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί να φορολογείται σε αυτό το Κράτος, εκτός εάν η επίσκεψη υποστηρίζεται εξ ολοκλήρου ή κυρίως από δημόσια κεφάλαια του πρώτου Συμβαλλόμενου Κράτους ή πραγματοποιείται υπό πολιτισμική συμφωνία.
- Άρθρο 18. Το Άρθρο 18 της Σύμβασης ορίζει ότι οι συντάξεις και παρόμοιες αμοιβές που καταβάλλονται σε κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους για προηγούμενη απασχόληση φορολογούνται μόνο σε αυτό το Κράτος. Το Άρθρο 19, παράγραφος 1α, αναφέρει ότι μισθοί, ημερομίσθια και παρόμοιες αμοιβές (εκτός συντάξεων) που καταβάλλονται από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, πολιτική υποδιαίρεση ή τοπική αρχή σε φυσικό πρόσωπο για υπηρεσίες προς αυτό το Κράτος, υποδιαίρεση ή αρχή, φορολογούνται μόνο σε αυτό το Κράτος.
- Άρθρο 19. Το Άρθρο 19 της Σύμβασης ορίζει ότι οι μισθοί, ημερομίσθια και άλλες παρόμοιες αμοιβές, καθώς και οι συντάξεις που καταβάλλονται από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, πολιτική υποδιαίρεση ή τοπική αρχή σε φυσικό πρόσωπο για υπηρεσίες που παρασχέθηκαν προς αυτό, φορολογούνται μόνο στο Κράτος που τις καταβάλλει, εκτός εάν το φυσικό πρόσωπο είναι κάτοικος και υπήκοος του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους. Οι διατάξεις των Άρθρων 15, 16, 17 και 18 εφαρμόζονται σε αυτές τις πληρωμές που σχετίζονται με επαγγελματική δραστηριότητα του Κράτους ή των υποδιαιρέσεών του.
- Άρθρο 20. Το Άρθρο 20 ορίζει ότι τα χρηματικά ποσά που λαμβάνουν μαθητές, εκπαιδευόμενοι ή μαθητευόμενοι για συντήρηση, εκπαίδευση ή εξάσκηση, προερχόμενα από πηγές εκτός του Συμβαλλόμενου Κράτους όπου βρίσκονται για εκπαιδευτικούς σκοπούς, δεν φορολογούνται σε αυτό το κράτος. Επιπλέον, αμοιβές για υπηρεσίες που εκτελούνται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος δεν φορολογούνται εκεί για όσο διάστημα απαιτείται επίσημα για την ολοκλήρωση των σπουδών.
- Άρθρο 21. Το Άρθρο 21 ορίζει ότι οι αμοιβές που λαμβάνουν καθηγητές ή ερευνητές, οι οποίοι ήταν κάτοικοι ενός Συμβαλλόμενου Κράτους πριν από την πρόσκλησή τους στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος για διδασκαλία ή έρευνα, δεν θα φορολογούνται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος για περίοδο έως 3 έτη.
- Άρθρο 22. Το Άρθρο 22 της Σύμβασης ορίζει ότι εισοδήματα κατοίκου ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, που δεν καλύπτονται από προηγούμενα άρθρα, φορολογούνται μόνο στο Κράτος κατοικίας, εκτός εάν συνδέονται ουσιαστικά με μόνιμη εγκατάσταση ή σταθερή βάση στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, οπότε εφαρμόζονται τα Άρθρα 7 ή 14. Το Άρθρο 23 αναφέρει ότι κεφάλαιο που αντιπροσωπεύεται από ακίνητη περιουσία, η οποία ανήκει σε κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους και βρίσκεται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, μπορεί να φορολογείται στο Κράτος όπου βρίσκεται η ακίνητη περιουσία.
- Άρθρο 24. Το Άρθρο 24 της Σύμβασης αποφυγής διπλής φορολογίας μεταξύ Ελλάδας και Σαουδικής Αραβίας ορίζει ότι το κράτος κατοικίας θα χορηγεί έκπτωση φόρου για εισόδημα ή κεφάλαιο που φορολογείται στο άλλο κράτος, με ανώτατο όριο το ποσό του φόρου που αντιστοιχεί στο φορολογητέο εισόδημα/κεφάλαιο. Επίσης, προβλέπει ότι για τα πρώτα 5 χρόνια ισχύος της Σύμβασης, φόροι που απαλλάσσονται ή μειώνονται για την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης θα θεωρούνται πληρωμένοι και θα εκπίπτουν.
- Άρθρο 25. Το Άρθρο 25 περιγράφει τη διαδικασία επίλυσης διαφορών και αμφιβολιών σχετικά με την ερμηνεία ή την εφαρμογή της Σύμβασης μεταξύ των αρμόδιων αρχών των Συμβαλλομένων Κρατών, με σκοπό την αποφυγή φορολογίας που δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της, και επιτρέπει την απευθείας επικοινωνία και τη διακανονισμό μεθόδων εφαρμογής.
- Άρθρο 26. Το Άρθρο 26 της Σύμβασης ορίζει ότι οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλομένων Κρατών θα ανταλλάσσουν πληροφορίες απαραίτητες για την εφαρμογή της Σύμβασης και των εσωτερικών νομοθεσιών τους σχετικά με τους φόρους που καλύπτονται από αυτήν, διασφαλίζοντας την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών και την αποκάλυψή τους μόνο σε αρμόδια πρόσωπα ή αρχές για σκοπούς φορολογικής βεβαίωσης, είσπραξης, εκτέλεσης, δίωξης ή εκδίκασης προσφυγών.
- Άρθρο 27. Το Άρθρο 27 της Σύμβασης ορίζει ότι το εισόδημα που αποκτάται από την Κυβέρνηση (συμπεριλαμβανομένης της Τράπεζας της Ελλάδος ή της Νομισματικής Αρχής της Σαουδικής Αραβίας) και κρατικά ελεγχόμενες οντότητες, καθώς και τα κέρδη από την πώληση σχετικών μετοχών, χρεογράφων ή δικαιωμάτων, θα απαλλάσσονται από τη φορολογία στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος.
- Άρθρο 28. Το Άρθρο 28 του νόμου κυρώνει τη Σύμβαση μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και του Βασιλείου της Σαουδικής Αραβίας για την αποφυγή διπλής φορολογίας και την αποτροπή φοροδιαφυγής σχετικά με φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου, η οποία υπεγράφη στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2008, και διευκρινίζει ότι η Σύμβαση δεν επηρεάζει τα φορολογικά προνόμια των μελών διπλωματικών ή προξενικών αποστολών.
- Άρθρο 29. Το Άρθρο 29, με τίτλο "ΘΕΣΗ ΣΕ ΙΣΧΥ", ορίζει ότι η Σύμβαση τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του δεύτερου μήνα μετά τη λήψη της τελευταίας γνωστοποίησης ολοκλήρωσης των διαδικασιών από τα Συμβαλλόμενα Κράτη, και οι διατάξεις της εφαρμόζονται σε παρακρατούμενους φόρους από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου ημερολογιακού έτους μετά την έναρξη ισχύος, και σε λοιπούς φόρους για οικονομικά έτη που ξεκινούν από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου ημερολογιακού έτους μετά την έναρξη ισχύος.
- Άρθρο 30. Το Άρθρο 30 της Σύμβασης ορίζει ότι κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί να καταγγείλει τη Σύμβαση μετά από πέντε χρόνια από την έναρξή της, με την καταγγελία να τίθεται σε ισχύ στις 30 Ιουνίου του επόμενου έτους για φόρους που παρακρατούνται στην πηγή και για οικονομικά έτη που αρχίζουν μετά το τέλος του έτους κοινοποίησης της καταγγελίας για άλλους φόρους. Η Σύμβαση υπογράφηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2008 από την Ελληνική Δημοκρατία (εκπροσωπούμενη από τον Γεώργιο Αλογοσκούφη) και το Βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας (εκπροσωπούμενο από τον Imbrahim A. AL-ASSAF).
- Άρθρο preamble. Το Άρθρο πρώτο του Νόμου 3821, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 20 στις 16 Φεβρουαρίου 2010, κυρώνει τη Σύμβαση μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και του Βασιλείου της Σαουδικής Αραβίας για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και την αποτροπή της φοροδιαφυγής σχετικά με τους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου.
Πρόσφατες αναφορές
- Αρχική δημοσίευση: Νόμος 3821 — ΦΕΚ Α' 20/2010
Ο Νόμος 3821/2010 κυρώνει τη Σύμβαση μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και του Βασιλείου της Σαουδικής Αραβίας για την αποφυγή διπλής φορολογίας και την αποτροπή φοροδιαφυγής σχετικά με φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου, η οποία υπεγράφη στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2008. Η Σύμβαση ορίζει τους όρους "κάτοικος" και "μόνιμη εγκατάσταση", καθώς και τη φορολόγηση διαφόρων ειδών εισοδήματος όπως ακίνητη περιουσία, κέρδη επιχειρήσεων, μερίσματα, τόκοι, δικαιώματα, μισθοί, και εισοδήματα καλλιτεχνών και αθλητών. Επίσης, καθορίζει τη διαδικασία αποφυγής διπλής φορολογίας, την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών, και τις εξαιρέσεις για κυβερνητικές οντότητες και διπλωματικές αποστολές. Η Σύμβαση τέθηκε σε ισχύ την πρώτη ημέρα του δεύτερου μήνα μετά την ολοκλήρωση των διαδικασιών από τα δύο κράτη και μπορεί να καταγγελθεί μετά από πέντε χρόνια.
Σχετικοί νόμοι
Νομοθεσία του 2010
Επιστροφή στη λίστα νόμων