Νόμος 3378/2005 — Χρονολόγιο τροποποιήσεων
Ο Νόμος 3378/2005 κυρώνει την αναθεωρημένη Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία της Αρχαιολογικής Κληρονομιάς, η οποία υπογράφηκε στη Βαλέττα στις 16 Ιανουαρίου 1992. Η Σύμβαση αυτή θέτει ως σκοπό την προστασία της αρχαιολογικής κληρονομιάς ως πηγής συλλογικής μνήμης και εργαλείου μελέτης, αναθέτοντας στα συμβαλλόμενα κράτη την υποχρέωση θέσπισης νομικού καθεστώτος προστασίας, ελέγχου αρχαιολογικών δραστηριοτήτων, φυσικής προστασίας των χώρων και συνεργασίας με πολεοδόμους και χωροτάκτες. Επίσης, προβλέπει τη δημόσια οικονομική υποστήριξη της αρχαιολογικής έρευνας, τη συστηματική καταγραφή και χαρτογράφηση αρχαιολογικών χώρων, την ανταλλαγή στοιχείων για επιστημονικούς σκοπούς και την εκπαιδευτική δραστηριότητα για την αφύπνιση της κοινής γνώμης. Η Σύμβαση καθορίζει επίσης τις υποχρεώσεις για την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με παράνομες ανασκαφές, την παροχή αμοιβαίας τεχνικής και επιστημονικής βοήθειας, τη συγκρότηση επιτροπής εμπειρογνωμόνων για την παρακολούθηση της εφαρμογής της και τις διαδικασίες υπογραφής, επικύρωσης και έναρξης ισχύος της.
Άρθρα
- Άρθρο 1. Το Άρθρο 1 της αναθεωρημένης Σύμβασης ορίζει ως σκοπό την προστασία της αρχαιολογικής κληρονομιάς ως πηγής συλλογικής μνήμης και εργαλείου ιστορικής/επιστημονικής μελέτης, περιλαμβάνοντας όλα τα κατάλοιπα, αντικείμενα και ίχνη ανθρώπινης ύπαρξης από το παρελθόν που βρίσκονται σε περιοχές δικαιοδοσίας των Συμβαλλομένων. Το Άρθρο 2 αναθέτει σε κάθε συμβαλλόμενο κράτος την υποχρέωση θέσπισης νομικού καθεστώτος προστασίας, που περιλαμβάνει οργάνωση ευρετηρίου, δημιουργία εφεδρικών αρχαιολογικών ζωνών και υποχρέωση αναφοράς τυχαίων ευρημάτων στις αρμόδιες Αρχές.
- Άρθρο 3. Το Άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία της Αρχαιολογικής Κληρονομιάς (αναθεωρημένη) επιβάλλει στα Συμβαλλόμενα Κράτη την εφαρμογή διαδικασιών εγκρίσεως και ελέγχου αρχαιολογικών δραστηριοτήτων για την αποτροπή παράνομων ανασκαφών και τη διασφάλιση επιστημονικών μεθόδων, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης μη καταστρεπτικών τεχνικών και της προστασίας των ευρημάτων.
- Άρθρο 4. Το Άρθρο 4 ορίζει ότι κάθε Συμβαλλόμενος πρέπει να λάβει μέτρα για τη φυσική προστασία της αρχαιολογικής κληρονομιάς, συμπεριλαμβανομένης της απόκτησης ή προστασίας εφεδρικών αρχαιολογικών ζωνών, της συντήρησης κατά προτίμηση στη θέση εύρεσης, και της οργάνωσης αποθηκευτικών χώρων για ευρήματα.
- Άρθρο 5. Το Άρθρο 5 του εγγράφου ΦΕΚ καθορίζει την ανάγκη για συστηματική συνεργασία μεταξύ αρχαιολόγων, πολεοδόμων και χωροτακτών για την τροποποίηση αναπτυξιακών σχεδιασμών που ενδέχεται να βλάψουν την αρχαιολογική κληρονομιά, τη διασφάλιση μελετών περιβαλλοντικών επιπτώσεων που λαμβάνουν υπόψη αρχαιολογικούς χώρους, τη διατήρηση ευρημάτων στη θέση τους και την αποφυγή προσβολής του αρχαιολογικού χαρακτήρα κατά το άνοιγμα χώρων στο κοινό. Το Άρθρο 6 αναλαμβάνει την υποχρέωση για δημόσια οικονομική υποστήριξη της αρχαιολογικής έρευνας και αύξηση υλικών πόρων για σωστική αρχαιολογική έρευνα, καλύπτοντας το κόστος αρχαιολογικών εργασιών σε μεγάλα έργα και συμπεριλαμβάνοντας τις σχετικές μελέτες και δημοσιεύσεις στον προϋπολογισμό τους.
- Άρθρο 6. Το Άρθρο 7 του εγγράφου ΦΕΚ ορίζει ότι κάθε Συμβαλλόμενος υποχρεούται να πραγματοποιήσει ή να εκσυγχρονίσει έρευνες, καταγραφές και χαρτογραφήσεις αρχαιολογικών χώρων και να υιοθετήσει μέτρα για τη δημοσίευση συνοπτικών επιστημονικών συγγραμμάτων μετά το πέρας των αρχαιολογικών εργασιών, με στόχο τη διευκόλυνση της μελέτης και διάδοσης πληροφοριών για αρχαιολογικές ανακαλύψεις.
- Άρθρο 8. Το Άρθρο 8 ορίζει ότι κάθε Συμβαλλόμενος οφείλει να διευκολύνει την ανταλλαγή στοιχείων της αρχαιολογικής κληρονομιάς για επιστημονικούς σκοπούς, διασφαλίζοντας την προστασία της αξίας τους, και να προωθεί την ανταλλαγή πληροφοριών για ανασκαφές και διεθνή ερευνητικά προγράμματα.
- Άρθρο 9. Το Άρθρο 9 ορίζει ότι κάθε Συμβαλλόμενος οφείλει να αναπτύξει εκπαιδευτική δραστηριότητα για την αφύπνιση της κοινής γνώμης σχετικά με την αξία και τους κινδύνους της αρχαιολογικής κληρονομιάς, να διευκολύνει την πρόσβαση του κοινού σε μνημεία, να διασφαλίζει ότι οι ανασκαφές διεξάγονται από εξειδικευμένο προσωπικό και να υποβάλλει σε ειδική προέγκριση τη χρήση ανιχνευτών μετάλλου και άλλου εξοπλισμού αρχαιολογικής έρευνας.
- Άρθρο 10. Το Άρθρο 10 της αναθεωρημένης Σύμβασης ορίζει τις υποχρεώσεις των Συμβαλλομένων Κρατών για την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με παράνομες ανασκαφές, την ενημέρωση για ύποπτες αρχαιότητες, και τη λήψη μέτρων για την αποτροπή απόκτησης αρχαιολογικής κληρονομιάς από μουσεία και ιδρύματα που προέρχεται από παράνομες ή ανεξέλεγκτες δραστηριότητες. Το Άρθρο 11 διευκρινίζει ότι η παρούσα Σύμβαση δεν επηρεάζει υφιστάμενες ή μελλοντικές διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες σχετικά με την παράνομη διακίνηση αρχαιοτήτων.
- Άρθρο 11. Το Άρθρο 12, με τίτλο "Αμοιβαία τεχνική και επιστημονική βοήθεια", ορίζει ότι οι Συμβαλλόμενοι αναλαμβάνουν την υποχρέωση να παρέχουν αμοιβαίως τεχνική και επιστημονική βοήθεια μέσω ανταλλαγών εμπειριών και εμπειρογνωμόνων σε θέματα αρχαιολογικής κληρονομιάς, καθώς και να ενθαρρύνουν ανταλλαγές ειδικών στη συντήρηση της αρχαιολογικής κληρονομιάς, συμπεριλαμβανομένων των υπευθύνων μετεκπαίδευσης, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες και τις διεθνείς συμφωνίες τους.
- Άρθρο 12. Το Άρθρο 13 της (αναθεωρημένης) Σύμβασης προβλέπει τη συγκρότηση μιας επιτροπής εμπειρογνωμόνων από τη Σύνοδο Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, σύμφωνα με το άρθρο 17 του Καταστατικού του, για τον έλεγχο της εφαρμογής της Σύμβασης.
- Άρθρο 13. Το Άρθρο 13 περιγράφει τις αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Ευρώπης για την παρακολούθηση της εφαρμογής της (αναθεωρημένης) Σύμβασης, συμπεριλαμβανομένης της υποβολής αναφορών, προτάσεων μέτρων και συστάσεων για την προσχώρηση μη κρατών μελών. Το Άρθρο 14 ορίζει ότι η (αναθεωρημένη) Σύμβαση είναι ανοικτή για υπογραφή από τα Κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης και άλλα Συμβαλλόμενα Μέρη στην Ευρωπαϊκή Πολιτιστική Σύμβαση.
- Άρθρο 14. Το Άρθρο 14 καθορίζει τη διαδικασία υπογραφής, επικύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης της (αναθεωρημένης) Σύμβασης από τα Κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης και άλλα συμβαλλόμενα μέρη στην Ευρωπαϊκή Πολιτιστική Σύμβαση, θέτοντας ως προϋπόθεση την καταγγελία της προηγούμενης Σύμβασης της 6ης Μαΐου 1969, και ορίζει ότι η Σύμβαση θα τεθεί σε ισχύ έξι μήνες μετά την κατάθεση των πράξεων από τέσσερα κράτη (τρία εκ των οποίων μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης).
- Άρθρο 15. Το Άρθρο 15 ορίζει ότι μετά την έναρξη ισχύος της αναθεωρημένης Σύμβασης, η Σύνοδος Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης μπορεί να προσκαλέσει κράτη μη μέλη και την Ευρωπαϊκή Ένωση να προσχωρήσουν σε αυτήν με απόφαση πλειοψηφίας.
- Άρθρο 16. Το Άρθρο 16 ορίζει ότι κάθε Κράτος μπορεί να δηλώσει τις περιοχές εφαρμογής της Σύμβασης κατά την υπογραφή ή επικύρωσή της, να επεκτείνει την εφαρμογή της σε νέες περιοχές με δήλωση προς τον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης (με έναρξη ισχύος έξι μήνες μετά την αποδοχή της δήλωσης), και να αποσύρει τέτοιες δηλώσεις με κοινοποίηση στον Γενικό Γραμματέα (με ανάκληση έξι μήνες μετά την παραλαβή της κοινοποίησης).
- Άρθρο 17. Το Άρθρο 17 ορίζει ότι κάθε Συμβαλλόμενος μπορεί να καταγγείλει την αναθεωρημένη Σύμβαση οποιαδήποτε στιγμή, με κοινοποίηση στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, και η καταγγελία θα ισχύει έξι μήνες μετά την παραλαβή της κοινοποίησης.
- Άρθρο 18. Το Άρθρο 18 περιγράφει τη διαδικασία κοινοποίησης της αναθεωρημένης Σύμβασης από τον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης στα Κράτη μέλη, στα συμβαλλόμενα μέρη της Ευρωπαϊκής Πολιτιστικής Σύμβασης και σε άλλα Κράτη ή την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, συμπεριλαμβανομένων των υπογραφών, των πράξεων επικύρωσης, των ημερομηνιών έναρξης ισχύος (σύμφωνα με τα άρθρα 14, 15, 16) και άλλων σχετικών πληροφοριών, με την αυθεντική Σύμβαση να έχει υπογραφεί στη Βαλέττα στις 16 Ιανουαρίου 1992.
- Άρθρο 20. Το Άρθρο 20 ορίζει ότι η αναθεωρημένη Σύμβαση τίθεται σε ισχύ για κάθε συμβαλλόμενο Κράτος έξι μήνες μετά την κατάθεση της πράξης επικύρωσης, αποδοχής ή έγκρισής της στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου της Ευρώπης, και για κάθε νέο Κράτος ή την Ευρωπαϊκή Ένωση έξι μήνες μετά την κατάθεση της πράξης προσχώρησης.
- Άρθρο 28. Το Άρθρο 28 του Νόμου 5378/2005 κυρώνει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία της αρχαιολογικής κληρονομιάς (αναθεωρημένη), η οποία υπογράφηκε στη Βαλέττα στις 16 Ιανουαρίου 1992, και έχει ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος.
- Άρθρο 204 τ. Το άρθρο 204 τ του Καταστατικού του Συμβουλίου της Ευρώπης, με ομόφωνη ψήφο των αντιπροσώπων των συμβαλλόμενων Κρατών, ορίζει ότι για κάθε Κράτος που θα προσχωρήσει ή για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η αναθεωρημένη Σύμβαση θα τεθεί σε ισχύ έξι μήνες μετά την κατάθεση της πράξης προσχώρησης στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου της Ευρώπης.
- Άρθρο preamble. Το Άρθρο πρώτο του Νόμου Υπ' Αριθ. 3378, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Τεύχος Πρώτο, Αρ. Φύλλου 203 στις 19 Αυγούστου 2005, κυρώνει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία της αρχαιολογικής κληρονομιάς (αναθεωρημένη).
Πρόσφατες αναφορές
- Αρχική δημοσίευση: Νόμος 3378 — ΦΕΚ Α' 203/2005
Ο Νόμος 3378/2005 κυρώνει την αναθεωρημένη Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία της Αρχαιολογικής Κληρονομιάς, η οποία υπογράφηκε στη Βαλέττα στις 16 Ιανουαρίου 1992. Η Σύμβαση αυτή θέτει ως σκοπό την προστασία της αρχαιολογικής κληρονομιάς ως πηγής συλλογικής μνήμης και εργαλείου μελέτης, αναθέτοντας στα συμβαλλόμενα κράτη την υποχρέωση θέσπισης νομικού καθεστώτος προστασίας, ελέγχου αρχαιολογικών δραστηριοτήτων, φυσικής προστασίας των χώρων και συνεργασίας με πολεοδόμους και χωροτάκτες. Επίσης, προβλέπει τη δημόσια οικονομική υποστήριξη της αρχαιολογικής έρευνας, τη συστηματική καταγραφή και χαρτογράφηση αρχαιολογικών χώρων, την ανταλλαγή στοιχείων για επιστημονικούς σκοπούς και την εκπαιδευτική δραστηριότητα για την αφύπνιση της κοινής γνώμης. Η Σύμβαση καθορίζει επίσης τις υποχρεώσεις για την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με παράνομες ανασκαφές, την παροχή αμοιβαίας τεχνικής και επιστημονικής βοήθειας, τη συγκρότηση επιτροπής εμπειρογνωμόνων για την παρακολούθηση της εφαρμογής τη…
Σχετικοί νόμοι
Νομοθεσία του 2005
Επιστροφή στη λίστα νόμων