Νόμος 3365/2005 — Χρονολόγιο τροποποιήσεων

Ο Νόμος 3365/2005 κυρώνει τη Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν, η οποία αφορά τη φορολόγηση των τόκων από αποταμιεύσεις και προβλέπει μέτρα ισοδύναμα με την οδηγία 2003/48/ΕΚ. Η συμφωνία καθορίζει τον ορισμό του "πραγματικού δικαιούχου" και του "φορέα πληρωμής", καθώς και τους τύπους τόκων που καλύπτονται, ενώ θέτει παρακράτηση φόρου επί των τόκων που καταβάλλονται από φορείς πληρωμής του Λιχτενστάιν σε κατοίκους κρατών μελών της ΕΕ. Τα ποσοστά παρακράτησης είναι 15% για τα πρώτα τρία έτη, 20% για τα επόμενα τρία και 35% στη συνέχεια, ενώ προβλέπεται και διαδικασία εθελοντικής γνωστοποίησης. Η συμφωνία περιλαμβάνει μεταβατικές διατάξεις για συγκεκριμένους χρεωστικούς τίτλους και ορίζει την έναρξη ισχύος και τη διάρκεια της, με πιθανή ημερομηνία έναρξης εφαρμογής την 1η Ιουλίου 2005.

Άρθρα

  1. Άρθρο 3. Το Άρθρο 3 ορίζει ότι ο πραγματικός δικαιούχος κατέχει τον χρεωστικό τίτλο, εκτός εάν αποδείξει την ημερομηνία αγοράς, και αναφέρει ότι οι φόροι και οι παρακρατήσεις πιστώνονται έναντι του ποσού παρακράτησης, συμπεριλαμβανομένου του Οσμοπσίεμεν του Λιχτενστάιν με ποσοστό 495%. Το Άρθρο 4 ορίζει τον "πραγματικό δικαιούχο" ως το φυσικό πρόσωπο που εισπράττει τόκους για δικό του σκοπό ή προς όφελός του, εκτός εάν αποδείξει ότι δεν τους εισέπραξε για δικό του λογαριασμό.
  2. Άρθρο 4. Το Άρθρο 4 ορίζει ότι ένα φυσικό πρόσωπο δεν θεωρείται πραγματικός δικαιούχος τόκων εάν ενεργεί ως φορέας πληρωμής, εξ ονόματος νομικού προσώπου ή εταιρείας επενδύσεων, ή εξ ονόματος άλλου φυσικού προσώπου που είναι ο πραγματικός δικαιούχος και αποκαλύπτει τα στοιχεία του. Το Άρθρο 5 αναφέρει ότι ο φορέας πληρωμής πρέπει να τηρεί βιβλίο με το ονοματεπώνυμο, τη διεύθυνση και την κατοικία του πραγματικού δικαιούχου για να προσδιορίσει την ταυτότητά του.
  3. Άρθρο 5. Το Άρθρο 5 ορίζει ότι για φυσικά πρόσωπα που προσκομίζουν διαβατήριο ή επίσημη ταυτότητα από κράτος μέλος και δηλώνουν κάτοικοι εκτός κρατών μελών και Λιχτενστάιν, η φορολογική κατοικία προσδιορίζεται με πιστοποιητικό φορολογικής κατοικίας, αλλιώς θεωρείται το κράτος έκδοσης του διαβατηρίου/ταυτότητας. Το Άρθρο 6 ορίζει ως "φορέα πληρωμής" στο Λιχτενστάιν τις τράπεζες, εμπόρους χρεογράφων, φυσικά/νομικά πρόσωπα και οικονομικούς φορείς που κατοικούν ή έχουν έδρα στο Λιχτενστάιν και διαχειρίζονται περιουσιακά στοιχεία τρίτων ή καταβάλλουν τόκους.
  4. Άρθρο 7. Το Άρθρο 7 ορίζει τους "τόκους" για τους σκοπούς της συμφωνίας, περιλαμβάνοντας τόκους από διάφορες απαιτήσεις, όπως καταθέσεις, τίτλους δημοσίου και ομολογιακά δάνεια, εξαιρουμένων των τόκων από δάνεια μεταξύ ιδιωτών που δεν σχετίζονται με δραστηριότητες, καθώς και δεδουλευμένους ή κεφαλαιοποιημένους τόκους κατά την πώληση, εξαγορά ή εξόφληση απαιτήσεων. Επίσης, ορίζει την αντιμετώπιση εισοδημάτων από οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων και άλλες οντότητες, με συγκεκριμένα ποσοστά επένδυσης σε χρεωστικούς τίτλους που ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου 2011.
  5. Άρθρο 13. Το Άρθρο 13 της συμφωνίας ορίζει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη θα διεξάγουν διαβουλεύσεις τουλάχιστον κάθε τρία έτη ή κατόπιν αιτήματος ενός μέρους, για την επανεξέταση και βελτίωση της τεχνικής λειτουργίας της συμφωνίας και την αξιολόγηση διεθνών εξελίξεων, ενώ το Άρθρο 14 διευκρινίζει ότι οι διμερείς συμβάσεις περί διπλής φορολογίας μεταξύ του Λιχτενστάιν και των κρατών μελών δεν εμποδίζουν την επιβολή της παρακράτησης που προβλέπει η παρούσα συμφωνία.
  6. Άρθρο 15. Το Άρθρο 15 της συμφωνίας θέτει μεταβατικές διατάξεις για τους διαπραγματεύσιμους χρεωστικούς τίτλους που εκδόθηκαν πριν από την 1η Μαρτίου 2001, ορίζοντας ότι δεν θεωρούνται απαιτήσεις κατά την έννοια του άρθρου 7(α) έως τις 31 Δεκεμβρίου 2010, υπό προϋποθέσεις που αφορούν την μη πραγματοποίηση επιπλέον εκδόσεων μετά την 1η Μαρτίου 2007 και την εγκατάσταση του φορέα πληρωμής στο Λιχτενστάιν.
  7. Άρθρο 16. Το Άρθρο 16 καθορίζει την υπογραφή, την έναρξη ισχύος και τη διάρκεια της συμφωνίας, η οποία τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του δεύτερου μήνα μετά την τελευταία γνωστοποίηση ολοκλήρωσης των διαδικασιών κύρωσης από τα συμβαλλόμενα μέρη, με πιθανή ημερομηνία έναρξης εφαρμογής την 1η Ιουλίου 2005 για το Λιχτενστάιν και την Κοινότητα, και παραμένει σε ισχύ μέχρι να καταγγελθεί από ένα από τα μέρη, με την καταγγελία να έχει ισχύ δώδεκα μήνες μετά την γνωστοποίηση.
  8. Άρθρο 18. Το Άρθρο 19 της συμφωνίας ορίζει ότι η συμφωνία εφαρμόζεται στα εδάφη όπου ισχύει η συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, καθώς και στο έδαφος του Λιχτενστάιν.
  9. Άρθρο 28 π. Το Άρθρο 28 π του ΦΕΚ κυρώνει τη Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν, η οποία προβλέπει μέτρα ισοδύναμα με την οδηγία 2003/48/ΕΚ για τη φορολόγηση των τόκων από αποταμιεύσεις, ενσωματώνοντας την ελληνική έννομη τάξη μέσω του ν. 3312/2005 (ΦΕΚ 35 Α). Η συμφωνία, μαζί με το συνοδευτικό Μνημόνιο, καθορίζει παρακράτηση φόρου επί των τόκων που καταβάλλονται από φορείς πληρωμής του Λιχτενστάιν σε πραγματικούς δικαιούχους που είναι κάτοικοι κράτους μέλους της ΕΕ, με ποσοστά 15% για τα πρώτα τρία έτη, 20% για τα επόμενα τρία και 35% στη συνέχεια, ενώ προβλέπει και διαδικασία εθελοντικής γνωστοποίησης των πληρωμών στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους.
  10. Άρθρο preamble. Το Άρθρο πρώτο του Νόμου 3365/2005 κυρώνει τη Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν, η οποία αφορά τη φορολόγηση των τόκων από αποταμιεύσεις, καθώς και το συνοδευτικό Μνημόνιο Συμφωνίας.

Πρόσφατες αναφορές

Σχετικοί νόμοι

Νομοθεσία του 2005

Επιστροφή στη λίστα νόμων