Νόμος 3300/2004 — Χρονολόγιο τροποποιήσεων

Ο Νόμος 3300/2004 κυρώνει τη Σύμβαση μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και την αποτροπή της φοροδιαφυγής σχετικά με φόρους εισοδήματος και ωφέλειας από κεφάλαιο. Η Σύμβαση, που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2005, ορίζει τους όρους για την φορολόγηση διαφόρων ειδών εισοδήματος, όπως μερίσματα, τόκοι, δικαιώματα και αμοιβές, καθώς και για την αποφυγή της διπλής φορολογίας μέσω πιστώσεων φόρου. Ρυθμίζει επίσης θέματα όπως η μόνιμη εγκατάσταση, οι ανεξάρτητες προσωπικές υπηρεσίες, οι αμοιβές διευθυντών, οι καλλιτέχνες και αθλητές, οι συντάξεις, οι μισθοί δημοσίων υπαλλήλων, οι σπουδαστές και οι καθηγητές, ενώ προβλέπει διαδικασίες αμοιβαίου διακανονισμού και ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών της Ελλάδας και της Ιρλανδίας.

Άρθρα

  1. Άρθρο 1. Το Άρθρο 1 της Σύμβασης, που εφαρμόζεται από την 23η Δεκεμβρίου 2004, ορίζει ότι η Σύμβαση ισχύει για πρόσωπα που είναι κάτοικοι ενός ή και των δύο Συμβαλλομένων Κρατών και καλύπτει φόρους εισοδήματος και ωφέλειας από κεφάλαιο που επιβάλλονται από κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος, ανεξάρτητα από τον τρόπο επιβολής.
  2. Άρθρο 2. Το Άρθρο 2 του ΦΕΚ ορίζει τους φόρους εισοδήματος και ωφέλειας από κεφάλαιο που καλύπτονται από τη Σύμβαση, αναφέροντας συγκεκριμένα στην Ελλάδα τον φόρο εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων ("Ελληνικός φόρος") και στην Ιρλανδία τον φόρο εισοδήματος, τον φόρο εταιρειών και τον φόρο από ωφέλεια κεφαλαίου ("Ιρλανδικός φόρος"), ενώ προβλέπει και την εφαρμογή σε μελλοντικούς παρόμοιους φόρους.
  3. Άρθρο 3. Το Άρθρο 3 της Σύμβασης ορίζει γενικούς όρους, συμπεριλαμβανομένων των "Ελληνική Δημοκρατία" και "Ιρλανδία" με αναφορά στα κυριαρχικά δικαιώματα επί των φυσικών πόρων, καθώς και τους όρους "Συμβαλλόμενο Κράτος", "πρόσωπο", "εταιρεία", "επιχείρηση", "διεθνείς μεταφορές", "υπήκοος" και "αρμόδια αρχή" (στην Ελλάδα ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών, στην Ιρλανδία ο Διευθυντής Εσόδων).
  4. Άρθρο 4. Το Άρθρο 4 της Σύμβασης ορίζει τον όρο "κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους" ως πρόσωπο που φορολογείται σε αυτό λόγω κατοικίας, διαμονής, τόπου διοίκησης ή παρόμοιου κριτηρίου, εξαιρουμένων όσων φορολογούνται μόνο για εισόδημα από πηγές εντός του κράτους. Σε περίπτωση διπλής κατοικίας, καθορίζεται η σειρά προτεραιότητας με βάση την μόνιμη οικογενειακή εστία, το κέντρο ζωτικών συμφερόντων, την συνήθη διαμονή, την υπηκοότητα, και τέλος, με αμοιβαία συμφωνία των αρμόδιων αρχών. Για μη φυσικά πρόσωπα, η κατοικία καθορίζεται από την έδρα της πραγματικής διοίκησης. Η Σύμβαση υπογράφηκε στις 24 Νοεμβρίου 2003 στην Αγγλική και Ελληνική γλώσσα, με την Ελληνική Δημοκρατία να εκπροσωπείται από τον ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΦΩΤΙΑΔΗ, Υφυπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, και την Ιρλανδία από την MARGARET HENNESSY, …
  5. Άρθρο 5. Το Άρθρο 5 της Σύμβασης ορίζει τον όρο "μόνιμη εγκατάσταση" ως έναν καθορισμένο τόπο επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, περιλαμβάνοντας τόπους διοίκησης, υποκαταστήματα, εργοστάσια, εργαστήρια, ορυχεία, καθώς και εργοτάξια ή έργα κατασκευής με διάρκεια άνω των εννέα (9) μηνών. Εξαιρούνται δραστηριότητες όπως αποθήκευση, έκθεση, παράδοση, αγορά αγαθών, συλλογή πληροφοριών, ή βοηθητικές/προπαρασκευαστικές δραστηριότητες, καθώς και η λειτουργία μέσω ανεξάρτητων πρακτόρων.
  6. Άρθρο 6. Το Άρθρο 6 ορίζει ότι το εισόδημα από ακίνητη περιουσία που βρίσκεται σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, συμπεριλαμβανομένου του εισοδήματος από γεωργία ή δασοκομία, μπορεί να φορολογείται σε αυτό το Κράτος, και διευκρινίζει τον ορισμό της "ακίνητης περιουσίας" σύμφωνα με τη νομοθεσία του Κράτους όπου βρίσκεται. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται στην άμεση χρήση, εκμίσθωση ή οποιαδήποτε άλλη μορφή χρήσης ακίνητης περιουσίας, καθώς και στο εισόδημα από ακίνητη περιουσία μιας επιχείρησης ή που χρησιμοποιείται για ανεξάρτητες προσωπικές υπηρεσίες.
  7. Άρθρο 6 κ. Το Άρθρο 6 κ ρυθμίζει τη φορολόγηση κερδών από την εκποίηση περιουσίας, ορίζοντας ότι τέτοια κέρδη μπορούν να φορολογηθούν στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος εάν η περιουσία αποτελεί μέρος μόνιμης εγκατάστασης ή αποδίδεται σε καθορισμένη βάση, ενώ κέρδη από την εκποίηση πλοίων ή αεροσκαφών που εκτελούν διεθνείς μεταφορές φορολογούνται μόνο στο Συμβαλλόμενο Κράτος όπου φορολογούνται τα κέρδη από την εκμετάλλευσή τους.
  8. Άρθρο 7. Το Άρθρο 7 του ΦΕΚ ορίζει ότι τα κέρδη μιας επιχείρησης φορολογούνται στο κράτος της έδρας της, εκτός αν δραστηριοποιείται σε άλλο κράτος μέσω μόνιμης εγκατάστασης, οπότε τα κέρδη που αποδίδονται σε αυτήν μπορούν να φορολογηθούν στο άλλο κράτος. Η φορολόγηση των κερδών της μόνιμης εγκατάστασης βασίζεται στην αρχή της ανεξάρτητης συναλλαγής, επιτρέποντας την έκπτωση δαπανών, και η μέθοδος προσδιορισμού των κερδών πρέπει να είναι σταθερή ετησίως, εκτός αν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για αλλαγή.
  9. Άρθρο 8. Το Άρθρο 8 ορίζει ότι τα κέρδη από τη ναυτιλιακή εκμετάλλευση πλοίων σε διεθνείς μεταφορές φορολογούνται μόνο στο κράτος νηολόγησης ή έκδοσης ναυτιλιακών εγγράφων, ενώ τα κέρδη από την εκμετάλλευση αεροσκαφών σε διεθνείς μεταφορές φορολογούνται μόνο στο κράτος της πραγματικής διεύθυνσης της επιχείρησης. Οι διατάξεις αυτές επεκτείνονται και σε κέρδη από ενοικίαση πλοίων ή αεροσκαφών που χρησιμοποιούνται σε διεθνείς μεταφορές, καθώς και σε συμμετοχή σε "POOL" ή διεθνή πρακτορεία.
  10. Άρθρο 9. Το Άρθρο 9, "ΣΥΝΔΕΟΜΕΝΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ", ορίζει ότι εάν δύο συνδεδεμένες επιχειρήσεις σε διαφορετικά Συμβαλλόμενα Κράτη έχουν εμπορικές ή οικονομικές σχέσεις με όρους που διαφέρουν από αυτούς μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων, τα κέρδη που δεν έχουν πραγματοποιηθεί λόγω αυτών των όρων μπορούν να φορολογηθούν στην επιχείρηση που θα τα είχε πραγματοποιήσει. Επίσης, προβλέπει ότι εάν ένα κράτος φορολογήσει κέρδη μιας επιχείρησης που έχουν ήδη φορολογηθεί στο άλλο κράτος, το άλλο κράτος θα προσαρμόσει ανάλογα τον φόρο, με πιθανή διαβούλευση μεταξύ των αρμόδιων αρχών.
  11. Άρθρο 10. Το Άρθρο 10 του ΦΕΚ καθορίζει τη φορολογία των μερισμάτων που καταβάλλονται μεταξύ Συμβαλλόμενων Κρατών, επιτρέποντας τη φορολόγησή τους στο κράτος κατοικίας του δικαιούχου, αλλά και στο κράτος κατοικίας της εταιρείας που τα καταβάλλει, με ανώτατα όρια φόρου 5% ή 15% ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής. Επίσης, ορίζει ότι οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόζονται εάν τα μερίσματα συνδέονται ουσιαστικά με μόνιμη εγκατάσταση ή καθορισμένη βάση στο άλλο κράτος, και διευκρινίζει τον ορισμό των "μερισμάτων" ως εισόδημα από μετοχές ή ισοδύναμες διανομές.
  12. Άρθρο 11. Το Άρθρο 11 ορίζει ότι οι τόκοι που προκύπτουν σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος και καταβάλλονται σε κάτοικο του άλλου μπορούν να φορολογούνται και στα δύο κράτη, με τον φόρο στο κράτος προέλευσης να μην υπερβαίνει το 5% του ακαθάριστου ποσού των τόκων, εφόσον ο εισπράττων είναι ο δικαιούχος. Ο όρος "τόκοι" περιλαμβάνει εισόδημα από απαιτήσεις κάθε είδους, κρατικά χρεόγραφα, ομολογίες, καθώς και εισόδημα που φορολογείται ως δάνειο, αλλά όχι εισόδημα που θεωρείται μέρισμα.
  13. Άρθρο 12. Το Άρθρο 12 ορίζει τη φορολόγηση των δικαιωμάτων που προκύπτουν σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος και καταβάλλονται σε κάτοικο του άλλου, επιτρέποντας τη φορολόγηση και στα δύο κράτη, με ανώτατο όριο φόρου 5% επί του ακαθάριστου ποσού των δικαιωμάτων αν ο δικαιούχος είναι κάτοικος του κράτους προέλευσης. Ορίζει επίσης τι συνιστά "δικαιώματα" (π.χ. πνευματικά δικαιώματα, πατέντες, εμπορικά σήματα) και καθορίζει πότε τα δικαιώματα θεωρούνται ότι προκύπτουν σε ένα κράτος, εξαιρώντας περιπτώσεις όπου τα δικαιώματα συνδέονται ουσιαστικά με μόνιμη εγκατάσταση ή καθορισμένη βάση στο άλλο κράτος.
  14. Άρθρο 13. Το Άρθρο 13 ορίζει ότι η ωφέλεια από την εκποίηση ακίνητης περιουσίας που βρίσκεται σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, καθώς και η ωφέλεια από την εκποίηση μετοχών που προέρχονται κατά κύριο λόγο από κινητή περιουσία στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, μπορεί να φορολογηθεί στο κράτος όπου βρίσκεται η περιουσία.
  15. Άρθρο 14. Το Άρθρο 14 του ΦΕΚ ορίζει ότι το εισόδημα από ανεξάρτητες προσωπικές υπηρεσίες που αποκτά κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους φορολογείται μόνο σε αυτό το Κράτος, εκτός εάν διατηρεί καθορισμένη βάση στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, οπότε φορολογείται το εισόδημα που αποδίδεται σε αυτήν. Ο όρος "επαγγελματικές υπηρεσίες" περιλαμβάνει επιστημονικές, φιλολογικές, καλλιτεχνικές, εκπαιδευτικές, διδακτικές, καθώς και δραστηριότητες ιατρών, δικηγόρων, μηχανικών, αρχιτεκτόνων, οδοντιάτρων και λογιστών.
  16. Άρθρο 15. Το Άρθρο 15 του ΦΕΚ ορίζει ότι οι αμοιβές για εξαρτημένη απασχόληση φορολογούνται στο κράτος κατοικίας του εργαζομένου, εκτός αν η απασχόληση ασκείται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, όπου τότε μπορεί να φορολογηθεί εκεί. Εξαιρέσεις ισχύουν για αμοιβές που καταβάλλονται από μη κατοίκους του άλλου κράτους, εφόσον ο εργαζόμενος παραμένει εκεί για λιγότερο από 183 ημέρες σε διάστημα 12 μηνών και η αμοιβή δεν επιβαρύνει μόνιμη εγκατάσταση του εργοδότη. Τέλος, αμοιβές από εξαρτημένη απασχόληση σε πλοία ή αεροσκάφη σε διεθνείς μεταφορές μπορούν να φορολογηθούν στο κράτος όπου φορολογούνται τα κέρδη του πλοίου ή αεροσκάφους, σύμφωνα με το Άρθρο 8.
  17. Άρθρο 16. Το Άρθρο 16 ορίζει ότι οι αμοιβές διευθυντών και παρόμοιες πληρωμές που καταβάλλονται σε κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους για τη συμμετοχή του στο Διοικητικό Συμβούλιο εταιρείας που είναι κάτοικος του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, μπορούν να φορολογούνται στο άλλο αυτό Κράτος.
  18. Άρθρο 17. Το Άρθρο 17 ορίζει ότι το εισόδημα που αποκτάται από καλλιτέχνες και αθλητές, οι οποίοι είναι κάτοικοι ενός Συμβαλλόμενου Κράτους και ασκούν προσωπικές δραστηριότητες στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, μπορεί να φορολογείται στο κράτος όπου ασκούνται οι δραστηριότητες, ακόμη και αν το εισόδημα δεν περιέρχεται απευθείας σε αυτούς αλλά σε άλλο πρόσωπο.
  19. Άρθρο 18. Το Άρθρο 18 του ΦΕΚ ορίζει ότι συντάξεις και άλλες παρόμοιες αμοιβές που καταβάλλονται σε κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους για προηγούμενη απασχόληση, καθώς και οποιαδήποτε "παροχή" (ορισμένο ποσό που καταβάλλεται περιοδικά εφ' όρου ζωής ή για συγκεκριμένο διάστημα ως αντάλλαγμα) φορολογούνται μόνο στο Κράτος κατοικίας του δικαιούχου.
  20. Άρθρο 19. Το Άρθρο 19 ρυθμίζει τη φορολόγηση μισθών, ημερομισθίων και συντάξεων που καταβάλλονται από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, πολιτική υποδιαίρεση ή τοπική αρχή σε φυσικό πρόσωπο για υπηρεσίες που παρασχέθηκαν σε αυτό. Γενικά, αυτά φορολογούνται μόνο στο κράτος που καταβάλλει την αμοιβή, εκτός αν οι υπηρεσίες παρέχονται στο άλλο κράτος και το φυσικό πρόσωπο είναι υπήκοος και κάτοικος αυτού του άλλου κράτους, ή δεν έγινε κάτοικος αποκλειστικά για την παροχή των υπηρεσιών. Οι διατάξεις των άρθρων 15, 16, 17 και 18 εφαρμόζονται σε παρόμοιες αμοιβές και συντάξεις που σχετίζονται με επιχειρηματική δραστηριότητα του κράτους.
  21. Άρθρο 20. Το Άρθρο 20 ορίζει ότι τα χρηματικά ποσά που λαμβάνει ένας σπουδαστής ή μαθητευόμενος για τη συντήρηση, εκπαίδευση ή άσκησή του, προερχόμενα από πηγές εκτός του Συμβαλλόμενου Κράτους στο οποίο βρίσκεται για εκπαιδευτικούς σκοπούς, δεν φορολογούνται σε αυτό το Κράτος.
  22. Άρθρο 21. Το Άρθρο 21 του ΦΕΚ απαλλάσσει από τη φορολογία στην Ελλάδα καθηγητές ή δασκάλους που επισκέπτονται τη χώρα για έως δύο έτη με σκοπό τη διδασκαλία ή την έρευνα σε αναγνωρισμένο ίδρυμα, εφόσον η έρευνα δεν γίνεται για προσωπικό όφελος.
  23. Άρθρο 22. Το Άρθρο 22 της Σύμβασης ορίζει ότι εισοδήματα κατοίκου ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, που δεν ρυθμίζονται από προηγούμενα άρθρα, φορολογούνται μόνο στο Κράτος αυτό, εκτός αν συνδέονται ουσιαστικά με μόνιμη εγκατάσταση ή καθορισμένη βάση στο άλλο Κράτος, οπότε εφαρμόζονται τα Άρθρα 7 ή 14. Το Άρθρο 23 αφορά ειδικούς κανόνες για υπεράκτιες δραστηριότητες σχετικές με την εξερεύνηση ή εκμετάλλευση της υφαλοκρηπίδας και των φυσικών πόρων ενός Συμβαλλόμενου Κράτους.
  24. Άρθρο 23. Το Άρθρο 23 ορίζει ότι μια επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Κράτους που διεξάγει σχετικές δραστηριότητες στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος θεωρείται ότι έχει μόνιμη εγκατάσταση, εκτός εάν οι δραστηριότητες δεν υπερβαίνουν αθροιστικά τις 30 ημέρες εντός 12 μηνών, ενώ οι επαγγελματικές υπηρεσίες ή δραστηριότητες ανεξάρτητου χαρακτήρα από κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους στο άλλο δεν φορολογούνται εάν διαρκούν λιγότερο από 30 ημέρες σε οποιαδήποτε περίοδο 12 μηνών.
  25. Άρθρο 24. Το Άρθρο 24 της Σύμβασης αποσκοπεί στην αποφυγή της διπλής φορολογίας μεταξύ Ελλάδας και Ιρλανδίας, προβλέποντας την αναγνώριση του φόρου που καταβλήθηκε σε μία χώρα ως πίστωση έναντι του φόρου που οφείλεται στην άλλη, ειδικά για μερίσματα που καταβάλλονται μεταξύ εταιρειών που κατέχουν τουλάχιστον 10% του δικαιώματος ψήφου.
  26. Άρθρο 25. Το Άρθρο 25 του ΦΕΚ, με τίτλο "ΜΗ ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗ", απαγορεύει τη διάκριση στη φορολογία υπηκόων ενός Συμβαλλόμενου Κράτους στο άλλο, καθώς και τη φορολογία μόνιμων εγκαταστάσεων επιχειρήσεων, εξαιρουμένων ορισμένων προσωπικών εκπτώσεων, ενώ ορίζει ότι τόκοι, δικαιώματα και άλλες πληρωμές από επιχείρηση ενός κράτους σε κάτοικο του άλλου αναγνωρίζονται ως έκπτωση με τους ίδιους όρους.
  27. Άρθρο 26. Το Άρθρο 26 περιγράφει τη διαδικασία αμοιβαίου διακανονισμού, επιτρέποντας σε πρόσωπα που θεωρούν ότι φορολογούνται κατά παράβαση της Σύμβασης να προσφύγουν στην αρμόδια αρχή του κράτους κατοικίας ή υπηκοότητάς τους εντός τριών ετών από την πρώτη κοινοποίηση της φορολογικής πράξης, με σκοπό την επίλυση της διαφοράς μέσω αμοιβαίας συμφωνίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών των Συμβαλλομένων Κρατών.
  28. Άρθρο 27. Το Άρθρο 27 ορίζει ότι η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των συμβαλλόμενων κρατών δεν περιορίζεται από το Άρθρο 1 και οι πληροφορίες αυτές θεωρούνται απόρρητες, αποκαλύπτοντας μόνο σε αρμόδια πρόσωπα ή αρχές για φορολογικούς σκοπούς που καλύπτονται από τη Σύμβαση.
  29. Άρθρο 28. Το Άρθρο 28, παρ. 1, επικυρώνει τη Σύμβαση μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας, που υπογράφηκε στην Αθήνα στις 24 Νοεμβρίου 2003, για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και την αποτροπή της φοροδιαφυγής σχετικά με φόρους εισοδήματος και ωφέλειας από κεφάλαιο, ενώ παράλληλα διατηρεί τα φορολογικά προνόμια των μελών διπλωματικών και προξενικών αποστολών σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.
  30. Άρθρο 29. Το Άρθρο 29 ορίζει ότι η Σύμβαση τίθεται σε ισχύ την ημερομηνία λήψης των εσωτερικών νομικών διαδικασιών από τα Συμβαλλόμενα Κράτη, με εφαρμογή στην Ελληνική Δημοκρατία και την Ιρλανδία από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου ημερολογιακού έτους μετά την έναρξη ισχύος της. Το Άρθρο 30 αναφέρει ότι η Σύμβαση παραμένει σε ισχύ μέχρι να καταγγελθεί από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος.
  31. Άρθρο 30. Το Άρθρο 30 της Σύμβασης ορίζει ότι η Σύμβαση ισχύει για πέντε χρόνια και μπορεί να καταγγελθεί με έξι μήνες προειδοποίηση, επηρεάζοντας την εφαρμογή της στην Ελληνική Δημοκρατία και την Ιρλανδία από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους, όπως αναφέρεται στην Αθήνα στις 24 Νοεμβρίου 2003, με υπογραφές από τον ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΦΩΤΙΑΔΗ και την MARGARET HENNESSY.
  32. Άρθρο preamble. Το Άρθρο πρώτο του Νόμου υπ' αριθ. 3300 κυρώνει τη Σύμβαση μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και την αποτροπή της φοροδιαφυγής σχετικά με τους φόρους εισοδήματος και ωφέλειας από κεφάλαιο.

Πρόσφατες αναφορές

Σχετικοί νόμοι

Νομοθεσία του 2004

Επιστροφή στη λίστα νόμων