Νόμος 3014/2002 — Χρονολόγιο τροποποιήσεων

Ο Νόμος 3014/2002 κυρώνει τη Σύμβαση μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Αρμενίας για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και την αποτροπή της φοροδιαφυγής σχετικά με τους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου. Η Σύμβαση αυτή, που υπογράφηκε στο Ερεβάν στις 12 Μαΐου 1999, καθορίζει τους όρους "κάτοικος" και "μόνιμη εγκατάσταση", καθώς και τους κανόνες φορολόγησης για διάφορα είδη εισοδήματος όπως κέρδη επιχειρήσεων, μερίσματα, τόκους, δικαιώματα, εισόδημα από ακίνητη περιουσία, μισθούς, αμοιβές διευθυντών, εισοδήματα καλλιτεχνών και αθλητών, συντάξεις και άλλες παροχές. Επίσης, προβλέπει την αποφυγή της διπλής φορολογίας μέσω έκπτωσης φόρου, διασφαλίζει τη μη διακριτική μεταχείριση και καθορίζει διαδικασίες για την επίλυση διαφορών, την ανταλλαγή πληροφοριών και την αμοιβαία βοήθεια στην είσπραξη φόρων. Η Σύμβαση τίθεται σε ισχύ την τριακοστή ημέρα μετά την τελευταία γνωστοποίηση ολοκλήρωσης των νομικών διαδικασιών και εφαρμόζεται σε φόρους που παρακρατούνται στην πηγή από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου ημερολογιακού έτους και σε λοιπούς φόρους για διαχειριστικές χρήσεις που ξεκινούν από την ίδια ημερομηνία.

Άρθρα

  1. Άρθρο 1. Το Άρθρο 1 της Σύμβασης ορίζει ότι η Σύμβαση εφαρμόζεται σε άτομα που είναι κάτοικοι ενός ή και των δύο Συμβαλλόμενων Κρατών, ενώ το Άρθρο 2 διευκρινίζει ότι η Σύμβαση αφορά φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου που επιβάλλονται για λογαριασμό ενός Συμβαλλόμενου Κράτους ή των τοπικών αρχών του, ανεξάρτητα από τον τρόπο επιβολής τους.
  2. Άρθρο 2. Το Άρθρο 2 της Σύμβασης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Αρμενίας για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και την αποτροπή της φοροδιαφυγής, ορίζει τους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου, αναφέροντας ειδικότερα τον φόρο εισοδήματος και κεφαλαίου φυσικών και νομικών προσώπων στην Ελλάδα, καθώς και τον φόρο επί των κερδών, εισοδήματος, περιουσίας και γαιών στην Αρμενία, και προβλέπει την εφαρμογή της Σύμβασης σε παρόμοιους φόρους που θα επιβληθούν στο μέλλον.
  3. Άρθρο 3. Το Άρθρο 3 του ΦΕΚ κυρώνει τη Σύμβαση μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Αρμενίας για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και την αποτροπή της φοροδιαφυγής σχετικά με τους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου, η οποία υπογράφηκε στο [τοποθεσία υπογραφής δεν αναφέρεται στο απόσπασμα].
  4. Άρθρο 4. Το Άρθρο 4 της Σύμβασης ορίζει τον όρο "κάτοικος" ενός Συμβαλλόμενου Κράτους ως πρόσωπο που υπόκειται σε φορολογία βάσει κατοικίας, τόπου καταχώρισης, διαμονής ή διοίκησης, εξαιρουμένων όσων φορολογούνται μόνο για εισόδημα ή κεφάλαιο από την πηγή του κράτους. Σε περίπτωση διπλής κατοικίας, καθορίζεται η κατάσταση βάσει μόνιμης οικογενειακής εστίας, κέντρου ζωτικών συμφερόντων, συνήθους διαμονής, υπηκοότητας, ή αμοιβαίας συμφωνίας των αρμόδιων αρχών. Για μη φυσικά πρόσωπα, η κατοικία καθορίζεται από την έδρα καταχώρισης, με αμοιβαία συμφωνία σε περίπτωση διπλής έδρας.
  5. Άρθρο 5. Το Άρθρο 5 ορίζει τον όρο "μόνιμη εγκατάσταση" για φορολογικούς σκοπούς, περιλαμβάνοντας τόπους διοίκησης, υποκαταστήματα, εργοστάσια, εργαστήρια, ορυχεία, και έργα κατασκευής ή εγκατάστασης που διαρκούν πάνω από εννέα μήνες, ενώ εξαιρεί δραστηριότητες αποθήκευσης, έκθεσης, παράδοσης, αγοράς, συλλογής πληροφοριών ή άλλες βοηθητικές/προπαρασκευαστικές δραστηριότητες. Επίσης, ορίζει τους όρους "πρόσωπο", "εταιρεία", "επιχείρηση Συμβαλλόμενου Κράτους", "υπήκοος" και "διεθνείς μεταφορές", καθώς και τις "αρμόδιες αρχές" (στην Ελλάδα τον Υπουργό Οικονομικών και στην Αρμενία τον Υπουργό Οικονομικών και Οικονομίας).
  6. Άρθρο 6. Το Άρθρο 6 ορίζει ότι η ακίνητη περιουσία, συμπεριλαμβανομένης της παρεπόμενης περιουσίας, των ζώων, του εξοπλισμού γεωργίας/δασοκομίας, των δικαιωμάτων επί γης, της επικαρπίας και των δικαιωμάτων εκμετάλλευσης φυσικών πόρων, μπορεί να φορολογείται στο Κράτος όπου βρίσκεται, ενώ πλοία και αεροσκάφη δεν θεωρούνται ακίνητη περιουσία. Επίσης, το Άρθρο 24 προβλέπει την αποφυγή διπλής φορολογίας, επιτρέποντας την έκπτωση του φόρου που καταβλήθηκε στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος από τον φόρο εισοδήματος ή κεφαλαίου του κατοίκου.
  7. Άρθρο 6 κ. Το Άρθρο 6 κ του ΦΕΚ ορίζει ότι τα κέρδη από την εκποίηση πλοίων ή αεροσκαφών που εκτελούν διεθνείς μεταφορές, καθώς και η κινητή περιουσία που συνδέεται με αυτά, φορολογούνται μόνο στο Συμβαλλόμενο Κράτος όπου φορολογούνται τα κέρδη από την εκμετάλλευσή τους, σύμφωνα με το Άρθρο 8. Επίσης, αναφέρεται ότι η ωφέλεια από την εκποίηση οποιασδήποτε άλλης περιουσίας φορολογείται μόνο στο Συμβαλλόμενο Κράτος του οποίου είναι κάτοικος ο εκποιών.
  8. Άρθρο 7. Το Άρθρο 7 του ΦΕΚ ορίζει ότι τα κέρδη μιας επιχείρησης φορολογούνται στο κράτος όπου έχει την έδρα της, εκτός εάν δραστηριοποιείται σε άλλο κράτος μέσω μόνιμης εγκατάστασης, οπότε τα κέρδη που αποδίδονται σε αυτήν μπορούν να φορολογηθούν στο άλλο κράτος. Η φορολόγηση των κερδών της μόνιμης εγκατάστασης βασίζεται σε υπολογισμό σαν να ήταν ανεξάρτητη επιχείρηση, επιτρέποντας την έκπτωση δαπανών, αλλά απαγορεύοντας εκπτώσεις για πληρωμές προς το κεντρικό κατάστημα (εκτός τραπεζών) και χρεώσεις προς αυτό.
  9. Άρθρο 8. Το Άρθρο 8 του ΦΕΚ αφορά τις ναυτιλιακές και αεροπορικές μεταφορές, ορίζοντας ότι τα κέρδη από την εκμετάλλευση πλοίων σε διεθνείς μεταφορές φορολογούνται μόνο στο κράτος νηολόγησης ή έκδοσης προσωρινών ναυτιλιακών εγγράφων, ενώ τα κέρδη από αεροσκάφη σε διεθνείς μεταφορές φορολογούνται μόνο στο κράτος της επιχείρησης. Επίσης, διευκρινίζει ότι τα κέρδη αυτά περιλαμβάνουν και το εισόδημα από τη χρήση, συντήρηση ή εκμίσθωση εμπορευματοκιβωτίων, και εφαρμόζονται και σε περιπτώσεις συμμετοχής σε "POOL", κοινοπρακτικής εκμετάλλευσης ή διεθνούς πρακτορείου.
  10. Άρθρο 9. Το Άρθρο 9, με τίτλο "ΣΥΝΔΕΟΜΕΝΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ", ορίζει ότι εάν μια επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Κράτους συμμετέχει στη διοίκηση, τον έλεγχο ή το κεφάλαιο μιας επιχείρησης του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, ή εάν τα ίδια πρόσωπα συμμετέχουν σε επιχειρήσεις και στα δύο κράτη, και οι εμπορικές ή οικονομικές σχέσεις τους διαφέρουν από αυτές μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων, τότε τα κέρδη που δεν έχουν πραγματοποιηθεί λόγω αυτών των όρων μπορούν να συμπεριληφθούν στα κέρδη της επιχείρησης και να φορολογηθούν ανάλογα. Επιπλέον, εάν ένα Συμβαλλόμενο Κράτος φορολογήσει κέρδη μιας επιχείρησής του που θα έπρεπε να είχαν πραγματοποιηθεί από επιχείρηση του άλλου κράτους υπό κανονικές συνθήκες, τότε το άλλο κράτος θα προσαρμόσει ανάλογα τον φόρο του, με τις αρμόδιες αρχές να συμβουλεύονται η μία την …
  11. Άρθρο 10. Το Άρθρο 10 του εγγράφου, με τίτλο "ΜΕΡΙΣΜΑΤΑ", καθορίζει τη φορολόγηση των μερισμάτων που καταβάλλονται μεταξύ Συμβαλλόμενων Κρατών, επιτρέποντας τη φορολόγησή τους στο κράτος κατοικίας του δικαιούχου ή στο κράτος κατοικίας της εταιρείας που τα καταβάλλει, με ανώτατο συντελεστή 10% για τον δικαιούχο που είναι κάτοικος του άλλου κράτους, εκτός αν τα μερίσματα συνδέονται με μόνιμη εγκατάσταση ή καθορισμένη βάση.
  12. Άρθρο 11. Το Άρθρο 11 του ΦΕΚ ορίζει τη φορολόγηση των τόκων που προκύπτουν σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος και καταβάλλονται σε κάτοικο του άλλου, επιτρέποντας τη φορολόγησή τους στο κράτος κατοικίας του δικαιούχου ή στο κράτος προέλευσης με ανώτατο συντελεστή 10% επί του ακαθάριστου ποσού. Ο όρος "τόκοι" περιλαμβάνει εισόδημα από κάθε είδους απαιτήσεις από χρέη, εξαιρουμένων των προστίμων για καθυστερημένη πληρωμή, και οι διατάξεις του άρθρου δεν εφαρμόζονται όταν οι τόκοι συνδέονται ουσιαστικά με μόνιμη εγκατάσταση ή καθορισμένη βάση στο κράτος προέλευσης.
  13. Άρθρο 12. Το Άρθρο 12 του ΦΕΚ ορίζει τη φορολόγηση των δικαιωμάτων που προκύπτουν σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος και καταβάλλονται σε κάτοικο του άλλου, επιτρέποντας τη φορολόγησή τους στο κράτος προέλευσης με ανώτατο συντελεστή 5% για τον δικαιούχο, ενώ ορίζει και την έννοια των "δικαιωμάτων" και τις εξαιρέσεις για μόνιμες εγκαταστάσεις ή καθορισμένες βάσεις.
  14. Άρθρο 13. Το Άρθρο 13 ορίζει ότι η ωφέλεια από την εκποίηση ακίνητης περιουσίας που βρίσκεται σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, όπως αναφέρεται στο Άρθρο 6, μπορεί να φορολογείται σε αυτό το άλλο Κράτος. Επίσης, η ωφέλεια από την εκποίηση κινητής περιουσίας που αποτελεί μέρος επαγγελματικής περιουσίας μιας μόνιμης εγκατάστασης ή μιας καθορισμένης βάσης για ανεξάρτητες προσωπικές υπηρεσίες, μπορεί να φορολογείται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος.
  15. Άρθρο 14. Το Άρθρο 14 ορίζει ότι το εισόδημα από ανεξάρτητες προσωπικές υπηρεσίες ενός κατοίκου ενός Συμβαλλόμενου Κράτους φορολογείται μόνο σε αυτό το Κράτος, εκτός εάν υπάρχει καθορισμένη βάση στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, οπότε φορολογείται το τμήμα του εισοδήματος που αποδίδεται σε αυτήν. Ο όρος "επαγγελματικές υπηρεσίες" περιλαμβάνει επιστημονικές, φιλολογικές, καλλιτεχνικές, εκπαιδευτικές, διδακτικές, καθώς και δραστηριότητες ιατρών, δικηγόρων, μηχανικών, αρχιτεκτόνων, οδοντιάτρων, λογιστών και ελεγκτών.
  16. Άρθρο 15. Το Άρθρο 15 του ΦΕΚ ορίζει ότι οι αμοιβές για εξαρτημένη απασχόληση φορολογούνται στο κράτος κατοικίας του εργαζομένου, εκτός εάν η απασχόληση ασκείται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, όπου τότε η αμοιβή μπορεί να φορολογηθεί εκεί. Ειδικότερα, η αμοιβή φορολογείται μόνο στο πρώτο κράτος εάν ο δικαιούχος παραμένει στο άλλο κράτος για λιγότερο από 183 ημέρες σε διάστημα 12 μηνών, ο εργοδότης δεν είναι κάτοικος του άλλου κράτους και η αμοιβή δεν συνδέεται με μόνιμη εγκατάσταση ή καθορισμένη βάση του εργοδότη εκεί. Τέλος, αμοιβές από απασχόληση σε πλοία ή αεροσκάφη διεθνών μεταφορών μπορούν να φορολογούνται στο κράτος όπου φορολογούνται τα κέρδη από την εκμετάλλευσή τους.
  17. Άρθρο 16. Το Άρθρο 16 ορίζει ότι οι αμοιβές διευθυντών και παρόμοιες πληρωμές που λαμβάνει κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους για τη συμμετοχή του στο Διοικητικό Συμβούλιο ή σε παρόμοιο όργανο εταιρείας που είναι κάτοικος του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, μπορούν να φορολογούνται σε αυτό το άλλο Κράτος.
  18. Άρθρο 17. Το Άρθρο 17, "Καλλιτέχνες και Αθλητές", ορίζει ότι το εισόδημα καλλιτεχνών και αθλητών που αποκτάται από την άσκηση προσωπικών δραστηριοτήτων σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί να φορολογείται σε αυτό το Κράτος, ακόμη και αν το εισόδημα δεν περιέρχεται άμεσα στον ίδιο τον καλλιτέχνη ή αθλητή, εκτός εάν οι δραστηριότητες πραγματοποιούνται στο πλαίσιο μη κερδοσκοπικών πολιτιστικών ή αθλητικών ανταλλαγών που έχουν συμφωνηθεί από τις Κυβερνήσεις των δύο Συμβαλλομένων Κρατών.
  19. Άρθρο 18. Το Άρθρο 18 ορίζει ότι οι συντάξεις και παρόμοιες αμοιβές που καταβάλλονται σε κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους για προηγούμενη εξαρτημένη απασχόληση φορολογούνται μόνο σε αυτό το Κράτος, με επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του Άρθρου 19. Το Άρθρο 19, παρ. 1α, αναφέρει ότι μισθοί, ημερομίσθια και άλλες παρόμοιες αμοιβές (εκτός συντάξεων) που καταβάλλονται από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος ή τοπική αρχή σε φυσικό πρόσωπο για υπηρεσίες προς αυτό φορολογούνται μόνο στο Κράτος αυτό.
  20. Άρθρο 19. Το Άρθρο 19 ορίζει τη φορολόγηση μισθών, ημερομισθίων και συντάξεων που καταβάλλονται από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος ή την τοπική αρχή του σε φυσικό πρόσωπο, καθορίζοντας ότι αυτά φορολογούνται μόνο στο κράτος καταβολής, εκτός εάν οι υπηρεσίες παρέχονται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος και το φυσικό πρόσωπο είναι υπήκοος ή κάτοικος αυτού του άλλου κράτους αποκλειστικά για τον σκοπό παροχής των υπηρεσιών.
  21. Άρθρο 20. Το Άρθρο 20 του ΦΕΚ ορίζει ότι οι αμοιβές που λαμβάνει κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους για έρευνα ή διδασκαλία σε πανεπιστήμιο ή ερευνητικό ίδρυμα στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, για περίοδο έως δύο έτη, δεν φορολογούνται στο άλλο Κράτος, εκτός εάν η έρευνα γίνεται για ιδιωτικό όφελος.
  22. Άρθρο 22. Το Άρθρο 22 της Σύμβασης ορίζει ότι εισοδήματα κατοίκου ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, που δεν καλύπτονται από προηγούμενα άρθρα, φορολογούνται μόνο στο Κράτος κατοικίας του, εκτός εάν το εισόδημα συνδέεται ουσιαστικά με μόνιμη εγκατάσταση ή καθορισμένη βάση στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, οπότε εφαρμόζονται τα Άρθρα 7 ή 14.
  23. Άρθρο 24. Το Άρθρο 24 της Σύμβασης καθορίζει την έκπτωση φόρου εισοδήματος ή κεφαλαίου που καταβλήθηκε σε άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, με όριο το αντίστοιχο ποσό του φόρου που μπορεί να φορολογηθεί στο άλλο Κράτος, ενώ η παράγραφος 3 προβλέπει πίστωση φόρου για μερίσματα που καταβάλλονται από εταιρεία ενός Κράτους σε κάτοικο άλλου, λαμβάνοντας υπόψη και τον φόρο που καταβλήθηκε από την εταιρεία επί των κερδών. Το Άρθρο 25, με τίτλο "Μη Διακριτική Μεταχείριση", διασφαλίζει ότι οι υπήκοοι ενός Συμβαλλόμενου Κράτους δεν θα υφίστανται στο άλλο Κράτος φορολογία ή σχετικές διαδικασίες που είναι πιο επαχθείς από αυτές που εφαρμόζονται στους υπηκόους του άλλου Κράτους υπό τις ίδιες συνθήκες.
  24. Άρθρο 25. Το Άρθρο 25 του ΦΕΚ ορίζει ότι πρόσωπα χωρίς υπηκοότητα που είναι κάτοικοι ενός Συμβαλλόμενου Κράτους δεν θα υπόκεινται σε φορολογία ή διαδικασίες διαφορετικές ή πιο επαχθείς από αυτές που ισχύουν για τους υπηκόους του εν λόγω Κράτους. Επίσης, το Άρθρο 21 αναφέρει ότι φοιτητές ή μαθητευόμενοι που προέρχονται από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος και βρίσκονται στο άλλο αποκλειστικά για εκπαίδευση ή άσκηση, δεν φορολογούνται για ποσά που λαμβάνουν για συντήρηση, εκπαίδευση ή άσκηση, εφόσον αυτά προέρχονται από πηγές εκτός του κράτους υποδοχής.
  25. Άρθρο 26. Το Άρθρο 26 περιγράφει τη διαδικασία επίλυσης διαφορών και αμφιβολιών σχετικά με την ερμηνεία ή εφαρμογή της Σύμβασης, ορίζοντας προθεσμία τριών ετών για την υποβολή ενστάσεων και προβλέποντας αμοιβαία συμφωνία μεταξύ των αρμόδιων αρχών των Συμβαλλόμενων Κρατών για την αποφυγή μη σύμφωνης με τη Σύμβαση φορολογίας, ακόμη και σε περιπτώσεις που δεν προβλέπονται από αυτήν.
  26. Άρθρο 27. Το Άρθρο 27 της Σύμβασης ορίζει ότι οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλομένων Κρατών θα ανταλλάσσουν πληροφορίες απαραίτητες για την εφαρμογή της Σύμβασης και των εσωτερικών νομοθεσιών τους σχετικά με τους καλυπτόμενους φόρους, διασφαλίζοντας την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών και περιορίζοντας τη χρήση τους σε συγκεκριμένους σκοπούς. Ωστόσο, δεν επιβάλλει την υποχρέωση λήψης διοικητικών μέτρων αντίθετων με τη νομοθεσία, παροχής πληροφοριών που δεν μπορούν να αποκτηθούν ή αποκάλυψης εμπορικών απορρήτων και πληροφοριών που αντίκεινται στη δημόσια τάξη.
  27. Άρθρο 28. Το Άρθρο 28, με τίτλο "ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΒΟΗΘΕΙΑ ΣΤΗΝ ΕΙΣΠΡΑΞΗ", ορίζει ότι τα Συμβαλλόμενα Κράτη θα παρέχουν αμοιβαία βοήθεια στην είσπραξη φόρων, τόκων, εξόδων, προσαυξήσεων, ποσών προς είσπραξη και μη ποινικών προστίμων, γνωστά ως "φορολογικές αξιώσεις", που εισπράττονται από ή για λογαριασμό της Κυβέρνησης ενός Συμβαλλόμενου Κράτους. Επίσης, το άρθρο ρυθμίζει τη φορολόγηση μόνιμων εγκαταστάσεων, την αναγνώριση εκπτώσεων για τόκους, δικαιώματα και άλλες πληρωμές, καθώς και τη φορολογία επιχειρήσεων που ανήκουν ή ελέγχονται από κατοίκους του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, εφαρμόζοντας τις διατάξεις σε φόρους κάθε είδους και μορφής.
  28. Άρθρο 28 π. Το Άρθρο 28 π κυρώνει τη Σύμβαση μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Αρμενίας, που υπογράφηκε στο Ερεβάν στις 12 Μαΐου 1999, για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και την αποτροπή της φοροδιαφυγής σχετικά με τους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου. Η Σύμβαση αυτή εφαρμόζεται σε πρόσωπα που είναι κάτοικοι ενός ή και των δύο συμβαλλόμενων κρατών και αφορά φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου που επιβάλλονται για λογαριασμό ενός συμβαλλόμενου κράτους ή των τοπικών αρχών του.
  29. Άρθρο 29. Το Άρθρο 29 της Σύμβασης, που ανήκει στο Κεφάλαιο VII (Τελικές Διατάξεις), ορίζει ότι η Σύμβαση δεν επηρεάζει τα φορολογικά προνόμια των μελών διπλωματικών ή προξενικών αποστολών, όπως αυτά καθορίζονται από το διεθνές δίκαιο ή ειδικές συμφωνίες.
  30. Άρθρο 30. Το Άρθρο 30, με τίτλο "ΘΕΣΗ ΣΕ ΙΣΧΥ", ορίζει ότι η Σύμβαση τίθεται σε ισχύ την τριακοστή ημέρα μετά την τελευταία γνωστοποίηση ολοκλήρωσης των νομικών διαδικασιών από τα Συμβαλλόμενα Κράτη, με εφαρμογή στους παρακρατούμενους φόρους από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου ημερολογιακού έτους και στους λοιπούς φόρους για διαχειριστικές χρήσεις που ξεκινούν από την ίδια ημερομηνία.
  31. Άρθρο 31. Το Άρθρο 31 της Σύμβασης, που τέθηκε σε ισχύ στις 12 Μαΐου 1999 στην Ερεβάν, ορίζει τη λήξη της ισχύος της Σύμβασης κατόπιν έγγραφης γνωστοποίησης από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, με την παύση εφαρμογής της για φόρους που παρακρατούνται στην πηγή από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου ημερολογιακού έτους μετά την γνωστοποίηση, και για άλλους φόρους για διαχειριστικές χρήσεις που αρχίζουν από την ίδια ημερομηνία.
  32. Άρθρο 83. Το Άρθρο 83 ορίζει τους όρους "πρόσωπο", "εταιρεία", "επιχείρηση Συμβαλλόμενου Κράτους", "υπήκοος", "διεθνείς μεταφορές" και "αρμόδια αρχή" (στην Ελλάδα ο Υπουργός Οικονομικών ή ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπός του, και στην Αρμενία ο Υπουργός Οικονομικών και Οικονομίας ή ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπός του) για την εφαρμογή της Σύμβασης, ενώ διευκρινίζει ότι όροι που δεν ορίζονται θα έχουν την έννοια που αποδίδεται στους νόμους του οικείου Συμβαλλόμενου Κράτους σχετικά με τους φόρους που καλύπτει η Σύμβαση.
  33. Άρθρο 351. Το Άρθρο 351 ορίζει ότι η Σύμβαση ισχύει μέχρι να καταγγελθεί από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, με την καταγγελία να επιδίδεται διπλωματικά έως την 30ή Ιουνίου οποιουδήποτε έτους μετά το πέμπτο έτος από την έναρξη ισχύος της Σύμβασης, και να παύει να ισχύει για φόρους παρακρατούμενους στην πηγή από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους, και για άλλους φόρους για φορολογικές χρήσεις που ξεκινούν από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους. Η Σύμβαση υπεγράφη στην Ερεβάν στις 12 Μαΐου 1999.
  34. Άρθρο 850. Το Άρθρο 850 ορίζει ότι η Σύμβαση τίθεται σε ισχύ την τριακοστή ημέρα μετά την τελευταία γνωστοποίηση ολοκλήρωσης των νομικών διαδικασιών από τα Συμβαλλόμενα Κράτη, με εφαρμογή στους παρακρατούμενους φόρους από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου ημερολογιακού έτους και στους λοιπούς φόρους για διαχειριστικές χρήσεις που ξεκινούν από την ίδια ημερομηνία.
  35. Άρθρο preamble. Το Άρθρο πρώτο του Νόμου 3014/2002 κυρώνει τη Σύμβαση μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Αρμενίας για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και την αποτροπή της φοροδιαφυγής σχετικά με τους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου.

Πρόσφατες αναφορές

Σχετικοί νόμοι

Νομοθεσία του 2002

Επιστροφή στη λίστα νόμων