Νόμος 3360/2005 — Χρονολόγιο τροποποιήσεων
Ο Νόμος 3360/2005 κυρώνει τη Συμφωνία μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και των Βρετανικών Παρθένων Νήσων για τη φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις, σύμφωνα με την Οδηγία 2003/48/ΕΚ. Η συμφωνία ρυθμίζει τις διαδικασίες για την παρακράτηση φόρου επί τόκων, την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των φορέων πληρωμής και των αρμόδιων αρχών, καθώς και την αποφυγή της διπλής φορολογίας. Ειδικότερα, καθορίζονται οι όροι για τον προσδιορισμό του πραγματικού δικαιούχου, οι υποχρεώσεις ενημέρωσης των φορέων πληρωμής, τα ποσοστά παρακράτησης φόρου και η μεταβίβαση εσόδων στην Ελληνική Δημοκρατία. Η συμφωνία τέθηκε σε ισχύ στις 25 Αυγούστου 2005 και περιλαμβάνει διατάξεις για τη μεταβατική περίοδο και την επίλυση διαφορών.
Άρθρα
- Άρθρο 2 τ. Το Άρθρο 4 τ του ΦΕΚ ορίζει τις διαδικασίες για τους πραγματικούς δικαιούχους ώστε να αποφύγουν την παρακράτηση φόρου επί τόκων, είτε μέσω ρητής εξουσιοδότησης του φορέα πληρωμής προς την αρμόδια αρχή, είτε μέσω πιστοποιητικού που εκδίδεται από την αρμόδια αρχή της φορολογικής κατοικίας του δικαιούχου, το οποίο ισχύει για τρία έτη. Το Άρθρο 5 τ καθορίζει ότι ο φόρος παρακράτησης επιβάλλεται επί του ακαθάριστου ποσού των καταβληθέντων ή πιστωθέντων τόκων, ή επί του ποσού του τόκου/εισοδήματος σε άλλες περιπτώσεις.
- Άρθρο 5. Το Άρθρο 5 της συμφωνίας ορίζει ότι η πληρωμή τόκων υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος ΙΙ, ενώ κάθε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να περιορίσει τις πληροφορίες που υποβάλλει ο φορέας πληρωμής σχετικά με την καταβολή τόκων στο συνολικό ποσό των τόκων ή εισοδήματος και εσόδων από πωλήσεις, εξαγορές ή εξοφλήσεις. Η Ελληνική Δημοκρατία, εντός εξαμήνου από τη λήξη του φορολογικού έτους, ανακοινώνει αυτομάτως στην αρμόδια αρχή των ΒΙΙΝ τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, σημεία α) έως δ), σχετικά με το σύνολο των τόκων που καταβλήθηκαν κατά τη διάρκεια του έτους.
- Άρθρο 5 π. Το Άρθρο 5 π, παράγραφος (2) ορίζει ότι οι ΒΗΝ που επιβάλλουν παρακράτηση φόρου σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1 της παρούσας Συμφωνίας παρακρατούν το 25906 των εσόδων και τα μεταβιβάζουν στην Ελληνική Δημοκρατία με την ισχύουσα αναλογία, σε μία δόση, το αργότερο εντός εξαμήνου μετά το τέλος του φορολογικού έτους.
- Άρθρο 5 τ. Το Άρθρο 5 τ) β) ορίζει ότι εάν έχει διενεργηθεί άλλη παρακράτηση φόρου επί των τόκων πέραν της προβλεπόμενης στο Άρθρο 5, και το συμβαλλόμενο μέρος της φορολογικής κατοικίας χορηγεί πίστωση φόρου για αυτήν, το ποσό της άλλης παρακράτησης φόρου πιστώνεται πριν από την εφαρμογή της διαδικασίας του στοιχείου α). Το Άρθρο 12, παράγραφος 1, ορίζει ότι κατά τη μεταβατική περίοδο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2010, ορισμένοι διαπραγματεύσιμοι χρεωστικοί τίτλοι που εκδόθηκαν πριν την 1η Μαρτίου 2001 ή των οποίων τα ενημερωτικά φυλλάδια εγκρίθηκαν πριν την ημερομηνία αυτή, δεν θεωρούνται απαιτήσεις κατά την έννοια του Άρθρου 9 παράγραφος 1 στοιχείο α), υπό την προϋπόθεση ότι δεν πραγματοποιούνται επιπλέον εκδόσεις από την 1η Μαρτίου 2002.
- Άρθρο 6 τ. Το Άρθρο 6 τ της Συμφωνίας ορίζει ότι ένας φορέας πληρωμής στην Ελλάδα θα ενημερώνει την αρμόδια αρχή του σχετικά με τα στοιχεία ταυτότητας και την κατοικία του πραγματικού δικαιούχου, όπως ορίζεται στο Άρθρο 6 της Συμφωνίας, ο οποίος κατοικεί στις ΒΠΝ, ή σε περιπτώσεις που εφαρμόζονται οι διατάξεις του Άρθρου 4, παράγραφος Ίἶ, στοιχείο α).
- Άρθρο 7 τ. Το Άρθρο 7 τ ορίζει ότι ο φορέας πληρωμής πρέπει να ενημερώνει την αρμόδια αρχή με τα στοιχεία ταυτότητας και κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου, το όνομα και τη διεύθυνση του φορέα πληρωμής, τον αριθμό λογαριασμού του δικαιούχου ή τα στοιχεία της απαίτησης που γεννά τους τόκους, καθώς και πληροφορίες για τον υπολογισμό των τόκων.
- Άρθρο 8. Το Άρθρο 8 ορίζει ότι μια οντότητα που λαμβάνει ή εξασφαλίζει πληρωμή τόκων θεωρείται φορέας πληρωμής, εκτός εάν αποδειχθεί ότι είναι νομικό πρόσωπο (εκτός από συγκεκριμένες εξαιρέσεις όπως ΟΣΕΚΑ), φορολογείται βάσει γενικών ρυθμίσεων ή είναι εγκεκριμένος ΟΣΕΚΑ ή ισοδύναμος οργανισμός. Σε περίπτωση που ο οικονομικός φορέας και η οντότητα βρίσκονται στο ίδιο συμβαλλόμενο μέρος, αυτό το μέρος διασφαλίζει τη συμμόρφωση. Το Άρθρο 9 ορίζει τους "τόκους" ως πληρωμές από απαιτήσεις, συμπεριλαμβανομένων των τόκων από τίτλους και ομολογιακά δάνεια, αλλά εξαιρώντας τους τόκους υπερημερίας και τους τόκους από δάνεια μεταξύ φυσικών προσώπων που δεν σχετίζονται με επιχειρηματική δραστηριότητα.
- Άρθρο 8 π. Το Άρθρο 8 π ορίζει τις διαδικασίες για τον προσδιορισμό της ταυτότητας και της κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου τόκων από τους φορείς πληρωμής, με διαφορετικούς κανόνες για συμβατικές σχέσεις που συνήφθησαν πριν ή μετά την 1η Ιανουαρίου 2004, και αναφέρεται στην Οδηγία 91/308/ΕΟΚ.
- Άρθρο 8 τ. Το Άρθρο 8 τ ορίζει ότι οι τόκοι που καταβάλλονται από έναν φορέα πληρωμής σε πραγματικό δικαιούχο σε άλλο συμβαλλόμενο μέρος υπόκεινται σε παρακράτηση φόρου, ενώ οι επιπλέον εκδόσεις διαπραγματεύσιμων χρεωστικών τίτλων από 1η Μαρτίου 2002 και εξής από κυβερνήσεις ή εξομοιούμενους οργανισμούς θεωρούνται ως απαίτηση σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1 στοιχείο α). Το Άρθρο 13 καθορίζει τη διαδικασία αμοιβαίας συμφωνίας για την επίλυση δυσχερειών ή αμφιβολιών σχετικά με την εφαρμογή ή ερμηνεία της Συμφωνίας.
- Άρθρο 9. Το Άρθρο 9 της Συμφωνίας καθορίζει την παρακράτηση φόρου επί των τόκων που καταβάλλονται από ΒΗΠΝ, επιτρέποντας την αναλογική έκπτωση του φόρου βάσει της περιόδου κατοχής του χρεογράφου από τον πραγματικό δικαιούχο, ο οποίος ορίζεται στο Άρθρο 6 ως το φυσικό πρόσωπο που εισπράττει τόκους για δικό του σκοπό. Η Ελληνική Δημοκρατία διατηρεί το δικαίωμα φορολόγησης σύμφωνα με την εθνική της νομοθεσία, ενώ κατά τη μεταβατική περίοδο, οι ΒΗΝ μπορούν να ορίζουν τον καταβάλλοντα τόκους ως φορέα πληρωμής για την επιβολή παρακράτησης φόρου, εκτός αν η δικαιούχος οντότητα έχει αποδεχθεί την κοινοποίηση στοιχείων της.
- Άρθρο 10. Το Άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας αναφέρει ότι οι ΒΙΠΝ διαθέτουν νομοθεσία για οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων ισοδύναμη με την κοινοτική νομοθεσία των άρθρων 2 και 6. Η συμφωνία μεταξύ των ΒΗΝ και της Ελληνικής Δημοκρατίας προβλέπει αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών και την εφαρμογή μεταβατικής περιόδου από τις ΒΗΝ. Επιπλέον, το Άρθρο 10, παράγραφος 1, ορίζει ότι οι ΒΠΝ παρακρατούν το 25% του φόρου παρακράτησης και μεταβιβάζουν το υπόλοιπο 75% στην Ελληνική Δημοκρατία.
- Άρθρο 10 π. Το Άρθρο 10 π της Συμφωνίας ορίζει ότι κατά τη μεταβατική περίοδο, οι ΒΠΝ που επιλέγουν να εφαρμόσουν τις διατάξεις για την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών σύμφωνα με το Κεφάλαιο Η της οδηγίας, δεν θα εφαρμόζουν πλέον την παρακράτηση φόρου και την κατανομή των εσόδων.
- Άρθρο 10 τ. Το Άρθρο 10 τ του ΦΕΚ ορίζει τη μεταφορά του 75% των εσόδων από παρακράτηση φόρου επί τόκων που καταβάλλονται από φορέα πληρωμής εγκατεστημένο στις ΒΠΝ σε φυσικό πρόσωπο που κατοικεί στην Ελληνική Δημοκρατία, σύμφωνα με το άρθρο 13 της οδηγίας. Επίσης, ορίζει την αρμόδια αρχή για την Ελληνική Δημοκρατία ως το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών και αναφέρει την οδηγία 85/611/ΕΟΚ του Συμβουλίου της ΕΕ της 20ης Δεκεμβρίου 1985. Η Συμφωνία τίθεται σε ισχύ την τριακοστή ημέρα μετά την τελευταία γνωστοποίηση ολοκλήρωσης των συνταγματικών διατυπώσεων.
- Άρθρο 11. Το Άρθρο 11 της Συμφωνίας διασφαλίζει την εξάλειψη της διπλής φορολογίας επί των τόκων για τον πραγματικό δικαιούχο, ορίζοντας ότι η Ελλάδα, ως συμβαλλόμενο μέρος της φορολογικής κατοικίας, χορηγεί πίστωση φόρου ίση με το ποσό που παρακρατήθηκε στην πηγή, και επιστρέφει τυχόν επιπλέον ποσό εάν αυτό υπερβαίνει τον οφειλόμενο φόρο σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.
- Άρθρο 13 τ. Το Άρθρο 13 τ της Συμφωνίας ορίζει ότι οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να αναστείλει την εφαρμογή της Συμφωνίας, με άμεση ισχύ, κοινοποιώντας το στο άλλο μέρος και διευκρινίζοντας τις συνθήκες που οδήγησαν στην αναστολή, εφόσον η οδηγία παύει να ισχύει προσωρινά ή μόνιμα, ή εάν ένα κράτος μέλος αναστείλει τις σχετικές εκτελεστικές διατάξεις. Η αναστολή μπορεί να πραγματοποιηθεί το νωρίτερο δύο μήνες μετά την γνωστοποίηση και η εφαρμογή της Συμφωνίας αποκαθίσταται μόλις παύσουν να συντρέχουν οι λόγοι αναστολής.
- Άρθρο 14 Α. Το Άρθρο 14 του εγγράφου, με τίτλο "Απόρρητο", ορίζει ότι όλες οι πληροφορίες που ανταλλάσσονται μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών για σκοπούς άμεσης φορολογίας παραμένουν απόρρητες και δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για άλλους σκοπούς χωρίς γραπτή συγκατάθεση, ενώ επιτρέπεται η κοινοποίησή τους σε πρόσωπα ή αρχές για σκοπούς φορολογίας, επιτήρησης, ακροαματικών διαδικασιών ή δικαστικών ενεργειών. Το Άρθρο 14Α, με τίτλο "Μεταβατική περίοδος", αναφέρει ότι στο τέλος της μεταβατικής περιόδου, όπως ορίζεται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 της οδηγίας, οι ΒΠΝ θα σταματήσουν να εφαρμόζουν την παρακράτηση φόρου και την κατανομή εσόδων, και θα αρχίσουν να εφαρμόζουν την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών έναντι της Ελληνικής Δημοκρατίας, σύμφωνα με το Κεφάλαιο Η της οδηγίας.
- Άρθρο 15. Το Άρθρο 15 της Συμφωνίας καθορίζει τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, η οποία ξεκινά από την ημερομηνία που αναφέρεται στο Άρθρο 16, και ορίζει το ποσοστό παρακράτησης φόρου σε 15% για τα πρώτα τρία έτη, 20% για τα επόμενα τρία έτη και 35% στη συνέχεια.
- Άρθρο 15 τ. Το Άρθρο 15 τ του ΦΕΚ αφορά την εφαρμογή διατάξεων για χρεωστικούς τίτλους από την 1η Μαρτίου 2002, με πιθανή παράταση της μεταβατικής περιόδου πέραν της 1ης Δεκεμβρίου 2010, και ισχύει για διαπραγματεύσιμους χρεωστικούς τίτλους που περιέχουν ρήτρες επανενσωμάτωσης του εκπεσθέντος φόρου, εφόσον ο φορέας πληρωμής πληροί συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
- Άρθρο 16 α. Το Άρθρο 16α αφορά την κύρωση μιας Συμφωνίας, η οποία θα δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και θα εκτελεστεί ως νόμος του Κράτους, με ημερομηνία Αθήνα, 21 Ιουνίου 2005, υπογεγραμμένο από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κάρολο Γρ. Παπούλια και τους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών Γ. Αλογοσκούφη και Εξωτερικών Π. Μολυβιάτη. Το Άρθρο δεύτερο ορίζει ότι η ισχύς του νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
- Άρθρο 17. Το Άρθρο 17 του εγγράφου αφορά τη Συμφωνία για τη φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και των Βρετανικών Παρθένων Νήσων, η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 25 Αυγούστου 2005, σύμφωνα με τους όρους της Οδηγίας 2003/48/ΕΚ και την αμοιβαία ενημέρωση για την ολοκλήρωση των εσωτερικών συνταγματικών διαδικασιών.
- Άρθρο 17 τ. Το Άρθρο 17 τ αναφέρεται στην εφαρμογή της Οδηγίας 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με τη φορολόγηση των τόκων από αποταμιεύσεις, ορίζοντας ότι τα κράτη μέλη και ορισμένες τρίτες χώρες (Ελβετία, Λιχτενστάιν, Άγιος Μαρίνος, Μονακό, Ανδόρα) έπρεπε να θεσπίσουν νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις έως την 1η Ιανουαρίου 2004 για εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2005, με τις Βρετανικές Παρθένους Νήσους (ΒΠΝ) να συμφωνούν στην εφαρμογή παρακράτησης φόρου από την 1η Ιανουαρίου 2005 και στην αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών μετά το τέλος της μεταβατικής περιόδου.
- Άρθρο 18 Ε. Το Άρθρο 18 Ε της Συμφωνίας ορίζει ότι η εφαρμογή της εξαρτάται από την έγκριση και εφαρμογή ισοδύναμων μέτρων από όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ, τις ΗΠΑ, την Ελβετία, την Ανδόρα, το Λιχτενστάιν, το Μονακό, το Σαν Μαρίνο και τα εξαρτημένα εδάφη, καθώς και ότι οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να αναστείλει την εφαρμογή της Συμφωνίας ή μερών της με άμεση ισχύ, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στο άρθρο 13.
- Άρθρο 28 π. Το Άρθρο πρώτο του Νόμου υπ' αριθ. 85360 κυρώνει τη Συμφωνία, υπό μορφή ανταλλαγής επιστολών, μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και των Βρετανικών Παρθένων Νήσων για τη φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις, σύμφωνα με την οδηγία 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με το ν. 3912/2005 (ΦΕΚ 35 Α').
- Άρθρο 2582. Το Άρθρο 2582 ορίζει το ποσοστό παρακράτησης φόρου σε 1500 για τα πρώτα τρία έτη της μεταβατικής περιόδου, 204 για τα επόμενα τρία έτη και 3596 στη συνέχεια. Το Άρθρο 3 αφορά τη διαβίβαση πληροφοριών από φορείς πληρωμής στην Ελληνική Δημοκρατία σχετικά με πληρωμές τόκων σε πραγματικούς δικαιούχους, όπως ορίζονται στο άρθρο 9 της Συμφωνίας.
- Άρθρο preamble. Το Άρθρο πρώτο του Νόμου 3360/2005 κυρώνει τη Συμφωνία υπό μορφή ανταλλαγής επιστολών μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και των Βρετανικών Παρθένων Νήσων, η οποία αφορά τη φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις.
Πρόσφατες αναφορές
- Αρχική δημοσίευση: Νόμος 3360 — ΦΕΚ Α' 156/2005
Ο Νόμος 3360/2005 κυρώνει τη Συμφωνία μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και των Βρετανικών Παρθένων Νήσων για τη φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις, σύμφωνα με την Οδηγία 2003/48/ΕΚ. Η συμφωνία ρυθμίζει τις διαδικασίες για την παρακράτηση φόρου επί τόκων, την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των φορέων πληρωμής και των αρμόδιων αρχών, καθώς και την αποφυγή της διπλής φορολογίας. Ειδικότερα, καθορίζονται οι όροι για τον προσδιορισμό του πραγματικού δικαιούχου, οι υποχρεώσεις ενημέρωσης των φορέων πληρωμής, τα ποσοστά παρακράτησης φόρου και η μεταβίβαση εσόδων στην Ελληνική Δημοκρατία. Η συμφωνία τέθηκε σε ισχύ στις 25 Αυγούστου 2005 και περιλαμβάνει διατάξεις για τη μεταβατική περίοδο και την επίλυση διαφορών.
Σχετικοί νόμοι
Νομοθεσία του 2005
Επιστροφή στη λίστα νόμων