Νόμος 3352/2005 — Χρονολόγιο τροποποιήσεων

Ο Νόμος 3352/2005 κυρώνει τη Σύμβαση μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και του Βασιλείου των Κάτω Χωρών (για τις Ολλανδικές Αντίλλες και την Αρούμπα) σχετικά με την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών για τόκους αποταμιεύσεων. Η Σύμβαση, η οποία έχει προσωρινή εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2005, καθορίζει τους όρους, τις διαδικασίες ανταλλαγής πληροφοριών και την παρακράτηση φόρου μεταξύ των συμβαλλόμενων κρατών, με σκοπό την εφαρμογή της Οδηγίας 2003/48/ΕΚ. Η Σύμβαση τέθηκε σε ισχύ την τριακοστή ημέρα μετά την τελευταία γνωστοποίηση ολοκλήρωσης των συνταγματικών τυπώσεων και μπορεί να καταγγελθεί μετά από τρία έτη.

Άρθρα

  1. Άρθρο 1. Το Άρθρο 1 της Σύμβασης καθορίζει το γενικό πεδίο εφαρμογής της, εστιάζοντας στη φορολόγηση τόκων που καταβάλλονται από φορέα πληρωμής σε ένα συμβαλλόμενο κράτος σε φυσικά πρόσωπα με φορολογική κατοικία σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος, εξαιρουμένης της φορολόγησης συντάξεων και ασφαλιστικών παροχών, και διευκρινίζει ότι για το Βασίλειο των Κάτω Χωρών η συμφωνία εφαρμόζεται μόνο στην Αρούμπα.
  2. Άρθρο 2. Το Άρθρο 2 της Σύμβασης ορίζει τους όρους "συμβαλλόμενο κράτος" (Βασίλειο των Κάτω Χωρών για τις Ολλανδικές Αντίλλες ή την Αρούμπα, ή την Ελληνική Δημοκρατία), "Ολλανδικές Αντίλλες" (Μπονέρ, Κουρασάο, Σάμπα, Άγιος Ευστάθιος, Άγιος Μαρτίνος) και "Αρούμπα" (Νήσος της Αρούμπα), καθώς και την "Οδηγία" 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου της 3ης Ιουνίου 2003, σχετικά με τη φορολόγηση των τόκων αποταμιεύσεων.
  3. Άρθρο 2 τ. Το Άρθρο 2 τ του εγγράφου ορίζει τους "φορείς πληρωμής" σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας και την "αρμόδια αρχή" για τις Ολλανδικές Αντίλλες (Υπουργός Οικονομικών ή αντιπρόσωπός του) και την Ελληνική Δημοκρατία. Επίσης, περιγράφει τη διαδικασία διαβίβασης πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών κρατών μελών και τρίτων κρατών, καθώς και την προσωρινή εφαρμογή της Σύμβασης για την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τα έσοδα από αποταμιεύσεις υπό μορφή τόκων από την 1η Ιανουαρίου 2005, μέχρι την ολοκλήρωση των εσωτερικών διαδικασιών.
  4. Άρθρο 3. Το Άρθρο 3 ορίζει ότι κάθε συμβαλλόμενο κράτος πρέπει να θεσπίσει διαδικασίες για τον προσδιορισμό της ταυτότητας και της κατοικίας των πραγματικών δικαιούχων από τον φορέα πληρωμής, σύμφωνα με τους κανόνες της οδηγίας, με ειδικές προβλέψεις για τις Ολλανδικές Αντίλλες και την Αρούμπα, ενώ εξαιρέσεις για δικαιούχους στην Ελληνική Δημοκρατία παύουν να ισχύουν.
  5. Άρθρο 4. Το Άρθρο 4 ορίζει την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τόκους μεταξύ συμβαλλόμενων κρατών, με την αρμόδια αρχή του κράτους όπου είναι εγκατεστημένος ο φορέας πληρωμής να κοινοποιεί πληροφορίες στην αρμόδια αρχή του κράτους κατοικίας του πραγματικού δικαιούχου, τουλάχιστον μία φορά ετησίως και εντός εξαμήνου μετά τη λήξη του φορολογικού έτους. Ειδικότερα, αναφέρεται ότι η μεταβίβαση πληροφοριών προς τις Ολλανδικές Αντίλλες πραγματοποιείται το αργότερο εντός εξαμήνου μετά τη λήξη του φορολογικού έτους στις Ολλανδικές Αντίλλες, οι οποίες οφείλουν να διασφαλίσουν την ορθή λειτουργία του συστήματος κατανομής εσόδων.
  6. Άρθρο 4 π. Το Άρθρο 4 παράγραφος 2 ορίζει ότι μια οντότητα εγκατεστημένη στην Ελληνική Δημοκρατία θεωρείται φορέας πληρωμής για λογαριασμό άλλης οντότητας και παρακρατεί φόρο στην πηγή επί των τόκων, εκτός αν η τελευταία έχει συμφωνήσει να κοινοποιούνται τα στοιχεία της. Επιπλέον, οι Ολλανδικές Αντίλλες υποχρεούνται να εφαρμόσουν τις διατάξεις του Άρθρου 4 κατά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, παύοντας την παρακράτηση φόρου και την κατανομή εσόδων σύμφωνα με τα Άρθρα 5 και 6.
  7. Άρθρο 5. Το Άρθρο 5 της Σύμβασης ορίζει ότι ο όρος "τόκος" αναφέρεται στο Άρθρο 6 και λαμβάνει υπόψη το Άρθρο 15 της οδηγίας, ενώ άλλοι αόριστοι όροι διατηρούν την έννοια της οδηγίας, και τα "κράτη μέλη" νοούνται ως συμβαλλόμενα κράτη. Επιπλέον, σύμφωνα με το Άρθρο 5, παράγραφος 4, οι Ολλανδικές Αντίλλες παρακρατούν 25% των εσόδων και μεταβιβάζουν 75% στην Ελληνική Δημοκρατία από την παρακράτηση φόρου στην πηγή για τόκους που καταβάλλονται σε οντότητες του Άρθρου 4, παράγραφος 2 της οδηγίας, εγκατεστημένες στην Ελλάδα.
  8. Άρθρο 6. Το Άρθρο 6 της Σύμβασης ορίζει την κατανομή των εσόδων από παρακράτηση φόρου στην πηγή μεταξύ Ολλανδικών Αντιλλών και Ελληνικής Δημοκρατίας, με τις Ολλανδικές Αντίλλες να παρακρατούν το 25% και να μεταβιβάζουν το 75% στην Ελλάδα. Επίσης, αναφέρεται ότι τα κείμενα της οδηγίας 77/799/ΕΟΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 19ης Δεκεμβρίου 1977, όπως ισχύουν κατά την υπογραφή της Σύμβασης, αποτελούν αναπόσπαστο παράρτημά της.
  9. Άρθρο 7. Το Άρθρο 7, όπως παρουσιάζεται σε διαφορετικά τμήματα του εγγράφου, αφορά τις εξαιρέσεις από την παρακράτηση φόρου στην πηγή για τις Ολλανδικές Αντίλλες, τις διατάξεις περί απορρήτου πληροφοριών που συλλέγονται βάσει της οδηγίας, και την έναρξη ισχύος της σύμβασης, η οποία καθορίζεται από την ολοκλήρωση των συνταγματικών διατυπώσεων και την εφαρμογή της οδηγίας.
  10. Άρθρο 7 τ. Το Άρθρο 7 τ ορίζει ότι το κείμενο του άρθρου 7 της οδηγίας 77/799/ΕΟΚ, όπως περιλαμβάνεται στο παράρτημα, θα αντικατασταθεί από το αντίστοιχο κείμενο στην αναθεωρημένη οδηγία 77/799/ΕΟΚ, εάν η αναθεωρημένη οδηγία τεθεί σε ισχύ πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας Σύμβασης.
  11. Άρθρο 8. Το Άρθρο 8 ορίζει ότι η Σύμβαση ισχύει για τρία έτη από την έναρξη ισχύος της και μπορεί να καταγγελθεί με κοινοποίηση, με την κατάργησή της να ισχύει στο τέλος του ημερολογιακού έτους της κοινοποίησης. Το άρθρο αναφέρει ότι η Σύμβαση συντάχθηκε σε τρεις γλώσσες (ελληνικά, αγγλικά, ολλανδικά) και σε περίπτωση ασυμφωνίας, υπερισχύει το αγγλικό κείμενο.
  12. Άρθρο 8 τ. Το Άρθρο 8 τ της παρούσας Σύμβασης ορίζει ότι τα συμβαλλόμενα κράτη θα ανταλλάσσουν πληροφορίες σύμφωνα με το Άρθρο 7 της οδηγίας 77/799/ΕΟΚ, ενώ το Άρθρο 5, με τίτλο "Μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο", απαιτεί από τα συμβαλλόμενα κράτη να θεσπίσουν και δημοσιεύσουν τις απαραίτητες διατάξεις συμμόρφωσης πριν από την 1η Ιανουαρίου 2005.
  13. Άρθρο 9. Το Άρθρο 9 της Σύμβασης επιτρέπει στα συμβαλλόμενα κράτη να επιβάλουν πρόσθετες μορφές παρακράτησης φόρου στην πηγή, πέραν αυτών που ορίζονται στο Άρθρο 5, σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία ή άλλες συμβάσεις περί διπλής φορολογίας. Το Άρθρο 10 ορίζει ότι τα συμβαλλόμενα κράτη πρέπει να ενσωματώσουν τη Σύμβαση στο εσωτερικό τους δίκαιο, θεσπίζοντας και δημοσιεύοντας τις σχετικές διατάξεις πριν από την 1η Ιανουαρίου 2005.
  14. Άρθρο 10 κ. Το Άρθρο 10 κ ορίζει ότι οι Ολλανδικές Αντίλλες και η Ελληνική Δημοκρατία συμφωνούν να εφαρμόσουν την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με εισοδήματα από τόκους, σύμφωνα με την οδηγία, με την Ελληνική Δημοκρατία να εφαρμόζει τη συμφωνία για πραγματικούς δικαιούχους που κατοικούν στις Ολλανδικές Αντίλλες και αντίστροφα.
  15. Άρθρο 10 τ. Το Άρθρο 10 τ ορίζει ότι εάν ο πραγματικός δικαιούχος κατοικεί στην Ελλάδα και ο φορέας πληρωμής στις Ολλανδικές Αντίλλες, οι Ολλανδικές Αντίλλες θα επιβάλλουν παρακράτηση φόρου στην πηγή 15% για τα πρώτα τρία έτη, 20% για τα επόμενα τρία, και 35% στη συνέχεια, ενώ η Ελλάδα διατηρεί το δικαίωμα φορολόγησης σύμφωνα με το εθνικό της δίκαιο.
  16. Άρθρο 11. Το Άρθρο 11, παράγραφος 3, ορίζει ότι η παρακράτηση φόρου στις Ολλανδικές Αντίλλες δεν εμποδίζει την Ελλάδα να φορολογεί το εισόδημα σύμφωνα με το εθνικό της δίκαιο. Η παράγραφος 4 αναφέρεται σε μια μεταβατική περίοδο όπου οι Ολλανδικές Αντίλλες μπορούν να προβλέψουν συγκεκριμένες φορολογικές ρυθμίσεις για οικονομικούς φορείς που καταβάλλουν τόκους σε έννομες οντότητες. Το Άρθρο 11 Παράρτημα αναφέρει την οδηγία 77/799/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 1977 σχετικά με την αμοιβαία συνδρομή των αρμοδίων αρχών στον τομέα των αμέσων φόρων, η οποία προσαρτάται ως αναπόσπαστο τμήμα της Σύμβασης.
  17. Άρθρο 12. Το Άρθρο 12 ορίζει ότι η Σύμβαση τίθεται σε ισχύ την τριακοστή ημέρα μετά την τελευταία γνωστοποίηση ολοκλήρωσης των συνταγματικών τυπώσεων από τις συμβαλλόμενες Κυβερνήσεις, με τις διατάξεις της να εφαρμόζονται από την ημερομηνία εφαρμογής της οδηγίας.
  18. Άρθρο 13. Το Άρθρο 13, παράγραφος 2, της οδηγίας, όπως αναφέρεται στο κείμενο, αφορά την εξάλειψη της διπλής φορολογίας στην Ελλάδα, η οποία μπορεί να προκύψει από την παρακράτηση φόρου στην πηγή που προβλέπεται στο άρθρο 5, σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφοι 2 και 3 της οδηγίας, ή την επιστροφή του παρακρατηθέντος φόρου. Η Σύμβαση, η οποία συντάχθηκε στην ελληνική, αγγλική και ολλανδική γλώσσα, με το αγγλικό κείμενο να υπερισχύει σε περίπτωση διαφορών ερμηνείας, θα παύσει να ισχύει μετά από τριετία από την έναρξη ισχύος της, εάν κοινοποιηθεί καταγγελία.
  19. Άρθρο 17. Το Άρθρο 17, παράγραφος 2 της οδηγίας 2003/48/ΕΟΚ ορίζει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να εφαρμόσουν νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για τη φορολόγηση των τόκων από αποταμιεύσεις από την 1η Ιανουαρίου 2005, υπό την προϋπόθεση ότι η Ελβετία, το Λιχτενστάιν, ο Άγιος Μαρίνος, το Μονακό και η Ανδόρα θα εφαρμόσουν ισοδύναμα μέτρα μέσω συμφωνιών με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, ενώ οι Ολλανδικές Αντίλλες, αν και συνδεδεμένο έδαφος, θα εφαρμόσουν παρακράτηση φόρου στην πηγή βάσει συμφωνίας με το Βασίλειο των Κάτω Χωρών.
  20. Άρθρο 28. Το Άρθρο 28 αφορά την ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη, μέσω του ν. 3312/2005 (ΦΕΚ 35 Α΄), της οδηγίας 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου για τη φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις, και περιλαμβάνει τη "Σύμβαση σχετικά με την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών όσον αφορά τα έσοδα από αποταμιεύσεις υπό μορφή τόκων" μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και του Βασιλείου των Κάτω Χωρών για τις Ολλανδικές Αντίλλες, με προσωρινή εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2005.
  21. Άρθρο preamble. Το Άρθρο πρώτο του Νόμου υπ' αριθ. 3352 κυρώνει τις Συμφωνίες, υπό μορφή ανταλλαγής επιστολών, μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και του Βασιλείου των Κάτω Χωρών για τις Ολλανδικές Αντίλλες και την Αρούμπα, σχετικά με τη φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις, με ημερομηνία 23 Ιουνίου 2005.

Πρόσφατες αναφορές

Σχετικοί νόμοι

Νομοθεσία του 2005

Επιστροφή στη λίστα νόμων