Νόμος 1492/1950 — Χρονολόγιο τροποποιήσεων
Ο Νόμος 1492/1950 τροποποιεί και συμπληρώνει διατάξεις διαφόρων νόμων που αφορούν ποινικά, δικονομικά και άλλα ζητήματα. Ρυθμίζει θέματα όπως η αξία της μεταλλικής δραχμής, οι παρεπόμενες ποινές για Έλληνες που καταδικάστηκαν στο εξωτερικό, η αποκατάσταση μετά από καταδίκη, οι κυρώσεις για μάρτυρες και πραγματογνώμονες, οι αρμοδιότητες των εφετών και του εισαγγελέα, η έναρξη και αναβολή της ποινικής δίωξης, καθώς και οι ποινές για απόπειρα και συμμετοχή. Επίσης, καθορίζει τη διαδικασία δήλωσης παράστασης πολιτικώς ενάγοντος, την κλήτευση του αστικώς υπευθύνου, και τις προϋποθέσεις για την επανέναρξη ποινικής δίωξης. Ο νόμος αφορά τα ελληνικά δικαστήρια, τους εισαγγελείς, τους ανακριτές, τους κατηγορούμενους, τους μάρτυρες, τους πραγματογνώμονες, τους αστικώς υπευθύνους και διάφορους κρατικούς φορείς. Συγκεκριμένα, αναφέρεται σε ποσά όπως 500 έως 5.000 μεταλλικές δραχμές για πρόστιμα και 2.000 έως 500.000 δραχμές για χρηματικές ποινές.
Άρθρα
- Άρθρο 1 τ. Το άρθρο 1 τ του ΦΕΚ τροποποιεί διατάξεις των νόμων ΑΡΟΒ' (ασφάλεια και αστυνομία σιδηροδρόμων), ΓΩΛΖ' (συμβατικός τόκος, τοκογλυφία, αισχροκέρδεια), 3632 (χρηματιστήρια αξιών) και 3090 (νομοθεσία φυλακών).
- Άρθρο 4 τ. Το άρθρο 474 του Νόμου 1493/1950, που κυρώθηκε στις 17 Αυγούστου 1950, ορίζει ότι με διατάγματα των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών θα καθορίζεται η αξία της μεταλλικής δραχμής σε σχέση με την εφαρμογή του εισαγόμενου Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
- Άρθρο 9 τ. Το Άρθρο 9 τ του ΦΕΚ αφορά την τροποποίηση διατάξεων σε διάφορους νόμους, συμπεριλαμβανομένων του νόμου 6243/1934 (όπως συμπληρώθηκε από τον αναγκαστικό νόμο 1814/1939), του νόμου 4639 για τους αναγκαστικούς συνεταιρισμούς, του νόμου 4755 για τα τέλη χαρτοσήμου, και του νόμου 4841 για τα αυτοκίνητα, με ειδική αναφορά σε προβλέψεις για σωματική βλάβη και ανθρωποκτονία εξ αμέλειας από εισπράκτορες.
- Άρθρο 11. Το Άρθρο 11 του ΦΕΚ ορίζει ότι τα ελληνικά δικαστήρια μπορούν να επιβάλλουν παρεπόμενες ποινές ή μέτρα ασφαλείας σε Έλληνες που έχουν καταδικαστεί ή αθωωθεί στο εξωτερικό για πράξεις που τιμωρούνται από την ελληνική νομοθεσία. Το άρθρο επίσης ορίζει ότι οι διατάξεις του γενικού μέρους του κώδικα εφαρμόζονται και σε ειδικούς νόμους, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά, και επεξηγεί τους όρους "υπάλληλος", "οικείοι", "έγγραφο", "σωματική βία" και "στρατός".
- Άρθρο 11 π. Το Άρθρο 11 π του ΦΕΚ αφορά την αποκατάσταση μετά από καταδίκη, ορίζοντας ότι μπορεί να χορηγηθεί μετά από 5 έτη για κακούργημα και 3 έτη για πλημμέλημα, ενώ η επανυποβολή αίτησης απορρίπτεται για 2 έτη. Τα Άρθρα 67, 68, 69, 70 και 71 ρυθμίζουν την απαγόρευση άσκησης επαγγέλματος, τη δημοσίευση καταδικαστικών αποφάσεων, τη φύλαξη ακαταλόγιστων εγκληματιών σε θεραπευτικά καταστήματα, τη διάρκεια αυτής της φύλαξης και την εισαγωγή αλκοολικών και τοξικομανών σε θεραπευτικά ιδρύματα.
- Άρθρο 13 τ. Το άρθρο 13 τ του νόμου 5425, όπως τροποποιείται από τα άρθρα 3 και 4 του νόμου 5458 του 1932 (σχετικά με τις απεργίες δημοσίων υπαλλήλων) και το άρθρο 4 του νόμου 6439 του 1934 (σχετικά με τη μεταρρύθμιση δικαστικών αποφάσεων για περιοδικές παροχές και την τιμωρία της παράβασης υποχρέωσης διατροφής), αφορά τις διατάξεις για τα έμμισθα Υποθηκοφυλακεία.
- Άρθρο 16 τ. Το Άρθρο 16 τ του ΦΕΚ τροποποιεί συγκεκριμένες διατάξεις νόμων που αφορούν τον οργανισμό της Χωροφυλακής (άρθρο 107, παράγραφος 2 του αναγκαστικού νόμου της 7ης Ιουνίου 1935), διατάξεις του Διευθυντή του Ναυστάθμου (άρθρο 3, νόμος 5004), την καταστολή της παραχάραξης και κιβδηλίας νομισμάτων (άρθρα 4 έως 10, νόμος 5016, με διεθνή σύμβαση της 20ης Απριλίου 1929), θέματα τύπου, προσβολών της τιμής και σχετικών αδικημάτων (άρθρα 10, 11, 12, 13, 17, 18, 19, 20 έως 28 του νόμου 5060 και άρθρα 3, παράγραφος δεύτερη, και 4 του νόμου 5999), καθώς και διατάξεις για τα έμμίσθια Υποθηκοφυλακεία (άρθρο 13, νόμος 5425).
- Άρθρο 21. Το Άρθρο 21, μαζί με τα Άρθρα 230, 231 και 232, ορίζει τις κυρώσεις για τους μάρτυρες και τους πραγματογνώμονες που δεν εμφανίζονται ή αρνούνται να καταθέσουν, επιβάλλοντας πρόστιμα από 500 έως 5.000 μεταλλικές δραχμές, καθώς και την έκδοση εντάλματος βίαιης προσαγωγής, με δυνατότητα ανάκλησης της καταδίκης εάν αποδειχθεί νόμιμο κώλυμα, όπως ανωτέρα βία.
- Άρθρο 27. Το Άρθρο 27 του ΦΕΚ καθορίζει τις αρμοδιότητες του δικαστηρίου των εφετών και του εισαγγελέα σχετικά με την άσκηση ποινικής δίωξης. Συγκεκριμένα, το δικαστήριο των εφετών, σε ολομέλεια και παρουσία του εισαγγελέα, μπορεί να διατάξει την ποινική δίωξη για οποιοδήποτε έγκλημα και κατά οποιουδήποτε υπαιτίου, ενώ ένας εφέτης ορίζεται ως ανακριτής. Επίσης, ο εισαγγελέας των εφετών έχει τα ίδια δικαιώματα και καθήκοντα με τον εισαγγελέα των πλημμελειοδικών, και το συμβούλιο των εφετών αποφαίνεται σε πρώτο και τελευταίο βαθμό επί της κατηγορίας.
- Άρθρο 27 π. Το Άρθρο 27 π, παράγραφος 7, αναφέρεται στα άρθρα 1, 2 και 3 του νόμου 5096, καθώς και σε διατάξεις του νόμου Γ mN' σχετικά με την ευθύνη από αυτοκίνητα, επιβάλλοντας χρηματική ποινή στον κάτοχο σε περίπτωση αδικήματος του οδηγού. Επιπλέον, περιλαμβάνει τον νόμο ΑΡΚΒ για αδικήματα κατά της ασφάλειας σιδηροδρόμων, εξαιρουμένου του άρθρου 5.
- Άρθρο 29. Το Άρθρο 29 ορίζει ότι μια πράξη που τιμωρείται βαρύτερα λόγω συγκεκριμένου αποτελέσματος, επιβάλλεται μόνο αν το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να αποδοθεί σε αμέλεια του δράστη.
- Άρθρο 31 π. Το Άρθρο 31 π, μαζί με τα άρθρα 36 έως 42, καθορίζει την έναρξη και την αναβολή της ποινικής δίωξης, ορίζοντας ότι η δίωξη κινείται αυτεπαγγέλτως κατόπιν αναφοράς, μηνύσεως ή άλλης είδησης, ενώ οι ανακριτικοί και δημόσιοι υπάλληλοι, καθώς και οι δικαστές, υποχρεούνται να ανακοινώνουν άμεσα στον αρμόδιο εισαγγελέα κάθε αξιόποινη πράξη που λαμβάνουν γνώση, με λεπτομερή στοιχεία.
- Άρθρο 34. Το άρθρο 34 του ΦΕΚ αναφέρεται σε τροποποιήσεις διατάξεων που αφορούν τα χρηματιστήρια αξιών (νόμος 3632), τη νομοθεσία περί φυλακών (νόμος 3090), οργανισμούς (νόμος 202), και την οργάνωση της γραμματείας των δικαστηρίων και εισαγγελιών (νόμος 6094).
- Άρθρο 36 π. Το Άρθρο 36 παρ. 1 ορίζει το ανώτατο όριο ποινής, ενώ η παρ. 3 καθορίζει την ελάχιστη ποινή φυλάκισης ή κάθειρξης που αντικαθιστά τον περιορισμό, η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη από το ήμισυ του ανώτατου ορίου της νόμιμης ποινής, ή πρόσκαιρη κάθειρξη 20 ετών σε περίπτωση θανατικής ποινής ή ισόβιας κάθειρξης.
- Άρθρο 38. Το Άρθρο 21 του ΦΕΚ ορίζει ότι η εκτέλεση μιας νόμιμης διαταγής από αρμόδια αρχή δεν θεωρείται άδικη πράξη, ακόμη και αν ο υφιστάμενος δεν μπορεί να ελέγξει τη νομιμότητά της, με τον διατάξαντα να τιμωρείται ως αυτουργός σε περίπτωση παρανομίας.
- Άρθρο 38 κ. Το Άρθρο 38 κ του ΦΕΚ, το οποίο αναφέρεται στην "Απόπειρα και Συμμετοχή", ορίζει την ποινή για την απόπειρα κακουργήματος ή πλημμελήματος με μειωμένη ποινή (άρθρο 83), επιτρέπει στο δικαστήριο να μην επιβάλει ποινή για απόπειρα πλημμελήματος με ποινή φυλάκισης έως τρεις μήνες, και καθορίζει την τιμωρία για απρόσφορη απόπειρα (μειωμένη κατά το ήμισυ) και για υπαναχώρηση (ατιμώρητη ή μειωμένη κατά το ήμισυ). Επίσης, ορίζει ότι οι συναυτουργοί τιμωρούνται ως αυτουργοί, ενώ ο ηθικός αυτουργός και ο άμεσος συνεργός τιμωρούνται με την ποινή του αυτουργού, με μειωμένη ποινή για συγκεκριμένες περιπτώσεις πρόκλησης ή παροχής συνδρομής.
- Άρθρο 44. Το Άρθρο 50 του ΦΕΚ ορίζει ότι η ποινική δίωξη γίνεται μόνο κατόπιν έγκλησης του αδικηθέντος, εκτός από τις ρητώς καθορισμένες περιπτώσεις στον ποινικό κώδικα ή άλλους νόμους. Το Άρθρο 51 προβλέπει ότι η παραίτηση από το δικαίωμα έγκλησης μπορεί να γίνει αυτοπροσώπως ή με ειδικό πληρεξούσιο, ενώ η ανάκληση της παραίτησης δεν επιτρέπεται. Το Άρθρο 52 επιτρέπει την ανάκληση της έγκλησης, η οποία μπορεί να γίνει αυτοπροσώπως, με ειδικό πληρεξούσιο ή στο ακροατήριο μέχρι τη δημοσίευση της απόφασης, ενώ η καθυστερημένη ανάκληση είναι απαράδεκτη. Τέλος, το Άρθρο 53 αναφέρει ότι για την ανάκληση της έγκλησης δεν απαιτείται προκαταβολή δικαστικών εξόδων, αλλά αυτά βαρύνουν τον ανακαλούντα.
- Άρθρο 46. Το Άρθρο 46, παράγραφος 1, ορίζει ότι οι συμμέτοχοι μπορούν να τιμωρηθούν με μειωμένη ποινή (άρθρο 83), ενώ αν υπάρχουν μόνο συμμέτοχοι στα άρθρα 46 § 1 και 47, αυτοί τιμωρούνται ως αυτουργοί και ο δράστης ως συνεργός. Η παράγραφος 2 αναφέρει ότι ιδιαίτερες ιδιότητες, σχέσεις ή περιστάσεις που επιτείνουν, μειώνουν ή αποκλείουν την ποινή λαμβάνονται υπόψη μόνο για τον συμμέτοχο στον οποίο υφίστανται.
- Άρθρο 47. Το Άρθρο 47 ορίζει ότι μια έφεση καθίσταται απαράδεκτη εάν ο κατηγορούμενος, ο οποίος βρίσκεται υπό προφυλάκιση, αποδράσει από τις φυλακές μετά την άσκηση της έφεσης. Το Άρθρο 479, παράγραφος 1, επιτρέπει στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών να ασκήσει έφεση κατά βουλευμάτων του συμβουλίου πλημμελειοδικών σε συγκεκριμένες περιπτώσεις που αφορούν την μη έναρξη κατηγορίας, την οριστική παύση ποινικής δίωξης ή την κήρυξη αυτής ως απαράδεκτης. Η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου δίνει στον εισαγγελέα εφετών τη δυνατότητα να ασκήσει έφεση κατά οποιουδήποτε βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την έκδοσή του.
- Άρθρο 50. Το άρθρο 50 του ΦΕΚ ορίζει ότι η δήλωση του πολιτικώς ενάγοντος, η οποία μπορεί να γίνει και ενώπιον του ανακριτή κατά την εξέταση του θύματος ως μάρτυρα, δεν επηρεάζει το δικαίωμά του να ασκήσει πολιτική αγωγή ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου.
- Άρθρο 52 α. Το άρθρο 52α του εγγράφου ΦΕΚ αναφέρεται στην ανάκληση, ορίζοντας ότι δεν απαιτείται προκαταβολή δικαστικών εξόδων και τελών, τα οποία όμως βαρύνουν τον ανακαλούντα, και ότι αντίγραφο της έκθεσης ή πρακτικών με εκκαθάριση εξόδων αποστέλλεται στον αρμόδιο ταμία. Το άρθρο 54 ορίζει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις απαιτείται άδεια προς δίωξη, χωρίς την οποία δεν μπορούν να ενεργηθούν συγκεκριμένες πράξεις, ενώ το άρθρο 55 προβλέπει την άρνηση χορήγησης της άδειας από τον ανακριτή, με πρόταση του εισαγγελέα, και δηλώνει ότι η άδεια που έχει χορηγηθεί δεν μπορεί να ανακληθεί.
- Άρθρο 54. Το Άρθρο 54, παράγραφος 2, ορίζει ότι εκτός των αναφερόμενων λόγων, μπορούν να προταθούν και οι λόγοι αναίρεσης που καθιερώνονται από την πολιτική δικονομία, σχετικά με το πολιτικό μέρος της απόφασης και την απόδοση αφαιρεθέντων αντικειμένων και πειστηρίων. Το Άρθρο 511 αναφέρει ότι ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τους λόγους αναίρεσης Α', Γ', Δ', ΣΤ' και Θ' του άρθρου 510, εφόσον η αίτηση είναι παραδεκτή και έχει εμφανιστεί ο αναιρεσείων, ενώ εφαρμόζει και τον επιεικέστερο νόμο που επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Τέλος, το Άρθρο 513, παράγραφος 1, αναφέρει ότι εάν συντρέχει λόγος απαραδέκτου, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη και μπορεί να καταδικάσει τον αιτούντα σε χρηματική ποινή έως 500 μεταλλικές δραχμές.
- Άρθρο 54 π. Το Άρθρο 57 ορίζει ότι η αμετάκλητη καταδίκη, αθώωση ή παύση ποινικής δίωξης κωλύει νέα δίωξη για την ίδια πράξη, εκτός από τις περιπτώσεις των άρθρων 58, 81 § 2, 525 και 526. Το Άρθρο 58 επιτρέπει την εκ νέου άσκηση ποινικής δίωξης εάν η αρχική απόφαση κήρυξε την δίωξη απαράδεκτη λόγω έλλειψης ή αταξίας της έγκλησης, αίτησης ή άδειας, εφόσον αυτές δοθούν κανονικά αργότερα.
- Άρθρο 55. Το Άρθρο 55 ορίζει ότι η διάρκεια της κράτησης, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από ειδικές διατάξεις, δεν μπορεί να υπερβαίνει τον ένα μήνα ούτε να είναι μικρότερη της μίας ημέρας, και εκτελείται σε ειδικά τμήματα φυλακών ή, ελλείψει αυτών, σε αστυνομικά κρατητήρια. Το Άρθρο 57 καθορίζει ότι η χρηματική ποινή δεν μπορεί να είναι κατώτερη των 2.000 δραχμών ούτε ανώτερη των 500.000 δραχμών, ενώ το πρόστιμο δεν μπορεί να είναι κατώτερο των 100 δραχμών ούτε ανώτερο των 10.000 δραχμών, με τα ποσά να αναφέρονται σε μεταλλικές δραχμές.
- Άρθρο 57. Το Άρθρο 371 του ΦΕΚ περιγράφει τη διαδικασία κατάρτισης και δημοσίευσης των αποφάσεων των ποινικών δικαστηρίων, συμπεριλαμβανομένης της μυστικής διάσκεψης, της ψηφοφορίας, της αφαίρεσης του χρόνου προφυλάκισης και της διόρθωσης σφαλμάτων. Το Άρθρο 373 αφορά τη διάταξη για τα έξοδα, την απόδοση κατασχεθέντων αντικειμένων και την κατάσχεση, ενώ το Άρθρο 374 ορίζει τον αριθμό των υποθέσεων που μπορούν να εκδικαστούν σε κάθε συνεδρίαση των πλημμελειοδικείων.
- Άρθρο 58 τ. Το Άρθρο 58 τ του Νόμου 4971, όπως τροποποιείται από άλλες διατάξεις, αφορά την οργάνωση του Σώματος της Αστυνομίας Πόλεων, την πυροσβεστική υπηρεσία (Άρθρο 16 του Νόμου 6015), και την οργάνωση της Χωροφυλακής (παράγραφος 2 του Άρθρου 107 του αναγκαστικού νόμου της 7ης Ιουνίου 1935).
- Άρθρο 68. Το Άρθρο 68 του ΦΕΚ, το οποίο αποτελείται από τα άρθρα 84 έως 89, καθορίζει τη διαδικασία δήλωσης παράστασης πολιτικώς ενάγοντος, τις αντιρρήσεις κατά αυτής, την απόρριψη της παράστασης, και την κλήτευση του αστικώς υπευθύνου. Συγκεκριμένα, το άρθρο 84 ορίζει το περιεχόμενο της δήλωσης παράστασης, το άρθρο 85 επιτρέπει στον κατηγορούμενο και τον αστικώς υπεύθυνο να υποβάλουν αντιρρήσεις πριν την έκδοση του βουλεύματος, το άρθρο 86 περιγράφει τη διαδικασία των αντιρρήσεων και την απόφαση του συμβουλίου, το άρθρο 87 επιτρέπει την απόρριψη της παράστασης, το άρθρο 88 καθορίζει τα αποτελέσματα της απόρριψης, και το άρθρο 89 ρυθμίζει την κλήτευση του αστικώς υπευθύνου.
- Άρθρο 68 π. Το άρθρο 68 παρ. 2 του ΦΕΚ ορίζει ότι ο αστικώς υπεύθυνος για την πληρωμή χρηματικών ποινών και εξόδων καλείται αυτεπαγγέλτως στην ποινική δίκη από τον εισαγγελέα, με τις ίδιες διατυπώσεις και προθεσμίες (τουλάχιστον τρεις ημέρες πριν τη συζήτηση) που ισχύουν για τον κατηγορούμενο, και η κλήση πρέπει να αναφέρει το άρθρο νόμου που θεμελιώνει την αστική του ευθύνη. Επίσης, ο κατηγορούμενος μπορεί να κλητευθεί ως αστικώς υπεύθυνος για πράξεις συγκατηγορουμένων του, εάν απαλλαγεί από την ποινική ευθύνη.
- Άρθρο 70. Το Άρθρο 70 του ΦΕΚ ορίζει ότι η κλήτευση του κατηγορουμένου κοινοποιείται σύμφωνα με την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, και ο αστικώς υπεύθυνος αποκτά την ιδιότητα του διαδίκου στην ποινική διαδικασία (άρθρα 96 επ.). Το Άρθρο 90 περιγράφει τις διατυπώσεις κλήτευσης κατά την ανάκριση, όπου η κλήτευση του αστικώς υπευθύνου για πληρωμή χρηματικών ποινών και εξόδων γίνεται με αίτηση του εισαγγελέα από τον ανακριτή, ενώ η κλήση που περιέχει τα στοιχεία της παρ. 1 του άρθρου 89 επιδίδεται και στον κατηγορούμενο. Τέλος, το Άρθρο 91 αναφέρεται στην παρέμβαση του αστικώς υπευθύνου.
- Άρθρο 71. Το Άρθρο 71, που αναφέρεται στα άρθρα 405 και 406, ορίζει ότι το δικαστήριο των συνεδρών επιβάλλει την ποινή στον κηρυχθέντα ένοχο και αποφασίζει ταυτόχρονα για τις ιδιωτικές απαιτήσεις του πολιτικώς ενάγοντος. Επίσης, το Άρθρο 71 αναφέρεται στο Άρθρο 507, ορίζοντας δεκαπενθήμερη προθεσμία για την αίτηση αναίρεσης από τον εισαγγελέα, η οποία δεν αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης.
- Άρθρο 71 κ. Το άρθρο 71 κ, συγκεκριμένα το άρθρο 487, αφορά την έφεση κατά αποφάσεων που κηρύσσουν δικαστήριο αναρμόδιο καθ' ύλην, επιτρέποντας έφεση στον κατηγορούμενο και τον εισαγγελέα κατά της απόφασης που παραπέμπει την υπόθεση σε άλλο δικαστήριο ή στον εισαγγελέα.
- Άρθρο 72 π. Το Άρθρο 397 του ΦΕΚ ορίζει ότι ο οφειλέτης που σκοπίμως ματαιώνει την ικανοποίηση δανειστή του, βλάπτοντας, καταστρέφοντας, αποκρύπτοντας ή αλλοτριώνοντας περιουσιακά του στοιχεία χωρίς ισότιμο αντάλλαγμα, ή δημιουργώντας ψευδή χρέη, τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο ετών ή χρηματική ποινή, ενώ η ποινική δίωξη ασκείται μόνο κατόπιν εγκλήσεως.
- Άρθρο 77. Το Άρθρο 77, παράγραφος 2, του ΦΕΚ ορίζει ότι εάν το πρόσωπο κατά του οποίου εκτελείται μια απόφαση έχει το ίδιο όνομα με τον καταδικασθέντα, αλλά δεν είναι το ίδιο άτομο, ο εισαγγελέας πρέπει να ζητήσει από το αρμόδιο δικαστήριο (σύμφωνα με το άρθρο 145, παράγραφος 2) να διορθώσει το όνομα ή άλλα στοιχεία ταυτότητας στην εκτελούμενη απόφαση, εφόσον ο πραγματικός ένοχος είχε κλητευθεί στη δίκη. Εάν ο πραγματικός ένοχος δεν είχε κλητευθεί, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 525, παράγραφος 1, αριθμός 2, σχετικά με την επανάληψη της διαδικασίας, ενώ η εκτέλεση της απόφασης αναστέλλεται.
- Άρθρο 81. Το άρθρο 81 του εγγράφου ορίζει ότι η προθεσμία για την άσκηση ένδικων μέσων κατά βουλεύματος αρχίζει από την κοινοποίησή του, ενώ η προθεσμία για αίτηση αναίρεσης του βουλεύματος αρχίζει από τη λήξη της προθεσμίας για έφεση.
- Άρθρο 83. Το Άρθρο 83 του ΦΕΚ, σε συνδυασμό με τα Άρθρα 35, 36, 37 και 38, ρυθμίζει την ποινική ευθύνη σε περιπτώσεις διαταραγμένης συνείδησης ή μειωμένης ικανότητας καταλογισμού. Συγκεκριμένα, ορίζει ότι πράξεις που τελούνται υπό διαταραγμένη συνείδηση, η οποία προκλήθηκε εσκεμμένα, καταλογίζονται ως δόλιες, ενώ πράξεις που προέκυψαν από αμέλεια καταλογίζονται ως αμελείς. Επίσης, προβλέπει μειωμένες ποινές για όσους έχουν μειωμένη ικανότητα καταλογισμού λόγω ψυχικών καταστάσεων, με εξαίρεση την εκούσια μέθη, και καθορίζει την έκτιση ποινών σε ειδικά ψυχιατρικά καταστήματα για επικίνδυνους εγκληματίες με μειωμένη ικανότητα καταλογισμού.
- Άρθρο 84. Το άρθρο 84 του ΦΕΚ αναφέρεται στη μείωση της ποινής, όπως προβλέπεται στο άρθρο 83, ή στην περίπτωση καταδίκης σε περιορισμό εντός ψυχιατρικού καταστήματος κατ' άρθρο 38. Το άρθρο 20, με τίτλο "Λόγοι αποκλείοντες το άδικον της πράξεως", ορίζει ότι ο άδικος χαρακτήρας μιας πράξης αποκλείεται, εκτός από τις αναφερόμενες περιπτώσεις στον κώδικα (άρθρα 21, 22, 25, 204 §§ 4 & 5, 308 § 2, 367, 371 § 4), όταν η πράξη αποτελεί άσκηση δικαιώματος ή εκπλήρωση νόμιμου καθήκοντος.
- Άρθρο 90. Το Άρθρο 90 του ΦΕΚ ορίζει ότι ο εισαγγελέας μπορεί να καλέσει τον αστικά υπεύθυνο για αποζημιώσεις και χρηματική ικανοποίηση μόνο εάν ασκεί πολιτική αγωγή, ενώ τα Άρθρα 91-95 περιγράφουν τη διαδικασία παρέμβασης ή αποβολής του αστικά υπεύθυνου από την ποινική δίκη, ορίζοντας προθεσμίες και απαιτούμενες διατυπώσεις.
- Άρθρο 90 κ. Το Άρθρο 90 κ, το οποίο αναφέρεται στο Άρθρο 62, ορίζει την αποστέρηση δικαιωμάτων σε περίπτωση καταδίκης σε περιορισμό εντός ψυχιατρικού καταστήματος, εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 60, 61 και 64 ανάλογα με τη βαρύτητα της πράξης (κακούργημα ή πλημμέλημα).
- Άρθρο 97. Το Άρθρο 97 του ΦΕΚ ορίζει ότι οι διατάξεις για τη συνολική ποινή των άρθρων 94 § 1 και 96 § 1 εφαρμόζονται επίσης σε δύο περιπτώσεις: α) όταν, πριν από την έκτιση ή την παραγραφή της ποινής για μια πράξη, επιβάλλεται καταδίκη για άλλη πράξη, και β) όταν, μετά την έκτιση της ποινής, επιβάλλεται καταδίκη για άλλη πράξη που τελέστηκε πριν από την προηγούμενη καταδίκη, με αφαίρεση του χρόνου της προηγούμενης έκτισης ποινής από τη συνολική ποινή.
- Άρθρο 99. Το Άρθρο 117 του ΦΕΚ ορίζει ότι η ποινική δίωξη για πράξεις που απαιτούν έγκληση εξαλείφεται αν η έγκληση δεν υποβληθεί εντός τριών μηνών από τη γνώση της πράξης και του δράστη, ή αν δηλωθεί παραίτηση από το δικαίωμα έγκλησης. Το Άρθρο 118 καθορίζει ότι το δικαίωμα έγκλησης ανήκει στον άμεσα παθόντα, ή στον νόμιμο εκπρόσωπό του αν είναι ανήλικος ή υπό δικαστική απαγόρευση, ενώ το Άρθρο 119 αναφέρει ότι η ποινική δίωξη αφορά όλους τους συμμετόχους, ακόμη κι αν η έγκληση στρέφεται μόνο κατά ενός. Τέλος, το Άρθρο 120 επιτρέπει την ανάκληση της έγκλησης υπό όρους, με συνέπεια την παύση της δίωξης και για τους λοιπούς συμμετόχους, εκτός αν ο κατηγορούμενος δηλώσει ότι δεν την αποδέχεται.
- Άρθρο 103. Το Άρθρο 103 του ΦΕΚ περιγράφει τη διαδικασία εξέτασης κατηγορουμένου, ο οποίος καλείται να απολογηθεί και να υποδείξει μέσα υπεράσπισης, ενώ έχει το δικαίωμα να μην απαντήσει ή να υποβάλει γραπτή απολογία. Τα άρθρα 274, 275 και 276 καθορίζουν την έρευνα των μέσων υπεράσπισης, τη σύλληψη επί αυτοφώρω κακουργημάτων και πλημμελημάτων, καθώς και τη σύλληψη με ένταλμα, ορίζοντας ότι κανείς δεν συλλαμβάνεται χωρίς αιτιολογημένο ένταλμα του ανακριτή ή βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, εκτός από τις περιπτώσεις αυτοφώρου.
- Άρθρο 106. Το Άρθρο 106 περιγράφει τη διαδικασία ανάκλησης αναστολής εκτέλεσης ποινής, όπου η διεύθυνση του καταστήματος αναφέρεται στον εισαγγελέα εάν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις, ενώ τα Άρθρα 111, 112 και 113 ορίζουν τους χρόνους παραγραφής των κακουργημάτων (20 ή 15 έτη), πλημμελημάτων (5 έτη) και πταισμάτων (1 έτος), την έναρξη του χρόνου παραγραφής από την τέλεση της πράξης, και την αναστολή της παραγραφής κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας.
- Άρθρο 116. Το Άρθρο 116 του ΦΕΚ καθορίζει την αρμοδιότητα των ποινικών δικαστηρίων, του Αρείου Πάγου και των πολιτικών δικαστηρίων για την άμεση εκδίκαση εγκλημάτων που διαπράττονται εντός του ακροατηρίου κατά τη διάρκεια συνεδρίασης, εφόσον αυτά υπάγονται στην αρμοδιότητά τους. Επίσης, το Άρθρο 117 αφορά την άμεση εκδίκαση εγκλημάτων εξύβρισης και δυσφήμησης του δικαστηρίου, ενώ το Άρθρο 118 ρυθμίζει την περίπτωση αναβολής της άμεσης εκδίκασης. Τέλος, το Άρθρο 362 αναφέρεται στην ανάγνωση εκθέσεων πραγματογνωμόνων και στην προφορική ανάπτυξή τους, εφόσον κληθούν στο ακροατήριο.
- Άρθρο 116 π. Το Άρθρο 116 π του ΦΕΚ ορίζει την αρμοδιότητα του πταισματοδικείου για την εκδίκαση πταισμάτων, εξαιρουμένων αυτών που υπάγονται στην αρμοδιότητα των πλημμελειοδικείων και του δικαστηρίου ανηλίκων.
- Άρθρο 120. Το Άρθρο 120 του ΦΕΚ 136 ορίζει τις περιπτώσεις και τη διαδικασία παραπομπής υποθέσεων από ένα δικαστήριο σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές, καλύπτοντας λόγους όπως η εξαίρεση δικαστών, η έλλειψη δικαστών για τουλάχιστον δύο μήνες, σοβαροί λόγοι δημοσίας ασφάλειας, η εκτέλεση ποινής άνω των τριών ετών από τον κατηγορούμενο, ή η ιδιότητα δικαστικού λειτουργού ενός διαδίκου. Η παραπομπή μπορεί να ζητηθεί από τον εισαγγελέα, τον κατηγορούμενο ή τον πολιτικώς ενάγοντα, ενώ αποφασίζεται από το συμβούλιο πλημμελειοδικών, το συμβούλιο εφετών ή τον Άρειο Πάγο, ανάλογα με την περίπτωση.
- Άρθρο 122 τ. Το Άρθρο 361 ορίζει την "Εξύβριση", τιμωρώντας όποιον προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο, έργο ή άλλο τρόπο με φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή, ενώ η παράγραφος 2 προβλέπει κράτηση ή πρόστιμο για λιγότερο σοβαρές προσβολές. Το Άρθρο 362 αφορά τη "Δυσφήμηση", τιμωρώντας όποιον ισχυρίζεται ή διαδίδει ψευδώς γεγονότα που βλάπτουν την τιμή ή υπόληψη άλλου ενώπιον τρίτου με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή. Τέλος, το Άρθρο 363 ορίζει τη "Συκοφαντική δυσφήμηση", τιμωρώντας με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, χρηματική ποινή και πιθανή στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων όποιον γνωρίζει ότι το γεγονός που διαδίδει είναι ψευδές.
- Άρθρο 127. Το Άρθρο 127 ορίζει ότι η διάρκεια της στέρησης της ελευθερίας, όταν η πράξη απειλείται με ποινή άνω των δέκα ετών ή με θανατική ποινή, είναι κατ' ελάχιστον δέκα πέντε (15) έτη και κατ' μέγιστον είκοσι (20) έτη. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, η διάρκεια είναι κατ' ελάχιστον έξι (6) μήνες και κατ' μέγιστον δέκα (10) έτη.
- Άρθρο 135. Το Άρθρο 135 του ΦΕΚ ορίζει ότι ο Άρειος Πάγος, σε περίπτωση αναίρεσης λόγω παραβίασης του δεδικασμένου (άρθρο 510 § 1 στοιχ. ΣΤ') ή για τους λόγους του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Θ', κηρύσσει την ποινική δίωξη απαράδεκτη. Το Άρθρο 518, αντίστοιχα, προβλέπει ότι σε περίπτωση αναίρεσης λόγω εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει ορθώς τον νόμο και, αν δεν υπάρχει κολάσιμη πράξη, κηρύσσει τον κατηγορούμενο αθώο.
- Άρθρο 136. Το Άρθρο 17 του ΦΕΚ ορίζει ότι η αίτηση εξαίρεσης πρέπει να περιέχει σαφείς λόγους, πραγματικά γεγονότα και αποδεικτικά μέσα, και να υπογράφεται από τον αιτούντα ή τον πληρεξούσιό του, ενώ η αίτηση υποβάλλεται στον εισαγγελέα του αρμόδιου δικαστηρίου. Το Άρθρο 18 καθορίζει ότι η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη εντός δύο ημερών αν είναι εκπρόθεσμη, ατάκτως υποβληθείσα ή ελλιπής. Το Άρθρο 19 ορίζει ότι η αίτηση κοινοποιείται άμεσα στον εξαίρετο, ο οποίος οφείλει εντός 24 ωρών να απαντήσει γραπτώς και να απέχει από τα καθήκοντά του, ενώ το Άρθρο 20 ορίζει ότι εντός δύο ημερών από την κοινοποίηση, ο εισαγγελέας εισάγει την αίτηση στο αρμόδιο δικαστήριο ή συμβούλιο.
- Άρθρο 140 κ. Το Άρθρο 140 κ, συγκεκριμένα τα άρθρα 142 και 143, καθορίζει τη διαδικασία σύνταξης και τήρησης πρακτικών δικαστικών συνεδριάσεων. Το άρθρο 142 περιγράφει τη μονογράφηση και υπογραφή των πρόχειρων πρακτικών από τον διευθύνοντα δικαστή και τον γραμματέα εντός οκτώ ημερών, ενώ το άρθρο 143 αφορά τη δυνατότητα τήρησης στενογραφημένων πρακτικών, κατόπιν αίτησης και καταβολής δαπάνης από τον διάδικο, με δυνατότητα μετακλήσεως στενογράφου από άλλο δικαστήριο με έγκριση του Υπουργού Δικαιοσύνης.
- Άρθρο 142 π. Το Άρθρο 144 του εγγράφου, με έγκριση του Υπουργού της Δικαιοσύνης, επιτρέπει την καταχώριση αποφάσεων και διατάξεων στα πρακτικά αντί να συντάσσονται ξεχωριστά, τηρώντας τις διατάξεις των άρθρων 138 παρ. 2 και 3 και 139. Το Άρθρο 145 ορίζει τη διαδικασία διόρθωσης ή συμπλήρωσης λαθών ή παραλείψεων σε αποφάσεις, διατάξεις και πρακτικά, εφόσον δεν επέρχεται ουσιώδης μεταβολή, ενώ το Άρθρο 146 αναφέρεται στην ανανέωση ή αντικατάσταση κατεστραμμένων ή απολεσθέντων εγγράφων της ποινικής διαδικασίας σύμφωνα με ειδικό νόμο. Τέλος, το Άρθρο 147 αφορά τη χορήγηση αντιγράφων αποφάσεων, διατάξεων, πρακτικών και άλλων εγγράφων της ποινικής διαδικασίας σε διαδίκους και τρίτους με συμφέρον, μετά το πέρας της δίκης ή κατά τη διάρκεια της ανάκρισης υπό προϋποθέσεις.
- Άρθρο 148. Το Άρθρο 148, παράγραφος 3, ορίζει ότι εάν μια μήνυση υποβληθεί σε ανακριτικό υπάλληλο, αυτός οφείλει να τη διαβιβάσει άμεσα στον αρμόδιο εισαγγελέα ή δημόσιο κατήγορο για ποινική δίωξη. Το Άρθρο 43, παράγραφος 1, αναφέρει ότι ο εισαγγελέας, λαμβάνοντας τη μήνυση ή αναφορά, υποχρεούται να κινήσει ποινική δίωξη, εκτός εάν η μήνυση είναι νομικά αβάσιμη ή προφανώς αόριστη, οπότε την αρχειοθετεί και ενημερώνει τον εισαγγελέα Εφετών.
- Άρθρο 150 σ. Το Άρθρο 150 σ του ΦΕΚ αναφέρεται στην υπογραφή του δημοσίου υπαλλήλου που συντάσσει έκθεση. Το Άρθρο 154 ορίζει τη διάκριση μεταξύ κοινοποίησης και επίδοσης εγγράφων στην ποινική διαδικασία, επισημαίνοντας ότι η μη τήρηση των διατάξεων των άρθρων 155-157, 159 και 165 οδηγεί σε ακυρότητα. Το Άρθρο 155 περιγράφει λεπτομερώς τη διαδικασία επίδοσης εγγράφων, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων όπου ο παραλήπτης ή οι συνοικοι του απουσιάζουν ή αρνούνται να παραλάβουν, καθώς και την επίδοση σε κρατούμενους. Το Άρθρο 156 αφορά την επίδοση σε άγνωστου διαμονής πρόσωπα, ορίζοντας την παράδοση του εγγράφου σε συγγενείς, ή ελλείψει αυτών, στον δήμαρχο, τον πρόεδρο της κοινότητας ή τον ιερέα.
- Άρθρο 151 τ. Το Άρθρο 151 τ του παρόντος κώδικα, μαζί με τα άρθρα 166, 167, 168 και 169, καθορίζουν τις προθεσμίες για την εμφάνιση στο ακροατήριο (3 ή 8 ημέρες, με παρεκτάσεις για κατοίκους εκτός έδρας ή αγνώστου διαμονής, και 1 μήνα για αγνώστου διαμονής κατηγορούμενους), την επίδοση της πολιτικής αγωγής (5 ημέρες πριν τη δικάσιμο), τον υπολογισμό των προθεσμιών (σύμφωνα με το ημερολόγιο, εξαιρουμένης της ημέρας έναρξης και των εξαιρετέων ημερών) και τη δυνατότητα παράτασης ή συντόμευσης αυτών.
- Άρθρο 155. Το Άρθρο 155 ορίζει ότι η επίδοση εγγράφων μπορεί να γίνει ταχυδρομικά ή τηλεγραφικά, ενώ τα Άρθρα 159 και 160 περιγράφουν τη διαδικασία ανακοίνωσης του περιεχομένου του επιδιδόμενου εγγράφου και τη σύνταξη αποδεικτικού επίδοσης, το οποίο πρέπει να περιλαμβάνει ακριβείς λεπτομέρειες όπως τόπος, ημερομηνία, και ονοματεπώνυμο του παραλήπτη, με ποινή ακυρότητας της επίδοσης σε περίπτωση παράλειψης.
- Άρθρο 156. Το Άρθρο 156 (που αναφέρεται ως Άρθρο 429 στο κείμενο) καθορίζει τη διαδικασία συζήτησης και απόφασης σε ποινικές υποθέσεις, επιτρέποντας σε συγγενείς του κατηγορουμένου να παραστούν και να διορίσουν συνήγορο εάν ο κατηγορούμενος απουσιάζει, ενώ το Άρθρο 430 ορίζει τη διαδικασία αίτησης ακύρωσης της απόφασης για κατηγορούμενο που δεν εμφανίστηκε, με προθεσμία οκτώ ημερών από την εκτέλεση της απόφασης.
- Άρθρο 161 σ. Το Άρθρο 161 σ του ΦΕΚ ορίζει ότι η αμφισβήτηση ενός εγγράφου ως πλαστού δεν εμποδίζει την πρόοδο της ποινικής δίκης, εφόσον το δικαστήριο κρίνει ότι ο παραλήπτης έλαβε έγκαιρα γνώση του περιεχομένου του, και εφαρμόζεται επίσης όταν λείπει στοιχείο κύρους του αποδεικτικού. Το Άρθρο 163 αφορά τις παραβάσεις κατά την επίδοση, όπου η αμέλεια του επιδίδοντος τιμωρείται πειθαρχικώς, ενώ η άρνηση παραλαβής ή υπογραφής τιμωρείται ως απείθεια σύμφωνα με τον ποινικό κώδικα. Τέλος, το Άρθρο 164 καθορίζει τα δικαιώματα των οργάνων επίδοσης, τα οποία λαμβάνουν αμοιβή για κάθε επίδοση, η οποία εκκαθαρίζεται από τον γραμματέα του δικαστηρίου.
- Άρθρο 165. Το Άρθρο 165 ορίζει ότι η προθεσμία για την αίτηση αναίρεσης βουλεύματος αρχίζει μετά τη λήξη της προθεσμίας έφεσης, ενώ η αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης μπορεί να γίνει από τον καταδικασθέντα εντός 20 ημερών με δήλωση στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία μπορεί να συμπληρώσει αίτηση αναίρεσης χωρίς συγκεκριμένους λόγους. Το Άρθρο 474 περιγράφει ότι η άσκηση του ένδικου μέσου γίνεται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, στον γραμματέα ειρηνοδικείου, στον προιστάμενο προξενικής αρχής στο εξωτερικό, ή στον διευθύνοντα της φυλακής αν ο δικαιούμενος κρατείται, με σύνταξη έκθεσης υπογεγραμμένης από τους εμπλεκόμενους.
- Άρθρο 165 π. Το Άρθρο 165 παρ. 1.3. ορίζει ότι ένας μάρτυρας μπορεί να προσέλθει αυθορμήτως για εξέταση κατά τη διάρκεια της προδικασίας, με την προϋπόθεση ότι αυτό θα αναφέρεται στην έκθεση εξέτασής του. Η παρ. 1.4. του ίδιου άρθρου επιβάλλει πειθαρχική ποινή σε εισαγγελέα, ανακριτή ή ανακριτικό υπάλληλο που δεν εξετάζει μάρτυρα ή κατηγορούμενο που έχει κλητευθεί και εμφανιστεί χωρίς νόμιμο λόγο.
- Άρθρο 166. Το Άρθρο 166 του ΦΕΚ αφορά την αναβολή συζήτησης και την εκτέλεση αποφάσεων, ενώ τα Άρθρα 417, 418 και 419 περιγράφουν τη διαδικασία άμεσης παραπομπής και δίκης για αυτόφωρα πλημμελήματα, όπως κλοπή, τραυματισμοί, παραβάσεις νόμων περί τυχερών παιγνίων, όπλων, ναρκωτικών, λαθρεμπορίας και μέτρων πρόληψης ασθενειών, με δυνατότητα κράτησης του κατηγορουμένου έως 24 ώρες.
Πρόσφατες αναφορές
- Τροποποίηση: Νόμος 2057 — ΦΕΚ Α' 95/1952 (άρθρο 294)
Ο Νόμος 2057/1952 του Ελληνικού Κοινοβουλίου ρυθμίζει ζητήματα ποινικής δικαιοσύνης, συμπεριλαμβανομένης της αναδρομικής εφαρμογής διατάξεων για αδικήματα που τελέστηκαν μέσω του τύπου μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1951, καθώς και την αναστολή ποινικής δίωξης για παράνομη οπλοφορία και κατοχή όπλων. Επίσης, ορίζει τη σύσταση τμημάτων του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου και τις διαδικασίες για την ανάκληση εφέδρων δικαστικών λειτουργών. Ο νόμος προβλέπει την επιβολή περιοριστικών όρων σε άτομα που αποφυλακίζονται προσωρινά και τροποποιεί διατάξεις του Ποινικού Κώδικα και της Ποινικής Δικονομίας σχετικά με την κατάσταση κοινής ανάγκης, την ελαφρά σωματική βλάβη και την εκτέλεση ποινών ανηλίκων. Τέλος, επιτρέπει την άσκηση αναίρεσης εντός δέκα ημερών για αποφάσεις που έχουν καταστεί αμετάκλητες και προβλέπει την απόσβεση ποινικής δίωξης για ορισμένα πταίσματα και πλημμελήματα που διαπράχθηκαν πριν τη δημοσίευση του νόμου. - Αρχική δημοσίευση: Νόμος 1492 — ΦΕΚ Α' 182/1950
Ο Νόμος 1492/1950 τροποποιεί και συμπληρώνει διατάξεις διαφόρων νόμων που αφορούν ποινικά, δικονομικά και άλλα ζητήματα. Ρυθμίζει θέματα όπως η αξία της μεταλλικής δραχμής, οι παρεπόμενες ποινές για Έλληνες που καταδικάστηκαν στο εξωτερικό, η αποκατάσταση μετά από καταδίκη, οι κυρώσεις για μάρτυρες και πραγματογνώμονες, οι αρμοδιότητες των εφετών και του εισαγγελέα, η έναρξη και αναβολή της ποινικής δίωξης, καθώς και οι ποινές για απόπειρα και συμμετοχή. Επίσης, καθορίζει τη διαδικασία δήλωσης παράστασης πολιτικώς ενάγοντος, την κλήτευση του αστικώς υπευθύνου, και τις προϋποθέσεις για την επανέναρξη ποινικής δίωξης. Ο νόμος αφορά τα ελληνικά δικαστήρια, τους εισαγγελείς, τους ανακριτές, τους κατηγορούμενους, τους μάρτυρες, τους πραγματογνώμονες, τους αστικώς υπευθύνους και διάφορους κρατικούς φορείς. Συγκεκριμένα, αναφέρεται σε ποσά όπως 500 έως 5.000 μεταλλικές δραχμές για πρόστιμα και 2.000 έως 500.000 δραχμές για χρηματικές ποινές.
Σχετικοί νόμοι
Νομοθεσία του 1950
Επιστροφή στη λίστα νόμων